Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Κωστίκας Παπαβασιλείου: Ένας άγνωστος πρωταγωνιστής των γεγονότων της 9ης του Μάη 1936

Μία σπάνια φωτογραφία ανέσυρε από το πολύτιμο αρχείο του και μας έστειλε ο εξαίρετος φωτορεπόρτερ της Θεσσαλονίκης, Γιώργος Γιακουμίδης: Είναι πριν 35 χρόνια, το 1982, την ώρα της συνέντευξης με μία θρυλική μορφή του εργατικού και αριστερού κινήματος, τον Κωστίκα Παπαβασιλείου.
Ο Μπαρμπα-Κωστίκας, όπως με αγάπη τον αποκαλούσαν οι Θεσσαλονικείς που τον γνώριζαν, ως Γραμματέας του Σωματείου Οικοδόμων Θεσσαλονίκης, ήταν από τους επικεφαλής της απεργιακής διαδήλωσης στην οδό Εγνατία, στις 9 Μαίου 1936, όταν χωροφύλακες που είχαν ακροβολιστεί στις ταράτσες των γειτονικών κτηρίων, άρχισαν να πυροβολούν τους απεργούς «στο ψαχνό». Κάποια στιγμή, κι ενώ βρισκόταν στη συμβολή των οδών Συγγρού και Πτολεμαίων, ο Παπαβασιλείου είδε να πέφτει λαβωμένος δίπλα του από τα πυρά,  ο 27χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι.

Όπως μας αφηγήθηκε σ’ εκείνη τη συνέντευξη ο Κωστίκας Παπαβασιλείου, η πρώτη κίνηση που έκανε όταν είδε να σωριάζεται το πρώτο θύμα της πολυαίμακτης εκείνης δολοφονικής επίθεσης των «οργάνων της τάξης», ήταν να ξηλώσει με τα χέρια του την πρόχειρη πόρτα που υπήρχε σε μία νεοαναγειρόμενη οικοδομή, να ξαπλώσει πάνω της τον Τούση και σηκώνοντας στα χέρια εκείνο το αυτοσχέδιο φορείο, που τη μία άκρη του κρατούσε ο ίδιος ο Γραμματέας των οικοδόμων, να μεταφέρουν με διαδήλωση τον νεκρό πλέον Τούση στο Διοικητήριο, το σημερινό Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, για να διαμαρτυρηθούν για την εν ψυχρώ δολοφονία.

Στο μεταξύ, καταφθάνει εκεί ένα έφιππο τμήμα της χωροφυλακής και αρχίζει με τα σπαθιά και τα όπλα να κυνηγάει τους απεργούς, οι οποίοι, μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά, αφήνουν την πόρτα με ξαπλωμένο πάνω της τον Τούση μπροστά από το Διοικητήριο και τρέπονται σε φυγή.

Ακούγοντας όλη εκείνη την οχλοβοή από τα συνθήματα των διαδηλωτών, τους πυροβολισμούς των χωροφυλάκων και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, μία γυναικούλα του λαού που κατοικούσε σε ένα ταπεινό φτωχικό καμαράκι πίσω από το Διοικητήριο, η κυρά-Κατίνα Τούση, κατηφορίζει για να δει τι συμβαίνει, βλέπει τον μονάκριβο γιό της ξαπλωμένο νεκρό και τραβώντας τα μαλλιά της από πόνο, λύπη και απόγνωση, αρχίζει να τον μοιρολογάει.

Εκείνη τη φωτογραφία με τον νεκρό αυτοκινητιστή πάνω στην πόρτα, που δημοσιεύθηκε την επόμενη ημέρα στον «Ριζοσπάστη», είδε ο νεαρός τότε ποιητής Γιάννης Ρίτσος, κλείστηκε στο δωμάτιό του και άρχισε να γράφει το ποιητικό του έργο «Επιτάφιος». Ήταν τόσο μεγάλος ο συγκλονισμός του Ρίτσου από το γεγονός, ώστε μέσα σε τρεις μόνο ημέρες να γράψει «μονορούφι» τα 14 από τα συνολικά 20 ποιήματα του «Επιτάφιους» και τρία από αυτά να τα δημοσιεύσει στον «Ριζοσπάστη» τρεις ημέρες αργότερα, στις 12 Μαΐου 1936. 

 Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω……


Άθελά του, ο πάντα σεμνός, μετρημένος και ταπεινός αγωνιστής του εργατικού και αριστερού κινήματος Κωστίκας Παπαβασιλείου, συνδέθηκε με εκείνα τα γεγονότα του αιματοβαμμένου Μάη του 1936, έγινε ένας από τους πρωταγωνιστές και έφυγε αθόρυβα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 στη συνοικία της Άνω Τούμπας όπου κατοικούσε όλη του τη ζωή, αφού προηγουμένως γεύτηκε όλη την «περιποίηση» του μετεμφυλιακού κράτους και της χούντας: Φυλακίσεις, βασανιστήρια, εξορίες, ανεργία λόγω πολιτικών φρονημάτων. Καλή σου ώρα εκεί που βρίσκεσαι μπάρμπα-Κωστίκα. Σε θυμόμαστε πάντα σαν αγωνιστή και σαν άνθρωπο…..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου