Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Η γυναίκα της Αντίστασης

της Τασούλας Βερβενιώτη
Το κίνημα της Αντίστασης αποτελεί το μαζικότερο πολιτικό κίνημα της ελληνικής ιστορίας και ταυτόχρονα οριακό σημείο για την ελληνική αριστερά και την κοινωνική θέση της γυναίκας. Οι γυναίκες που έδρασαν στην Αντίσταση μεγάλωσαν σε μια κοινωνία με έντονες αντιφάσεις. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου η οικονομική κρίση συμπορεύεται με αλματώδεις ρυθμούς ανάπτυξης σε όλους τους τομείς της παραγωγής. Η πρώτη ελληνική δημοκρατία με πραξικοπήματα και δικτατορίες. Ο αναλφαβητισμός με παιδαγωγούς όπως ο Γληνός και ο Δελμούζος. Η φυματίωση και η ελονοσία με τη γυμναστική, τη δίαιτα και την κομψότητα. Η "τιμή" της οικογένειας με ένα μεγάλο αριθμό "ελεύθερων συμβιώσεων" και εξώγαμων ή νόθων παιδιών. Το συνοικέσιο και η προίκα με την παρθενοραφή, κοκ.

Στη φάση αυτή θεσμοί "αντιδραστικοί" θα οδηγήσουν σε "προοδευτικούς" δρόμους. Η υποχρέωση της προίκισης των γυναικών και η αδυναμία των οικογενειών των λαϊκών στρωμάτων να ανταποκριθούν σε αυτήν, θα ωθήσει τις νεαρές κοπέλες στην αγορά εργασίας, θα μειώσει τον κοινωνικό έλεγχο και θα αμφισβητήσει την πατριαρχική νοοτροπία. Το γεγονός ότι η προσωπική τιμή είναι άμεσα συνδεδεμένη με την προάσπιση της τιμής της πατριαρχικής οικογένειας απέναντι στους "ξένους" και κατ' επέκταση με την υπεράσπιση της τιμής του έθνους, όχι μόνο θα επιτρέψει στις γυναίκες να πάρουν μέρος στην Αντίσταση, αλλά θα ριζοσπαστικοποιήσει μεγάλες κοινωνικές ομάδες και θα τις οδηγήσει στη συλλογική δράση και την "εθνική" Αντίσταση.
Από την άλλη μεριά όμως η μαζικότητα του κινήματος θα προσδιορίσει και τις ταξικές του επιλογές. Το μοίρασμα των τσιφλικιών θα αναβληθεί. Οι υποθέσεις κυριότητας, όπως και τα διαζύγια δε θα εκδικάζονται από τα λαϊκά δικαστήρια, αλλά θα αφήνονται για "μετά τον πόλεμο". Η οργάνωση θα αντικαταστήσει την οικογένεια στην υπεράσπιση όχι μόνο της τιμής της πατρίδας αλλά και των γυναικών. Παρόλο που η υλοποίηση του μοτίβου "πρώτα θα κοιτάτε το νεκροταφείο και μετά τις συναγωνίστριες" δεν ήταν πάντα εφικτή, η πλειοψηφία των αγωνιστών/στριών είχε αποδεχτεί την αναστολή των ερωτικών τους συναισθημάτων για "μετά τον πόλεμο".
Η γενιά της Αντίστασης έζησε και έδρασε με την προσδοκία μιας μελλοντικής κοινωνικής ευτυχίας. Ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό, το ατομικό και το συλλογικό συμφέρον, έδωσε προτεραιότητα στο "γενικότερο καλό".
Οι γυναίκες μπόρεσαν να δράσουν στη δημόσια σφαίρα, να βγουν στους δρόμους χωρίς να θεωρηθούν "του δρόμου", ως μέλη του έθνους: ως ελληνίδες, γυναίκες, αδελφές, κόρες και μάνες αγωνιστών.
Άρχισαν τη δημόσια ζωή τους επεκτείνοντας τις δραστηριότητές τους από το σπίτι προς την κοινωνία. Θεωρήθηκε φυσικό -λόγω της κατοχής που αποτελεί ακόμα και σήμερα συνώνυμο της πείνας- να πρωτοστατήσουν στις κινητοποιήσεις για την επιβίωση και τη δημιουργία συσσιτίων, αφού ως μάνες και νοικοκυρές ήταν επιφορτισμένες με τη διατροφή των μελών της οικογένειας. Η λειτουργία όμως των συσσιτίων χτύπησε το οικιακό ιδεώδες και μετατόπισε το πεδίο δράσης τους από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα. Το ίδιο συνέβη με όλες σχεδόν τις "γυναικείες" δραστηριότητες που τους ανέθεταν- γιατί ο φυλετικός καταμερισμός εργασίας που υπήρχε στην κοινωνία αναπαραγόταν και από το κίνημα.
Οι αντιστασιακές οργανώσεις θέλουν να οργανωθούν οι γυναίκες στις γραμμές τους. είναι απαραίτητες, επειδή τα αιτήματα που έχουν σχέση με τη διατροφή, την καθαριότητα και την περίθαλψη, αποτελούν βασικά αιτήματα του Αγώνα. Έτσι οι γυναίκες- μαζί με τους νέους- αναλαμβάνουν το άνοιγμα των σχολείων και των Παιδικών Σταθμών, την περίθαλψη των παράνομων, των καταδιωκόμενων, των φυλακισμένων, των πυροπαθών. Στην Ελεύθερη Ελλάδα σημαντική ήταν η προσφορά τους στην ίδρυση και τη λειτουργία νοσοκομείων, αναρρωτηρίων, ιατρικών κέντρων, σταθμών πρώτων βοηθειών. Πολλά πρόσφεραν επίσης στον τομέα της ψυχαγωγίας και του εκπολιτισμού.
Τη μεγαλύτερη όμως ανάγκη από την παραδοσιακή δουλειά των γυναικών την είχε ο λαϊκός στρατός. Οι αντάρτες χρειάζονται καθαρά ρούχα, μάλλινες κάλτσες, φανέλες, πουλόβερ αλλά και ηθική στήριξη, που οι γυναίκες πρόθυμα τους προσφέρουν. Η προσφορά τους όμως δε σταματά εκεί. Μετέχουν σε έργα που δε θεωρούνται ταιριαστά με τη "γυναικεία φύση": αναλαμβάνουν τη φρούρηση του χωριού, είναι σύνδεσμοι, κρατούν το τηλέφωνο και σε ιδιαίτερα κρίσιμες και δύσκολες στιγμές εμφανίζονται και στο πεδίο της μάχης. Υπολογίζεται ότι στον τακτικό στρατό η αναλογία ανάμεσα στους μάχιμους και τους στρατιώτες των υπηρεσιών ήταν ένας προς επτά και στο αντάρτικο ένας προς 13-14. Αυτοί στην πλειοψηφία τους ήταν γυναίκες.
Και στο πολιτικό κίνημα ξεφεύγουν από τα "γυναικεία έργα" και προχωρούν προς την αυτονόμησή τους από την οικογένεια. Αρκετές φεύγουν από το σπίτι και ζουν στην παρανομία ή βγαίνουν στο Βουνό. στις ελεύθερες περιοχές ως καθοδηγήτριες γυρνούν τα χωριά, κοιμούνται σε ξένα σπίτια και ταξιδεύουν μέσα από άγρια δάση.
Αυτού του είδους η δράση αφορά κυρίως τις νέες κοπέλες. Στην Αντίσταση συμμετέχουν πολλά κορίτσια 14-20 χρονών, που δεν είχαν προλάβει να εσωτερικεύσουν τους ρόλους και να κοινωνικοποιηθούν ως προς αυτούς. Ήθελαν να πάρουν μέρος σε έναν αγώνα που τον έκριναν δίκαιο και η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία τους παρείχε τη δυνατότητα.
Ποτέ δεν ένιωσαν κατώτερες, ούτε αισθάνθηκαν ότι η οργάνωση τις αντιμετώπιζε διαφορετικά λόγω του φύλου τους. Η Αντίσταση μπορεί να θεωρηθεί ως ένα κίνημα νεολαίας όχι με την έννοια ότι οι νέοι έπαιρναν τις αποφάσεις - το αντίθετο μάλιστα- αλλά με την έννοια ότι αυτοί έδιναν τον τόνο.
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος συνοδευόταν από την ελπίδα των ανθρώπων για μια "καλύτερη" κοινωνία. Στην Αντίσταση για πρώτη φορά, μεγάλες κοινωνικές ομάδες συμμετέχουν ενεργά στην άσκηση της πολιτικής, συνδέοντας την εθνική με την κοινωνική απελευθέρωση. Το όραμα της Λαοκρατίας που θα προβάλλει το ΕΑΜ/ΚΚΕ, θα το ενστερνιστεί η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Για τις γυναίκες η συμμετοχή τους στον αγώνα εμπεριείχε και την "προσωπική" απελευθέρωση.
Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη - στα πλαίσια του ΕΑΜ Νέων - της μοναδικής εαμικής γυναικείας οργάνωσης, της "Λεύτερης Νέας". Οι λεύτερες νέες στο ύμνο τους ζητούν "να λυτρωθούμε από την τριπλή σκλαβιά κατακτητή προϊστάμενου και άντρα". Η επιθυμία τους ν' αλλάξουν τη θέση τους μέσα στην κοινωνία θα τις οδηγήσει να εξαντλήσουν όλα τα κοινωνικώς επιτρεπτά όρια δράσης. Ο πόλεμος και οι σκληρές συνθήκες κατάκτησης αποσάθρωσαν τις δομές που εμπόδιζαν την αναδιευθέτηση του χώρου που επιτρεπόταν κοινωνικά να κατέχουν οι γυναίκες. Το γεγονός αυτό έδωσε τη δυνατότητα κυρίως στις νέες, που ήταν πιο ευαίσθητοι δέκτες των νέων μηνυμάτων, να διεισδύσουν σε ένα χώρο κατεξοχήν ανδρικό, το χώρο της πολιτικής.
Σε γενικές γραμμές ο αγώνας για την ενσάρκωση του οράματος της Λαοκρατίας, τους πρόσφερε τη δυνατότητα να αναδείξουν τις ικανότητές τους, να αναλάβουν υπευθυνότητες, να γίνουν αποδεκτές και σεβαστές, να αποκτήσουν αυτοσεβασμό και αυτοπεποίθηση, να "εξισωθούν" με τους άντρες, να πολεμήσουν ακόμα και με το όπλο, να γίνουν αντάρτισσες.
Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τη δράση τους σε δύο φάσεις. Στην πρώτη συμμετέχουν προεκτείνοντας το ρόλο της νοικοκυράς και της μητέρας. Από την Άνοιξη του 1943 όμως και μετά τα γεγονότα στα πολεμικά μέτωπα, οι μορφές πάλης και οι στόχοι των αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και η αντιμετώπισή τους από τους κατακτητές παρουσιάζουν διαφορές. Στην Αθήνα οι γυναίκες δίνουν μαχητικά το παρόν τους στις μεγάλες διαδηλώσεις. Παίρνουν μέρος στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις κατοχής και υπάρχουν πολλές γυναίκες ανάμεσα στους νεκρούς και τους τραυματίες.
Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, το Σεπτέμβρη του 1943, και τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και των άλλων ομάδων ελλήνων οπλισμένων από τους γερμανούς η τρομοκρατία εντείνεται: μπλόκα, συλλήψεις, ομαδικές εκτελέσεις, κάψιμο χωριών και σπιτιών για αντίποινα, αποκλεισμός ανταρτοκρατούμενων περιοχών κτλ. Τότε οι άντρες δυσκολεύονται να κυκλοφορήσουν και όσοι μπορούν φεύγουν για το Βουνό. Ετσι μένει ελεύθερο πεδίο δράσης για τις γυναίκες.
Η μαζικότερη και η δυναμικότερη εμφάνιση των γυναικών στην Αντίσταση γίνεται ακριβώς την πιο αιματηρή φάση της κατοχής. Είναι η περίοδος που οι οργανώσεις υιοθετούν ως μέσο πάλης κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις που γίνονται αποκλειστικά από γυναίκες. Σε αυτή τη φάση σχηματίζονται οι διμοιρίες ανταρτισσών και οι γυναίκες αναλαμβάνουν επικίνδυνα ή "αντρικά" καθήκοντα.
Το τέλος της κατοχής ακολούθησε η "απελευθέρωση", η ήττα στη μάχη της Αθήνας το Δεκέμβρη, η παράδοση των όπλων, η τρομοκρατία, τα στρατοδικεία, οι δηλώσεις μετανοίας, η Μακρόνησος, η συντριβή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, οι φυλακές, η προσπάθεια να τσακιστεί το φρόνημα, να σβηστεί το όραμα, να εξοντωθούν όχι μόνο φυσικά αλλά και ηθικά οι αγωνιστές της Αντίστασης. Τα εκτελεστικά αποσπάσματα στόχευαν και στη μνήμη. Το να θυμάται κανείς ήταν επικίνδυνο. Για αρκετές δεκαετίες το νήμα έμοιαζε κομμένο.
Από προσωπική αναγκαιότητα ξεκίνησα - στο μέτρο του δυνατού- να ανακαλύψω και να ανασυνθέσω ένα κομμάτι από αυτό το παρελθόν. Έψαξα στην κοινωνία του Μεσοπολέμου να βρω τις δομές μέσα στις οποίες γεννήθηκε και μεγάλωσε η γενιά της Αντίστασης, συγκέντρωσα απο τον αντιστασιακό τύπο "σπυρί-σπυρί" τις ειδήσεις που αφορούσαν τη δράση των γυναικών, μίλησα μαζί τους, προσπάθησα να "δω", να καταλάβω και να καταγράψω την ιστορία τους. Η προσπάθεια κράτησε περίπου πέντε χρόνια και κατέληξε στην εκπόνηση ενός διδακτορικού που το υποστήριξα το 1991 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο τίτλος του ήταν "Οι Συναγωνίστριες. Τα αίτια της συμμετοχής και η δράση των γυναικών στις εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις 1941-44".


Πηγή: Το κείμενο αυτό απιοτελεί την εισαγωγή στο βιβλίο της Τασούλας Βερβενιώτη "Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική ". Πρώτη έκδοση Οδυσσέας, Αθήνα 1994, δεύτερη έκδοση Κουκκίδα, Αθήνα 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου