Κυριακή, 24 Μαΐου 2020

Η σφαγή στη Θεσσαλονίκη την «Ημέρα της Νίκης»

Η θυσία της Επονίτισας Δάφνης Χατζηπαναγιώτου και άλλων τριών  πατριωτών
Η ανταπόκριση του Κ.Δημάδη στον Ριζοσπάστη της 13ης Μαίου 1945
του Σπύρου Κουζινόπουλου
Μάϊος του 1945, πριν ακριβώς εβδομήντα πέντε χρόνια. Η ανθρωπότητα γιορτάζει την ιστορική Νίκη κατά του ναζισμού. Οι πανηγυρικές εκδηλώσεις για τη συντριβή της χιτλερικής Γερμανίας, έχουν αρχίσει από τις 8 Μαίου 1945. Την ώρα που ο λαός της Θεσσαλονίκης διαδηλώνει τη χαρά του στην πλατεία Αριστοτέλους, δέχεται τα δολοφονικά πυρά από ομάδες εθνοφυλάκων και ακροδεξιούς φιλομοναρχικούς της ΒΕΝ. 

Τέσσερις νεκροί και δεκαπέντε βαριά τραυματίες σημαδεύουν με το αίμα τους το άγγελμα της λευτεριάς. Η θυσία της 19χρονης ΕΠΟΝίτισας, Δάφνης Χατζηπαναγιώτου, που κατακρεουργείται γιατί αρνείται να αφήσει από τα χέρια της την ελληνική σημαία, συγκλονίζει το ανήμπορο να αντιδράσει πλήθος.

Η αντάρτισσα-θρύλος Τιτίκα Παναγιωτίδου
Ανάμεσα στους βαριά τραυματίες, η αντάρτισσα-θρύλος Τιτίκα Παναγιωτίδου, που δέχεται κατάστηθα τέσσερις σφαίρες, αλλά ευτυχώς θα καταφέρει να επιζήσει. Η Τιτίκα, που η μορφή της έγινε διάσημη από μία φωτογραφία που είχε τραβήξει ο «φωτογράφος του Αγώνα», Σπύρος Μελετζής, είχε καταταγεί στην υποδειγματική διμοιρία Ανταρτισσών της ΙΧης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στον Πεντάλοφο Κοζάνης, από όπου στάλθηκε για εκπαίδευση, μαζί με άλλες έντεκα κοπέλες, στις 6 Ιουλίου 1944, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών ΕΛΑΣ στη Ρεντίνα Καρδίτσας. Εκεί τη βρήκε, τον Αύγουστο του 1944 ο Σπύρος Μελετζής, ο οποίος είχε φτάσει στη σχολή, με εντολή του ΕΑΜ, για να φωτογραφίσει μαχητές και μαχήτριες του ΕΛΑΣ και να επιλέξει το καταλληλότερο πρόσωπο που θα συμβολίσει στον «έξω κόσμο» τη γυναίκα της αντίστασης.
Κώστας Δημάδης
Για να επιστρέψουμε όμως στο αιματοκύλισμα του λαού της Θεσσαλονίκης την «Ημέρα της Νίκης», παραθέτουμε στη συνέχεια το παραστατικότατο ρεπορτάζ που είχε δημοσιεύσει για τη δολοφονική επίθεση από τον ανταποκριτή της στη Θεσσαλονίκη, η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» στις 13 Μαίου 1945. Ανταποκριτής της εφημερίδας, ήταν ο κορυφαίος δημοσιογράφος της Θεσσαλονίκης, Κώστας Δημάδης, που υπήρξε στέλεχος όλων των εφημερίδων της Αριστεράς που εκδίδονταν στη Βόρεια Ελλάδα την περίοδο 1944-1947, ενώ αργότερα διετέλεσε από το 1963 και μέχρι το θάνατό του, το 1994, διευθυντής της εφημερίδας "Μακεδονία". Έγραφε λοιπόν:

Προμελετημένη δολοφονική επίθεση
 «H λύσσα όλων των αποβρασμάτων του ελληνικού φασισμού για το οικτρό τέλος της χιτλερικής Γερμανίας, ξέσπασε χτες 8 του Μάη, με προμελετημένη δολοφονική επίθεση κατά του λαού της Μακεδονικής πρωτεύουσας, την ώρα ακριβώς που χαρούμενος πανηγύριζε τη νίκη της ανθρωπότητας, την έκβαση που προδικάζει τον επικείμενο εκμηδενισμό και των ελληνικών φασιστικών υπολειμμάτων.
Τα αιματηρά γεγονότα που κατέληξαν  στη σφαγή δύο πολιτών και μία κοπέλας, και στον τραυματισμό δεκαπέντε, ξετυλίχθηκαν υπό τις ακόλουθες συνθήκες:
Η μεγάλη «Ημέρα της Νίκης», σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα, γιορτάσθηκε στις 6 το απόγευμα της Τρίτης 8 Μάη, οπότε πυκνές μάζες λαού άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Αριστοτέλους και να διαδηλώνουν ειρηνικά με πατριωτικά τραγούδια τον άδολο θαυμασμό τους για το τέλος της ανθρωποσφαγής και την οριστική συντριβή της Χιτλερικής Γερμανίας.
Ξαφνικά, στη διασταύρωση Αριστοτέλους-Τσιμισκή, ένας εθνοφύλακας όρμησε κατά μιας πρωτοπορίας του πλήθους και προσπάθησε να αποσπάσει την ελληνική σημαία από τα χέρια του σημαιοφόρου, το πλήθος όμως τον εμπόδισε. Τότε, δύναμη εθνοφυλάκων και ομάδες της ΒΕΝ (Βασιλόφρων Ελληνική Ένωσις) ξεπετάχθηκαν από τις γύρω παρόδους και άρχισαν να προκαλούν τους πολίτες. Ο λαός διατήρησε καταπληκτική ψυχραιμία και συνέχισε την πορεία του προς τη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου. Εκεί ακριβώς είχε στηθεί η ενέδρα. Χωροφύλακες και εθνοφύλακες με το χέρι στη σκανδάλη περίμεναν. Ο επικεφαλής ανθυπασπιστής μόλις φάνηκε το πλήθος, διέταξε:
-Στο ψαχνό!

Η μορφή της Τιτίκας σε γραμματόσημο το 1982
Το πρώτο αίμα
Τα αυτόματα των δημίων τσίριξαν και τα πρώτα κορμιά ξαπλώθηκαν στο λιθόστρωτο. Η «Ημέρα της Νίκης» είχε βαφτεί με το πρώτο αίμα. Τα παλληκάρια Σίμος Σκουμπρίδης, Θεόδωρος Ευκαρπίδης και Πέτρος Μπαρτζούκας, έπεσαν νεκροί, χτυπημένοι από τα δολοφονικά βόλια. Τα αυτόματα ετοιμάσθηκαν να ξαναρίξουν. Μία εικοσάχρονη κοπέλα, η λεβέντισσα Τιτίκα Παναγιωτίδου, ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ, όρμησε για να εμποδίσει έναν εθνοφύλακα που σημάδευε έτοιμος να πυροβολήσει. Αλλά δεν πρόλαβε. Δέχτηκε κατάστηθα τέσσερις σφαίρες και έπεσε βαριά πληγωμένη.
Την ώρα που διαδραματίζονταν τα γεγονότα αυτά, άλλες πυκνές λαϊκές ομάδες γέμιζαν ασφυκτικά την πλατεία Αριστοτέλους. Τα πλήθη μεθυσμένα από το χαρμόσυνο άγγελμα της Νίκης, ξεσπούσαν σε ενθουσιώδεις εκδηλώσεις υπέρ της Ειρήνης και της Δημοκρατίας. Με το πλήθος αναμίχθηκαν πολλοί Άγγλοι και Αμερικανοί στρατιώτες, καθώς και Αμερικανίδες, που πρωτοστατούσαν στο λαϊκό πανηγυρισμό. Όλοι μαζί χορεύουν ελληνικούς χορούς. Οι σημαίες των τριών συμμάχων υψώνονται και στο συμβολικό αυτό θέαμα της συμμαχικής ενότητας, τα πλήθη ξεσπούν σε βροντερές ζητωκραυγές.

Απερίγραπτη φρίκη
Τη στιγμή εκείνη, άρχισε η δεύτερη δολοφονική επίθεση. Μανιασμένοι εθνοφύλακες, ενισχυμένοι από φασίστες της ΒΕΝ, ξεχύθηκαν από τα γύρω μέγαρα και τις παρόδους και κύκλωσαν τον κόσμο. Ο λαός ξαφνιασμένος, δοκίμασε απερίγραπτη φρίκη όταν είδε τους δολοφόνους να γονατίζουν, να στήνουν τα πολυβόλα και να τα γεμίζουν με ταινίες. Το μακελειό πλησίαζε. Μία ομάδα νέων, με επικεφαλής τη σημαιοφόρο Δάφνη Χατζηπαναγιώτου, που χόρευε μαζί με αντιφασίστες  Άγγλους στρατιώτες, δέχθηκε δολοφονική επίθεση από εθνοφύλακες και αλήτες της ΒΕΝ. Όπως και στα πρώτα αιματηρά επεισόδια, ένας εθνοφύλακας επιχείρησε να αρπάξει το κοντάρι της σημαίας. Η ηρωϊκή σημαιοφόρος αμύνθηκε, κρατώντας σταθερά το κοντάρι, αποφασισμένη να μην επιτρέψει τη σπίλωση της γαλανόλευκης από τα φασιστικά κτήνη.
-Θα πατήσεις από το πτώμα μου πρώτα για να πάρεις τη σημαία, φώναξε η Δάφνη.
Έτσι και έγινε. Ενώ εξακολουθούσε η πάλη, ένας μπράβος της ΒΕΝ γλίστρησε από πίσω, άρπαξε τη λεβέντισσα από τα πλούσια μαλλιά της και βύθισε το δολοφονικό μαχαίρι του στην καρωτίδα. Ένας πίδακας από ζεστό αίμα, πετάχτηκε και το τίμιο κορμί της σημαιοφόρου, σπαρτάρισε σαν σφαγμένο πουλί. 
Απεσταλμένοι εφημερίδων της Θεσσαλονίκης στο αρχηγείο του ΔΣΕ το Μάρτιο 1947. Διακρίνονται οι 
Νίκος Στάγκος (Φως), Κώστας Δημάδης (Ριζοσπάστης και Λαϊκή Φωνή), Φρίξος Ιωαννίδης (Ελευθερία) κ.α.
Πάτησε το κορμί της για να αρπάξει τη σημαία
Ο δολοφόνος πάτησε πάνω στο κορμί της και ξεκόλλησε από τα χέρια της την ελληνική σημαία. Η ηρωίδα κείτονταν νεκρή. Στα χείλη της όμως πλανιόταν το χαμόγελο της ικανοποίησης. Είχε κρατήσει το λόγο της.
Ταυτόχρονα οι δολοφόνοι χωροφύλακες, εθνοφύλακες και φασίστες της ΒΕΝ που είχαν αναπτυχθεί σε θέση μάχης, πυροβολούσαν αλλεπάλληλα κατά του συγκεντρωμένου πλήθους. Περισσότεροι από δέκα έπεσαν τραυματισμένοι».
Ακόμη και οι συντηρητικές εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, παρά τη σαφή αντικομμουνιστική τους τοποθέτηση, δεν δίστασαν να εκδηλώσουν την απέχθειά τους για τη μαζική δολοφονία. Με πιο χαρακτηριστική τη «Μακεδονία» του Βελλίδη, που σημείωνε με έμφαση την επόμενη ημέρα:
«… Αίμα ανθρώπων, ερράντισε τα πεζοδρόμια της Θεσσαλονίκης, αίμα πολιτών έβαψε τα λιθόστρωτά της. … Ότι έγινε, θα αποτελέσει στίγμα ανεξίτηλον αυτό καθ΄αυτό ως γεγονός. Το αίμα δεν αποπλύνεται, όπως δεν αποπλύνεται κάθε αίσχος…»     

Τα φληναφήματα του ακροδεξιού τύπου 

Αντιθέτως, οι εφημερίδες της Αθήνας, είτε απέφυγαν να κάνουν την παραμικρή αναφορά στη δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη, είτε πάλι, όπως το φιλοβασιλικό «Εμπρός», συσκοτίζοντας και διαστρέφοντας τα γεγονότα, σε σχόλιό του στις 13 Μαίου, ανέφερε με όση χολή διέθετε: «Οι σύντροφοι του κ.Σιάντου δεν ημπορούσαν ούτε την εορτήν της «Νίκης» να μην την κοκκινίσουν, τραυματίσαντες εθνοφύλακας και πολίτας. Τι είδους πανηγυρισμός θα ήτο, εάν δεν εχύνετο και το σχετικόν αίμα;». Ενώ η ίδια εφημερίδα, δύο μέρες αργότερα, στο φύλλο της 15 Μαίου, αναφερόμενη στις κηδείες των τεσσάρων θυμάτων διατείνονταν ότι «οι οπαδοί του ΚΚΕ δεν παρέλειψαν να τις εκμεταλλευθούν πολιτικώς»! 
Σημνειώνεται ότι τον τόνο στο ρεσιτάλ παραπληροφόρησης για την κάλυψη των δολοφόνων και των όσων διαδραματίσθηκαν εκείνη την ημέρα στη Θεσσαλονίκη, τον έδινε ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, Αλέξανδρος Μερεντίτης (1880-1964), ο οποίος σε τηλεγραφική αναφορά του προς το υπουργείο Εσωτερικών παρουσίαζε μια διαστρεβλωμένη εκδοχή των γεγονότων, αποσιωπώντας τελείως τη δράση των παρακρατικών της ΒΕΝ. Όπως ανάφερε:"το απόγευμα της 8ης Μαίου κατά τον εορτασμόν της νίκης, ομάδες κομμουνιστών περιφερόμεναι εντός της Θεσσαλονίκης και εις τον χώρον του εορτασμού προέβαινον εις προκλήσεις κατά των πολιτών...Κατόπιν τούτου προεκλήθη σύγκρουσις μεταξύ κομμουνιστών και των οργάνων της τάξεως με αποτέλεσμα τον φόνον τριών πολιτών και τον τραυματισμόν πολλών άλλων, ο αριθμός των οποίων δεν εξηκριβώθη".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου