Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Το Γεντί Κουλέ του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Χρόνη Μίσσιου

Και μία μαρτυρία του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (στο κέντρο) με συγκρατουμένους του στο Γεντί Κουλέ
Του Σπύρου Κουζινόπουλου

Το Γεντί Κουλέ, όπως και οι άλλες ελληνικές φυλακές την περίοδο του Εμφυλίου και λίγο μετά το τέλος του, είχε μετατραπεί σε φυλακή μελλοθανάτων. Όπως ο χασάπης μπαίνει κάθε μέρα στο κοπάδι και παίρνει τα σφάγια για το σφαγείο, έτσι και στη φυλακή καθημερινά οδηγούνταν οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης στο εκτελεστικό απόσπασμα. 

Στο βιβλίο μου «Γεντί Κουλέ, η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ιανός» περιγράφονται οι εφιαλτικές στιγμές που ζούσαν οι καταδικασμένοι σε θάνατο πολιτικοί κρατούμενοι τις τελευταίες ώρες πριν στηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα μέσα από τις αφηγήσεις θανατοποινιτών που έγιναν αργότερα πολύ γνωστοί, όπως ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης και ο συγγραφέας Χρόνης Μίσιος, αλλά επίσης και από την εμπειρία του Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Στην περίοδο των εκτελέσεων, οι μελλοθάνατοι ζούσαν καθημερινά με την αγωνία. Όταν βράδιαζε, ο καθένας δεν ήξερε αν θα ζούσε την επόμενη το πρωί για να δει τον ήλιο ή ύστερα από μερικές ώρες θα τον οδηγούσαν στο κελί του μελλοθανάτου για να τον πάρουν τη χαραυγή για εκτέλεση. Όλοι εκτελούνταν μία φορά, οι μελλοθάνατοι εκτελούνταν σχεδόν κάθε βράδυ, γιατί κάθε βράδυ υπήρχε η αγωνία ποιους θα πάρουν το επόμενο ξημέρωμα για εκτέλεση, καθώς ο κάθε θανατοποινίτης αγωνιούσε κάθε βράδυ εάν ήρθε η σειρά του ή όχι.


Το βαρύ κλίμα που βίωναν οι έγκλειστοι μελλοθάνατοι το απέδωσε με την πένα του ο καταδικασμένος σε θάνατο Χρόνης Μίσσιος που τελικά γλύτωσε την εκτέλεση: “Όταν, που λες, ήμασταν μελλοθάνατοι στα μπουντρούμια του Γεντί Κουλέ, είχαμε κανονίσει κάθε βράδυ, πριν μας κλείσουν το φινιστρίνι, να βγαίνει ένας από κάθε κελί στο παραθυράκι της πόρτας και να λέει μια ιστορία ή ένα παραμύθι για να περνάει η ώρα. Η νύχτα είναι η πιο δύσκολη ώρα για τον μελλοθάνατο, γιατί είναι ο προθάλαμος της αυγής, η ώρα της επικείμενης εκτέλεσης”. Και λίγο παρακάτω σημείωνε: “Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς τον θάνατο”.


Μανόλης Αναγνωστάκης και Γεντί Κουλέ

Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης που για την αντιστασιακή του δράση στην ΕΠΟΝ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και την έκδοση του αντιστασιακού λογοτεχνικού περιοδικού Ξεκίνημα φυλακίστηκε στα χρόνια του Εμφυλίου στο Επταπύργιο και μάλιστα ως  μελλοθάνατος, περιέγραψε σε μερικά από τα ποιήματά του την αγωνία των φυλακισμένων στο Γεντί Κουλέ τα μαύρα εκείνα πρωινά που γίνονταν εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων:

ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ‘68-‘69

Όταν ήμουνα με τυφοειδή πυρετό στο Αναρρωτήριο, κάθε πρωί στις πέντε περνούσαν κάτω από το παράθυρο οι φάλαγγες των μελλοθάνατων  κι εμείς στα κρεβάτια μας  ακούγαμε τα τραγούδια, τις ζητωκραυγές, τις βλαστήμιες.

Εκείνο το πρωί νόμισα πως ξεχώρισα τη φωνή του Φαρμάκη, έναν τόνο πιο πάνω από τις άλλες, ύστερα κατάλαβα πως ήτανε για μένα τον άρρωστο, ένα τελευταίο μήνυμα, ο αποχαιρετισμός.

ΤΟ ΠΡΩΙ...

Το πρωί

Στις 5

Ο ξηρός

Μεταλλικός ήχος

Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια

Που θρυμματίζουν τις πόρτες του ύπνου.

Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής

Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες

Και το τελευταίο σου γράμμα

Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής

Σαν του μικρού παραμυθιού το δίχτυ

Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές

Του πρωϊνού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

 

Η σιδηρόφρακτη πόρτα της απομόνωσης. Από
εκεί οι μελλοθάνατοι οδηγούνταν για εκτέλεση
Συγκατηγορούμενος στην ίδια δίκη για την υπόθεση των 69 μελών και στελεχών της «παράνομης» ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης, ήταν μαζί με τον φοιτητή της Ιατρικής Σχολής Μανόλη Αναγνωστάκη και ο φοιτητής  της Νομικής Σχολής Γιώργος Αποστολίδης. Και οι δύο συγκαταλέγονταν στους εννέα ΕΠΟΝίτες που το Έκτακτο Στρατοδικείο τους είχε καταδικάσει σε θάνατο. Από μία σύμπτωση, βρέθηκαν στον ίδιο θάλαμο των φυλακών, στην Αχτίνα Ι-2 όπου έμειναν περισσότερο από έναν χρόνο. Μέχρι τη μέρα που πληροφορήθηκαν ότι το Συμβούλιο Χαρίτων είχε μετατρέψει την ποινή τους σε ισόβια. Ύστερα από την εξέλιξη αυτή, ολόκληρο σχεδόν το έτος 1950 και μέχρι που αποφυλακίστηκαν, το 1951, έμεναν κρατούμενοι στο λεγόμενο «Αναρρωτήριο», έναν θάλαμο που ήταν έξω από τα τείχη του Επταπυργίου.

Ο Ντ. Χριστιανόπουλος για τον μελλοθάνατο Αναγνωστάκη

Με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, αν και κρατούμενο στο Επταπύργιο, μετά την καταδίκη του σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, είχε πάρει επαφή και ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουυλος. Πως; Μέσω της αδελφής του Λούλας Αναγνωστάκη είχαν ανταλλάξει αρκετά μηνύματα. Και μάλιστα, σε κάποιο επισκεπτήριο στο Γεντί Κουλέ η Λούλα είχε καταφέρει να δώσει στον Μ.Αναγνωστάκη την πρώτη ποιητική συλλογή του Χριστιανόπουλου «Εποχή των ισχνών αγελάδων». Όπως περιέγραψε ο τελευταίος, αυτή η παράνομη «επαφή» με τον Αναγνωστάκη εκείνη την εξαιρετικά δύσκολη εποχή του Εμφυλίου ήταν πολύ επικίνδυνη, πολύ περισσότερο που η λογοκρισία ήταν άγρια για τους πολιτικούς κρατούμενους.  «Ευτυχώς η Λούλα τα κατάφερε μια χαρά, προφανώς λαδώνοντας κάποιους», είχε εξιστορήσει ο Ντ. Χριστιανόπουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.