Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

Κύρκος Αικατερινάρης (καπετάν Λάμπρος): Μια ηρωϊκή μορφή

Ένας από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ που είχαν παρελάσει στη Θεσσαλονίκη, την άγια ημέρα της απελευθέρωσής της από τους χιτλερικούς, στις 30 Οκτωβρίου 1944, ήταν ο Χαλκιδικιώτης Κύρκος Αικατερινάρης, μία μορφή του αντιστασιακού κινήματος στη Μακεδονία, γνωστού στους συναγωνιστές του 31ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ  με το ψευδώνυμο "καπετάν Λάμπρος". Yπήρξε ένας από τους πρώτους αντάρτες στην Ελλάδα, με πλούσια δραστηριότητα, όπως ήταν του διοικητή της "Εθνικής Πολιτοφυλακής" και του πολιτικού διοικητή του Αγίου Όρους, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Χαλκιδική, την 1η Σεπτεμβρίου 1944.

Ο Κύρκος Αικατερινάρης, πριν ακόμη ιδρυθεί ο ΕΛΑΣ και οι άλλες αντιστασιακές οργανώσεις, μαζί με τους συμπατριώτες του Γιάννη Αργυρόπουλο και Μιλτιάδη Τάσιο, θείο του αείμνηστου σκηνοθέτη Παύλου Τάσιου, ανέβηκαν στα βουνά της Χαλκιδικής. Είχαν πάρει μαζί τους όπλα και πυρομαχικά, από εκείνα που είχαν φυλαγμένα οι Γερμανοί σε αποθήκη, έξω από το νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Είχαν προμηθευτεί τα κλειδιά του χώρου φύλαξής τους από τον Αλέκο Αικατερινάρη, θείο του πατέρα του και επόπτη του Δήμου Πολυγύρου.
Η πρώτη αντιστασιακή ομάδα στη Χαλκιδική
Την πρώτη αυτή αντιστασιακή ομάδα ονόμασαν Α.Χ. (Αντάρτες Χαλκιδικής). Οι Γερμανοί για να τους εξαναγκάσουν να παραιτηθούν, φυλάκισαν τις γυναίκες των δύο πρώτων, τη σύζυγο του Κ. Αικατερινάρη, Ουρανία Αικατερινάρη – Βερροιώτη, τη Γεωργία Αργυροπούλου – Θάνου, καθώς και την αδελφή του τρίτου Αννέτα. Οι τρεις τους με πολλούς άλλους Χαλκιδικιώτες, οργανώθηκαν στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ, στον οποίο ο νεαρός Κύρκος, που νωρίτερα είχε πολεμήσει στα αλβανικά βουνά για την απόκρουση της ιταλικής φασιστικής επίθεσης κατά της χώρας μας, πήρε το ψευδώνυμο "καπετάν Λάμπρος".
Στο τέλος της Γερμανικής Κατοχής, ο Κύρκος Αικατερινάρης έφτασε με τους συντρόφους του στη Θεσσαλονίκη, μια ημέρα πριν την απελευθέρωσή της κι αφού λίγο νωρίτερα πέρασαν από τον Χορτιάτη, όπου πρώτοι αντίκρισαν με φρίκη τα αποτελέσματα του ολοκαυτώματος της ιστορικής κωμόπολης, που προκάλεσαν οι Γερμανοί κατακτητές. Φιλοξενήθηκαν στην Άνω πόλη από οργανωμένους στην Αντίσταση και την επόμενη, 30 Οκτωβρίου του 1944, παρέλασαν στους δρόμους της πόλης με το 31 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ Χαλκιδικής, με το ΕΛΑΝ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και με όσους μετείχαν στην Αντίσταση. Τους ζητωκραύγαζαν από τα πεζοδρόμια χιλιάδες πολίτες, που έπαιρναν κι εκείνοι μέρος στο γιορτασμό της απελευθέρωσης, τους υποδέχονταν ως ήρωες, τους έπαιρναν στους ώμους τους και τους δαφνοστεφάνωναν.

Η... ανταμοιβή για την προσφορά στην πατρίδα
Κι ύστερα «εις ανταμοιβήν», όπως συχνά συμβαίνει στην ελληνική Ιστορία, άρχισαν οι περιπέτειες που τελειωμό δεν είχαν. Ακολούθησαν η αναγκαστική φυγή του, αμέσως μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945, η εγκατάσταση στο χωριό των πολιτικών προσφύγων Μπούλκες της τότε Γιουγκοσλαβίας, η κριτική του ίδιου και άλλων 95 καπετάνιων του ΕΛΑΣ για έλλειμμα δημοκρατίας και διαφθορά, με την ανοχή του υπεύθυνου της εκεί προσφυγικής Κοινότητας Μ. Πεχτασίδη (υπό την τότε κομματική καθοδήγηση των Γ. Ιωαννίδη και Π. Ρούσσου), η συνακόλουθη και κάτω από τραγικές συνθήκες απέλασή τους στην Ελλάδα την άνοιξη του 1946, η παράδοση στους διώκτες τους όσων μπόρεσαν να φθάσουν, οι φυλακίσεις.
Όπως αφηγείται ο γιός του, Γιάννης Αικατερινάρης, αρχιτέκτονας και πρώην πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (τμήμα Κ.Μ.): "Ήταν άνοιξη του 1941 όταν ο πατέρας μου Κύρκος γύρισε από το Αλβανικό Μέτωπο. Δεν πρόλαβε ωστόσο τη γέννησή μου, όπως συνέβη και με τη γέννηση του αδελφού μου αργότερα, αφού είχε βγει αντάρτης στα βουνά. Αν και προστάτης, ως μοναχοπαίδι και από μικρός ορφανός από πατέρα, αλλά και νιόπαντρος, αναχώρησε από τους πρώτους για το Μέτωπο και επέστρεψε από τους τελευταίους στρατιώτες, παρότι λίγο νωρίτερα είχε τραυματιστεί".
Παίρνοντας αφορμή από μια επίκαιρη φωτογραφία του 1941 κι ένα γράμμα του 1940, ο Γιάννης Αικατερινάρης αφηγείται για τον πατέρα του Κύρκο που υπήρξε απόγονος αγωνιστών του 1821 στη Χαλκιδική υπό τον Εμμανουήλ Παπά:
Υπόμνημα Κύρκου Αικατερινάρη στην επιτροπή έρευνας του ΟΗΕ

Η εξιστόρηση του Γιάννη Αικατερινάρη
"Σπάνια προστρέχω στο οικογενειακό αρχείο, που αναφέρεται στις δύσκολες δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Ίσως αυτή η αποστροφή μου φαίνεται να έχει ως βάση την αυτοπροστασία μου από τις σκληρές μνήμες των παιδικών μου χρόνων...
Μερικά ωστόσο έγγραφα και φωτογραφίες πάντα μου κέντριζαν  το ενδιαφέρον και επειδή φοβάμαι μήπως χαθούν, καταχωνιασμένα όπως είναι, έγραψα αυτό το σημείωμα... Οι μέρες, άλλωστε, το επιβάλουν, ασχέτως  αν τις σημαδεύει σήμερα μια ατμόσφαιρα παρελάσεων, εκφώνησης πανηγυρικών και δεξιώσεων, που δεν ξέρω πόσο συμβάλουν στην καταγραφή των πραγματικών ιστορικών γεγονότων και κατά πόσο συνταιριάζουν με το γενικότερο κλίμα της εποχής...
Καταθέτω αυτές τις γραπτές μαρτυρίες γιατί πιστεύω πως μόνο ανάλογες, μικρές έστω αλλά αληθινές ιστορίες, συμβάλουν ουσιαστικά στη συγγραφή της γενικής ιστορίας. 
Το πρώτο από τα ερεθίσματα αυτά ήταν μια επιχρωματισμένη φωτογραφία, όπως ίσως πολλές άλλες της εποχής. Για μένα όμως αυτή λειτούργησε διαφορετικά, καθώς απεικόνιζε τρεις Χαλκιδικιώτες φαντάρους στην Αλβανία, στην πρώτη γραμμή του ελληνοϊταλικού μετώπου. Στη μέση ήταν ο πατέρας μου Κύρκος.
Είχε ημερομηνία Φεβρουάριος του 1941. Σ’ ένα μήνα γεννήθηκα, σκέφθηκα, χωρίς ο πατέρας μου να έχει επιστρέψει από το μέτωπο... Το ίδιο συνέβη ύστερα από τρία χρόνια, την ίδια εποχή, όταν γεννήθηκε ο αδελφός μου Νίκος. Και πάλι δεν παρέστη στην γέννηση και του δεύτερου παιδιού του... Αυτή τη φορά είχε βγει με συντρόφους του στο βουνό, για να πάρει μέρος στην Αντίσταση κατά των κατακτητών...
Το δεύτερο ερέθισμα για να γράψω αυτό το σημείωμα ήταν ένα απλό γράμμα εκείνης της εποχής με αποδέκτη την μάνα μου Ουρανία.  Μήνες πριν την υπογραφή της ανακωχής με τους Γερμανούς, την 20η Απριλίου 1941, Κυριακή του Πάσχα, ο πατέρας μου έστελνε γράμματα από την Αλβανία χωρίς η μάνα μου να τα παραλαμβάνει.
Ένα ωστόσο απ’ αυτά, με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1940 και με τόπο αποστολής «κάπου εδώ προς τα Τύρανα», έφτασε στον προορισμό του και σώθηκε στο οικογενειακό αρχείο. Ο πατέρας μου έδινε σ’ αυτό οδηγίες για την καλλιέργεια των κτημάτων που είχε εγκαταλείψει, όταν έφυγε ξαφνικά για το μέτωπο:  «...Να μου γράψητε εάν σπείρατε τα κριθάρια στο Λουζίκι (σ.σ. Καλογερικό μετόχι) και εάν ο Αντώνης Μουταφτσής άρχισε να κλαδεύη τα αμπέλια, καθώς και για τις ελιές ...»...
 Ακολούθησε η Κατοχή και η συμμετοχή του, ως καπετάν Λάμπρου, στην αντίσταση κατά των κατακτητών, ο αναγκαστικός εκπατρισμός του μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας, η παράδοσή του από το Μπούλκες της Γιουγκουσλαβίας (χωριό Ελλήνων πολιτικών προσφύγων) στο τότε  ελληνικό καθεστώς,  μαζί με άλλους 94 καπεταναίους του ΕΛΑΣ  που διαφώνησαν με την «γραμμή» Ζαχαριάδη, οι διώξεις, τα στρατοδικεία, οι αθωωτικές αποφάσεις...
Αλλά και πάλι άρχισαν από την αρχή οι φυλακίσεις και ο εκτοπισμός του ίδιου και της μάνας μας, η κατάθεσή του σε Επιτροπή του ΟΗΕ για το κατά πόσο βοηθούσαν ή όχι οι όμορες σοσιαλιστικές χώρες το δημοκρατικό στρατό και όλες οι μετέπειτα οικογενειακές περιπέτειες, μέχρι και την τελευταία δικτατορία, με ανάλογες περιπέτειες...
Πολλά απ’ όλα αυτά αποτυπώνονται σε μια σελίδα ενός δημόσιου εγγράφου του 1948, καταδικαστικού υποτίθεται,  εις βάρος του πατέρα μου όπως και πολλών άλλων που πήραν μέρος στην Αντίσταση... Διαβάζοντάς το κανείς προσεκτικά και χωρίς να προστρέξει σε πολλά άλλα σχετικά, μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του για τα όσα διαδραματίζονταν  στη σκληρή εκείνη περίοδο του εμφυλίου πολέμου.... 
Όμως, πιστεύω, πως η ζωή είναι μια διαρκής πάλη, που πριν απ’ όλα την οφείλουμε στις επόμενες γενιές, για να τις εξασφαλίσουμε ένα απόθεμα Πολιτισμού και ουσιαστικές δημοκρατικές συνθήκες ζωής. Όχι απ’ αυτές που διακηρύττουν στα μπαλκόνια, αλλά από αυτές που κατακτώνται με την συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες!
Η ανταμοιβή για την πατριωτική του δράση: Εκτόπιση !

Ποιός ήταν ο Κύρκος Αικατερινάρης
Γεννήθηκε στον Πολύγυρο το 1906. Πατέρας του ήταν ο Γιαννάκης Κύρκου Αικατερινάρης και μητέρα του η Μαριγώ, το γένος Νικολάου Πετρουλά.  Ήταν απόγονος της οικογένειας των Παπαγιαννάκηδων, περισσότερο γνωστής (εκ παραδρομής) με το όνομα «Παπαγιωργάκη» από τη συμμετοχή και τα θύματά της στους απελευθερωτικούς αγώνες της Χαλκιδικής, το 1821, το 1854 και το 1912.
Παππούς του ήταν ο Κύρκος, γιος του Γιαννάκη Αικατερινάρη εκτελεσθέντα στον Πολύγυρο από τους Τούρκους, κατά το δεύτερο κίνημα της Χαλκιδικής το 1854 και εγγονός του Κύρκου Παπαγιανάκη («Παπαγιωργάκη») – Αικατερινάρη, επίσης εκτελεσθέντα στις 17 Μαΐου του 1821, κατά την επανάσταση της Χαλκιδικής.
Μετά το θάνατο του έμπορου πατέρα του, σε βιομηχανικό ατύχημα στη Βοστώνη των ΗΠΑ και αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο στον Πολύγυρο, η μητέρα του τον έστειλε για σπουδές στην «Εμπορική σχολή Κωνσταντινίδη» στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ένας από τους πρώτους Χαλκιδικώτες που πολύ νωρίς μυήθηκαν στα καινούργια ιδεολογικά ρεύματα.
Κατά τον μεσοπόλεμο εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος Πολυγύρου. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου βρέθηκε στις πρώτες γραμμές του μετώπου στην Αλβανία. Η γέννηση του πρωτότοκου γιου του Γιάννη, το Μάρτιο του 1941, τον βρήκε τραυματία σε στρατιωτικό νοσοκομείο.
Αρχές ακόμη του 1943, με  τους συμπατριώτες του Γιάννη Αργυρόπουλο (Γιάνναλη) και Μιλτιάδη Τάσιο βγήκε στην αντίσταση εναντίον των Γερμανοβουλγάρων. Αργότερα με το ψευδώνυμο καπετάν Λάμπρος και με εντολή του ΕΛΑΣ, ήρθε σε συνεννόηση με τον Χριστοδούλου, Έλληνα εκ Βουλγαρίας και διερμηνέα της γερμανικής διοίκησης Χαλκιδικής, που διεμήνυσε κρυφά τη συμπάθεια και το ενδιαφέρον του για συνεργασία με το αντιστασιακό κίνημα.  Η ανακάλυψη από τους Γερμανούς του ρόλου του Χριστοδούλου, ως υπευθύνου της κατάδοσης των κινήσεων και των αποφάσεών τους, ήταν η αιτία της εκτέλεσής του από τους Γερμανούς. Για τις υπηρεσίες του στον απελευθερωτικό αγώνα και τη γενναιότητα που τον οδήγησαν στο θάνατο, ποτέ δεν τιμήθηκε". 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου