Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

1. Η Θεσσαλονίκη της τουρκοκρατίας, μέσα από τα κείμενα του Γ.Βαφόπουλου
Ο «Φάρος του Θερμαϊκού», μετέχοντας στον εορτασμό των 100 χρόνων απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, ξεκινάει από σήμερα τη δημοσίευση σειράς αφιερωμάτων για το σημαντικό αυτό γεγονός που άλλαξε τον ρουν της ιστορίας και έδωσε νέα ώθηση στην ανάπτυξη της άλλοτε «Συμβασιλεύουσας» του Βυζαντίου και στην προώθηση των στόχων του ελληνισμού. Αρχίζουμε τα αφιερώματα αυτά με μία εκπληκτική περιγραφή  του σημαντικού ποιητή μας Γιώργου Βαφόπουλου, στο «Παραμύθι της Θεσσαλονίκης», για το πώς ήταν η πρωτεύουσα της ελληνικής Μακεδονίας λίγο πριν το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας και την απελευθέρωσή της με την είσοδο του ελληνικού στρατού.

Γ.Θ.Βαφόπουλος
Έγραψε σχετικά ο Γιώργος Βαφόπουλος 1:
«Κυρίως η Θεσσαλονίκη βαστούσε το σημερινό της κέντρο, που απλωνόταν από το Βαρδάρι κι έφθανε ως την περιοχή του λευκού Πύργου. Η άλλη περιοχή, από το Λευκό Πύργο ως το Ντεπό, αποτελούσε μία μακρόστενη λουρίδα, που τη διέτρεχε η σημερινή λεωφόρος Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και Βασιλίσσης Όλγας. Από τις δύο μεριές της λεωφόρου, οι πλούσιοι της εποχής εκείνης Έλληνες και πιο πολύ Εβραίοι και Φράγκοι, είχαν χτισμένες τις βίλλες τους, αληθινά αρχοντικά, σε ρυθμούς ευρωπαϊκών προτύπων. Όλη εκείνη η περιοχή, όπου και σήμερα σώζονται μερικά από τα παλιά αρχοντικά, ήταν γνωστή με το όνομα «Πύργοι». Η στενόμακρη αυτή λουρίδα, που απλωνόταν σε όλο το μήκος της παραλίας, διογκώνονταν κάπως προς το ανατολικό της μέρος, για να σχηματισθούν οι δύο μεγάλες συνοικίες της Αγίας Τριάδας και της Αναλήψεως. Κι αυτές οι σχετικά νεώτερες συνοικίες, μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ανήκαν οργανικά στην παλιά πόλη». 2

Πως ήταν το κέντρο της πόλης
Συνεχίζοντας ο Γ.Θ. Βαφόπουλος κάνει εκτενή περιγραφή για το κέντρο της Θεσσαλονίκης, την έλλειψη ρυμοτομίας αλλά και την κατάσταση των δρόμων της πόλης. Λέει συγκεκριμένα:
«Αν εξαιρούσε κανείς τις νεώτερες ανατολικές συνοικίες, όπου είχε τηρηθεί κάποια ευθύγραμμη διάταξη των δρόμων, το κεντρικό τμήμα της Θεσσαλονίκης δεν είχε καμιά σχεδόν ρυμοτομία. Πέντε μεγάλες αρτηρίες το διέτρεχαν σ΄ όλο το μήκος της, από το Βαρδάρι ως την περιοχή που τέμνεται από τη σημερινή λεωφόρο Εθνικής Αμύνης. Οι ίδιες αυτές αρτηρίες τη διατρέχουν και σήμερα, όμως εντελώς ευθυγραμμισμένες και διαπλατυσμένες, σύμφωνα με το καινούριο πολεοδομικό σχέδιο. Είναι οι αρτηρίες των οδών Κασσάνδρου, Αγίου Δημητρίου, Εγνατίας, Τσιμισκή και της παραλιακής Λεωφόρου Νίκης – ο «Μώλος» όπως λεγόταν τότε. Οι κεντρικοί αυτοί δρόμοι ήσαν στρωμένοι με γκρίζες κυβικές πέτρες. Οι άλλοι, οι ενδιάμεσοι, που συνέδεαν τις κύριες αυτές αρτηρίες, αποτελούσαν έναν πραγματικό λαβύρινθο από στενά λιθόστρωτα σοκάκια, όπου ένας ξένος εύκολα θα μπορούσε να χάσει τον προσανατολισμό του.
Μερικοί από αυτούς τους δρόμους, οι κεντρικότεροι, σαν την οδό Αγίας Σοφίας ή την οδό Βενιζέλου, ήσαν κάπως πλατύτεροι από τα άλλα σοκάκια, με μια ευδιάκριτη τάση προς ευθυγράμμιση.3

Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της Θεσσαλονίκης                                                                      
Σκιαγραφώντας την κοινωνική μορφή της πόλης ο Γ.Θ. Βαφόπουλος χαρακτηρίζει τη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής ως «εβραιούπολη», καθώς, ενώ το ελληνικό στοιχείο ήταν κυριαρχικά απλωμένο σε ολόκληρη την πόλη, δίνοντας στον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της μια ξεχωριστή απόχρωση ελληνικότητας, εντούτοις η «εβραϊκότητα» έδειχνε πως υπερίσχυε στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις. Καθώς, όπως έγραψε:
«Οι Εβραίοι κατείχαν τα κεντρικά σημεία της πόλης σε συμπαγείς ενότητες ολόκληρων συνοικιών. Η περιοχή της Αγίας Σοφίας προς το Καπάνι, όπου σήμερα ανοίγεται η οδός Ερμού, αποτελούσε ένα συνονθύλευμα από εβραϊκά σπίτια και μαγαζιά. Αλλά η πιο χαρακτηριστική εβραϊκή συνοικία, ένα είδος «γκέτο», απλωνόταν από την κατεστραμμένη πια τώρα εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που βρισκόταν εκεί κοντά στο σημερινό Πειραματικό Σχολείο, ως την οδό Βενιζέλου και πέρα από αυτή. Έπιανέ όλη σχεδόν την τεράστια έκταση που περιλαμβάνεται στο τετράγωνο των οδών Αγίου Δημητρίου, Αγίας Σοφίας, Εγνατίας και Βενιζέλου.
Βέβαια, μέσα στις περιοχές αυτές βρίσκονταν και πολλά ελληνικά και τούρκικα ακόμα σπίτια, αλλά εκεί κυριαρχούσε το εβραϊκό στοιχείο.
Η καθαρά ελληνική περιοχή του κεντρικού τμήματος της Θεσσαλονίκης απλωνόταν από το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Πλάτωνος, ως το Συντριβάνι. Εκεί ήσαν, με τις ομώνυμες εκκλησίες, η αρχοντική συνοικία του Αγίου Νικολάου και αμέσως μετά, η συνοικία του Αγίου Αθανασίου, όπου βρισκόταν το μοναδικό τότε ελληνικό Παρθεναγωγείο. Έπειτα ερχόταν η συνοικία της Παναγίας Δεξιάς, γύρω στο χώρο της πύλης του Γαλερίου, της «Καμάρας» καθώς λεγόταν τότε, όπου ήταν το μοναδικό επίσης Ελληνικό Γυμνάσιο.
Ψηλότερα, μεταξύ της Καμάρας και της οδού Αγίου Δημητρίου, απλωνόταν ο «Κάμπος», μία καθαρά λαϊκή συνοικία και χαμηλότερα, προς το Ιπποδρόμιο, οι συνοικίες του Αγίου Κωνσταντίνου και της Νέας Παναγίας. Το ελληνικό στοιχείο σε συμπαγείς μάζες, κατείχε και άλλες συνοικίες προς το ανατολικό τμήμα, από την Αγία τριάδα και την Ανάληψη ως το Ντεπό. Το τουρκικό στοιχείο κατείχε ολόκληρη σχεδόν την ανηφοριά, από την οδό Αγίου Δημητρίου ως τα βυζαντινά κάστρα». 4

Σημειώσεις
1. Ο Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, γεννήθηκε το 1903 στη Γευγελή της τότε Σερβίας. Μαθήτευσε στην Αστική Σχολή Γευγελής. Μετά το τέλος του Β' Βαλκανικού Πολέμου η οικογένεια Βαφόπουλου εκπατρίστηκε και ο ποιητής έζησε στην Έδεσσα, το Φανό, τη Γουμένισσα και τελικά στη Θεσσαλονίκη, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο (1917-1924). Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στα περιοδικά «Σφαίρα» και «Νουμάς». Το 1923 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, γράφτηκε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως αντιγραφέας στη Μεγάλη Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσης του Γ. Χατζιδάκη. Επέστρεψε τη Θεσσαλονίκη λόγω προβλημάτων υγείας και το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Μακεδονικά Γράμματα», από κοινού με τον Κ. Κόκκινο. Τότε γνωρίστηκε με την μετέπειτα σύζυγό του και επίσης ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου που πέθανε το 1935. Το 1938 ίδρυσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης την οποία διηύθυνε ως το 1963. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής αποσπάστηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, όπου γνωρίστηκε με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, τον Γιώργο Θέμελη (με τους οποίους συνδέθηκε στενά), τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Καίσαρα Εμμανουήλ, το Στέλιο Ξεφλούδα, τον Τάσο Αθανασιάδη, τον Τέλλο Άγρα, και άλλους λογοτέχνες. Το 1983 με δωρεά του ποιητή και της Αναστασίας, της δεύτερης συζύγου του, ιδρύθηκε το Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου 1996 στη Θεσσαλονίκη.
2.Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη 1962, Παρατηρητής, σ. 28
3.Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, στο ίδιο, σ. 29
4.Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, στο ίδιο, σ. 31-32    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου