Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

81 χρόνια από το αιματοκύλισμα της 9ης Μάη 1936

Η μεγαλύτερη απεργιακή κινητοποίηση στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 

του Σπύρου Κουζινόπουλου
Ο πολυήμερος αγώνας των εργατών της Θεσσαλονίκης, την άνοιξη του 1936 και στη συνέχεια το αιματοκύλισμά τους, αλλά και η αυθόρμητη εξέγερση του λαού της Μακεδονικής πρωτεύουσας, στις 9 του Μάη, αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες απεργιακές κινητοποιήσεις στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Η απεργία εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την χώρα ωστόσο η καρδιά του κινήματος ήταν στην Θεσσαλονίκη. Τα τραγικά γεγονότα, ενέπνευσαν τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο». 

Εκείνα τα γεγονότα στην πρωτεύουσα της ελληνικής Μακεδονίας, όπως αποδείχτηκε αργότερα, έδωσαν την αφορμή για την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά στις 4 Αυγούστου 1936.

Βρισκόμαστε στον Απρίλιο του 1936. Οι εργάτες σε όλη την χώρα είναι απογοητευμένοι αλλά και οργισμένοι από τις συνεχείς μειώσεις των ημερομισθίων τους. Οι αφορμές για τις μειώσεις ήταν πολλές. Από την μία η αποτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας και η άφιξη των προσφύγων, έδωσε την αφορμή σε πολλούς εργοδότες να ρίξουν τα μεροκάματα. Συν τοις άλλοις ακολούθησε και το Κραχ του 1929 οι συνέπειες του οποίου ήταν ακόμη νωπές στην χώρα. Το απεργιακό κύμα ξεσπά και φουντώνει γρήγορα.
Στις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις που ξεδιπλώνονται, πρωτοστατούν οι καπνεργάτες, το πιο οργανωμένο συνδικαλιστικά, ταξικό κίνημα στην Ελλάδα. Ορμητήριό τους η Θεσσαλονίκη όπου πραγματοποιούν μεγάλες απεργιακές συγκεντρώσεις, οι περισσότερες των οποίων διαλύονται βίαια από την αστυνομία. Ακολουθούν το παράδειγμά τους εργάτες σε όλα τα καπνοπαραγωγικά κέντρα της Βόρειας Ελλάδας (Καβάλα, Σέρρες, Ξάνθη, Δράμα κλπ) αλλά και πολλές ακόμη πόλεις της χώρας. 
Κύριος λόγος εκείνου του εργατικού αναβρασμού, ήταν η ανέχεια στην οποία είχαν περιέλθει οι καπνεργάτες, καθώς οι αμοιβές τους ήταν άθλιες. Περίπου 48.000 εργάτες ενώ αρχικά αμείβονταν με 135-150 δραχμές, ο μισθός έπεσε εκείνα τα χρόνια στις 75 δραχμές, δηλαδή μείωση κατά 50%!

Ξεσπούν τα γεγονότα 
Τα γεγονότα άρχισαν στη Θεσσαλονίκη με τη γενίκευση, στις αρχές Μαίου 1936, του απεργιακού αναβρασμού που υπήρχε στην πόλη λόγω της πολυήμερης απεργίας των καπνεργατών. Στις 8 Μαίου, όταν κήρυξαν απεργία πολλοί κλάδοι εργαζομένων για συμπαράσταση στους καπνεργάτες, η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά των συγκεντρωμένων απεργών, με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλοί τραυματίες και να αυξηθεί η λαϊκή δυσαρέσκεια. 
Το ίδιο βράδυ, πολλά σωματεία τη Θεσσαλονίκης (αυτοκινητιστές, λιμενεργάτες οικοδόμοι, τροχιοδρομικοί κ.ά.) κήρυξαν απεργία, ενώ αποφάσισαν να κλείσουν τα καταστήματά τους και οι επαγγελματίες και βιοτέχνες. Η τότε κυβέρνηση του μετέπειτα δικτάτορα Ι.Μεταξά σε απάντηση, προχώρησε την έκδοση διατάγματος επιστράτευσης των τροχιοδρομικών και των σιδηροδρομικών και διέταξε το Γ` Σώμα Στρατού να λάβει εξαιρετικά μέτρα προς εξασφάλιση της τάξης.

Ο πρώτος νεκρός
Την επομένη, 9 Μάη, η απεργία στη συμπρωτεύουσα είχε γενικευτεί, ενώ οι  χωροφύλακες από νωρίς το πρωί άρχισαν τις επιθέσεις εναντίων εργατικών συγκεντρώσεων. Η πρώτη σοβαρή σύγκρουση, σημειώθηκε στην οδό Εγνατίας. Οι χωροφύλακες χτύπησαν στο ψαχνό και σε λίγο έπεσε από τους πυροβολισμούς τους ο πρώτος νεκρός απεργός στη συμβολή των οδών Συγγρού και Πτολεμαίων: Ήταν ο 27χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι. Οι άλλοι απεργοί τότε, μετέφεραν τον νεκρό πλέον Τούση έξω από το Διοικητήριο. Οι αστυνομικές δυνάμεις, επιτέθηκαν εκ νέου με πυροβολισμούς και το αυτοσχέδιο φέρετρο του Τούση εγκαταλείφθηκε στη μέση του δρόμου, όπου το βρήκε, ειδοποιημένη από φίλους του νεκρού, η χαροκαμένη μάνα του.
Η φωτογραφία-σύμβολο του Μάη του '36, υπήρξε η κλασική φωτογραφία της τραγικής μάνας που κλαίει πάνω από το δολοφονημένο κουφάρι του γιου της. Αυτή η φωτογραφία, δημοσιευμένη στο «Ριζοσπάστη», ενέπνευσε τον «Επιτάφιο» στο Γιάννη Ρίτσο, ποίημα που μελοποιήθηκε το 1958 από το Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι. Η πρώτη παρουσίαση των τραγουδιών του «Επιτάφιου» στην Ελλάδα, έγινε στις 5 Οκτωβρίου 1960, στην Ελευσίνα, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.


Κωστίκας Παπαβασιλείου
Σ' εκείνη τη σκηνή, είχε εμπλοκή άθελά του, ένας από τους επικεφαλής της μεγάλης απεργιακής κινητοποίησης, ο Κώστας Παπανικολάου, Γραμματέας τότε του Σωματείου Οικοδόμων Θεσσαλονίκης.  Ο "μπάρμπα-Κωστίκας", όπως τον φώναζαν μέχρι τα βαθιά του γεράματα οι φίλοι και οι σύντροφοί του, ήταν ο άνθρωπος που όταν είδε να πέφτει δίπλα του ο Τάσος Τούσης, νεκρός από την ομοβροντία πυρών των αστυνομικών, ξήλωσε μία πρόχειρη πόρτα από την είσοδο νεοαναγειρόμενης οικοδομής, για να ξαπλώσουν πάνω της τον βαριά λαβωμένο ακόμη αυτοκινητιστή και με πομπή να τον μεταφέρουν στο Διοικητήριο, την τότε Γενική Διοίκηση Μακεδονίας. Και όπως μας αφηγήθηκε, σε μαγνητοφωνημένη συνέντευξη που έχουμε στο αρχείο μας,κατά τη μεταφορά του Τούση, κρατούσε ο ίδιος τη μία από τις τέσσερις άκρες εκείνου του αυτοσχέδιου φέρετρου.
Όπως μας εξιστόρησε:   
"Την περίοδο αυτή, είμαι γραμματέας των Οικοδόμων. Παίρνεται απόφαση από την πλευρά μας να συμμετάσχουμε αλληλέγγυοι στους καπνεργάτες απεργούς. Και την Τετάρτη, κατεβαίνουμε κι εμείς για ενίσχυση στα διάφορα καπνομάγαζα που ήταν συγκεντρωμένοι, κλεισμένοι οι καπνεργάτες και την Πέμπτη πια, έχουμε ολόκληρη επίθεση από την αστυνομία. Και κατεβαίνουμε στους δρόμους, πιάνουμε κι εμείς τις οικοδομές για να περιφρουρήσουμε την απεργία μας αλλά ταυτόχρονα να βοηθήσουμε και όλους τους απεργούς εργάτες που στο σύνολό τους είχαν πάρει μέρος". 

Ο αριθμός των μαρτυρικών θυμάτων
Ο αριθμός των νεκρών εκείνης της αναταραχής, παραμένει ακόμη αδιασταύρωτος. Κυμαίνεται μεταξύ εννέα και 20 νεκρών, ενώ εφημερίδες της εποχής ανεβάζουν τους νεκρούς στους τριάντα. Η επερχόμενη δικτατορία και η δραματική δεκαετία του '40 δεν άφησαν περιθώρια για την αντικειμενική καταγραφή του αριθμού των θυμάτων. Το σίγουρο είναι ότι μεταξύ των θυμάτων εκείνου του απεργιακού ξεσηκωμού περιλαμβάνοντας και οι παρακάτω νεκροί εργάτες: 
Από την κηδεία του πρώτου νεκρού, Τάσου Τούση
Οι νεκροί εργάτες της 9ης Μάη 1936
Τάσος Τούσης, 27 ετών, αυτοκινητιστής από το Ασβεστοχώρι, 
Αναστασία Καρανικόλα, καπνεργάτρια, 23 χρόνων, μητέρα ενός παιδιού,  
Ίντο Τιακό Σρέντορ, 22 χρόνων, επινικελωτής, 
Γιάννης Πανόπουλος, 23 χρόνων, εργάτης βιοτεχνίας, από την Καλαμαριά 
Δημήτρης Αγλαμίδης, 25 χρόνων, σιδεράς, 
Σαλβατόρ Ματαράσο, 20 χρόνων, ιδιωτικός υπάλληλος, 
Δημήτρης Λαϊλάνης ή Λαϊνάς, 17χρόνων, 
Σταύρος Διαμαντόπουλος, 23 χρόνων, 
Μανόλης Ζαχαρίου, 26 χρόνων, 
Ευθύμιος Αδαμαντίου, 18 χρόνων, υποδηματοποιός· 
Ευάγγελος Χολής, 32 χρόνων, καπνεργάτης



Η καταστολή της κινητοποίησης και οι ενέργειες Μεταξά
Το βράδυ της 9ης Μάη, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς έδωσε διαταγή ένα σύνταγμα στρατού από τη Λάρισα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη και μοίρα του στόλου να καταπλεύσει στο λιμάνι της πόλης προς αντιμετώπιση των εργατών. Ενώ αυτόχρονα, προέβη σε δηλώσεις με τις οποίες δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνειών αναφορικά με τις προθέσεις του:
«Κατέστη φανερόν – τόνισε – ότι οι σκοποί οι επιδιωκόμενοι από τους διευθύνοντας την απεργιακήν κίνησιν είναι πολιτικοί, ανατρεπτικοί. Αν ήσαν οικονομικοί θα εδέχοντο οι ιθύνοντες τας δύο εργατικάς ομοσπονδίας την λύσιν, την οποίαν η κυβέρνησις επέβαλε εις τους καπνεμπόρους, και η οποία όχι μόνον καθορίζει κατώτατον ημερομίσθιον 90 δραχμών, αλλά προβλέπει και περί μέσου ημερομισθίου 100 περίπου δραχμών… Η κυβέρνησις δε θα εμποδίση βεβαίως το δικαίωμα της απεργίας από εκείνους οι οποίοι το έχουν, αλλά δε θα επιτρέψη διατάρραξιν της τάξεως. Οσοι το επιχειρήσουν, θα συναντήσουν το κράτος του νόμου».
Το πόσο σεβόταν το δικαίωμα της απεργίας ο Μεταξάς αλλά και τι εσήμαινε το κράτος του νόμου, οι εργάτες της Θεσσαλονίκης το ένιωσαν στο πετσί τους εκείνες τις μέρες. Το διαπίστωσε επίσης ολόκληρος ο ελληνικός λαός λίγους μήνες αργότερα, όταν επιβλήθηκε το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου. 
Η υπόθεση του εργατικού ξεσηκωμού του Μάη 1936, έκλεισε τυπικά, για το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δυο χρόνια αργότερα, το 1938, στο δικαστήριο της Έδεσσας. Εκεί, όπου οι πέντε κατηγορούμενοι που είχαν παραπεμφθεί από το δικτατορικό καθεστώς Μεταξά ως «κύριοι υποκινητές των ταραχών», ο βουλευτής του «Παλλαϊκού Μετώπου» Μιχάλης Σινάκος και οι συνδικαλιστές Μελανιφίδης, Ασπρίδης, Κουκουρίδης και Ντάσια,  καταδικάστηκαν σε δυο χρόνια φυλάκιση, όσος ήταν και ο χρόνος της προφυλάκισής τους. Αντίθετα, οι δράστες των δολοφονιών των απεργών εργατών και κυρίως ο τότε διευθυντής της χωροφυλακής Θεσσαλονίκης Ντάκος, όχι μόνο έμειναν ατιμώρητοι, αλλά πήραν και προαγωγή από το φασιστικό καθεστώς Μεταξά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου