Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Σταύρος Κιρμάνης, ο «Γουλιέλμος Τέλλος της Μηχανιώνας»

Οικογένεια της παλιάς Μηχανιώνας (1890)
του Σπύρου Κουζινόπουλου
Στα όρια του θρύλου, είχε αναχθεί στην παλιά Μηχανιώνα και γενικότερα στη χερσόνησο της Κυζίκου, η δράση του Μηχανιώτη λησταντάρτη οπλαρχηγού, Σταύρου Κιρμάνη και των παληκαριών του, οι οποίοι χτυπούσαν τους Τούρκους της περιοχής που καταπίεζαν και λήστευαν  Έλληνες της Μικράς Ασίας. Ενώ ήταν τόσο δεινός σκοπευτής, ώστε να τον αποκαλούν ως τον «Γουλιέλμο Τέλλο της Μηχανιώνας».

Η ιστορία, εκτυλίσσεται κατά τον 18ο αιώνα, όταν ο Κιρμάνης που είχε κληθεί να υπηρετήσει στον τουρκικό στρατό, κηρύχθηκε λιποτάκτης, παρότι είχε μεταβεί στο σπίτι του, στη Μηχανιώνα με αναρρωτική άδεια. Οι χριστιανοί στρατιώτες της τουρκικής επικράτειας που κατατάσσονταν στον τουρκικό στρατό, δεν εντάσσονταν στα κανονικά στρατιωτικά τμήματα, αλλά σε τάγματα αγγαρείας, όπου οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες, η πείνα μεγάλη και ο χορηγούμενος ιματισμός ελάχιστος με συνέπεια πολλοί από αυτούς να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν χωρίς καμία περίθαλψη.

 Όταν οι τουρκικές αρχές άρχισαν να τον αναζητούν για να τον συλλάβουν και να τον τιμωρήσουν ως λιποτάκτη, τότε ο Κιρμάνης κατέφυγε στις δασωμένες περιοχές της μικρασιατικής ακτής του Καρά-Νταγ, που βρισκόταν απέναντι από τη Μηχανιώνα και τις οποίες ήξερε πολύ καλά, καθώς είχε περάσει εκεί αρκετά χρόνια βοηθώντας τον πατέρα του που ήταν «ταχτατζής», δηλαδή ξυλοκόπος που κατασκεύαζε σανίδες (πέταυρα).
Οικογενειακή φωτογραφία (1905)
Όταν ένα τμήμα ανδρών της χωροφυλακής τον καταδίωξε, ο νεαρός Σταύρος, που σύμφωνα με τις περιγραφές της εποχής είχε «ρωμαλέαν την φυσικήν κατασκευήν και την σκληραγωγίαν του σώματος», ως άριστος σκοπευτής που ήταν, τους πυροβόλησε και τους σκότωσε όλους, παίρνοντας και τον οπλισμό του. Η φήμη για τις ικανότητες και την ανδρεία του, σκόρπισε γρήγορα σε όλη την περιοχή και πολλοί φυγόστρατοι νέοι της Κυζίκου και του Καρά-Νταγ εντάχθηκαν στην ομάδα του.

Γρήγορα, το ληστανταρτικό τμήμα του Κιρμάνη αποτελέστηκε από δεκάδες άνδρες της περιοχής, κυρίως Έλληνες, που έμπαιναν στα χωριά και εκτός από τα ζώα που άρπαζαν από τα ποιμνιοστάσια για τη διατροφή τους, χτυπούσαν και όσους είχαν αδικήσει και ληστέψει τους Χριστιανούς της περιοχής. 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μηχανιώτη καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαργαρίτη Ευαγγελίδη, ο Κιρμάνης «περιερχόμενος τα χωρία και τας κωμοπόλεις,  εχαιρετίζετο ως εκδικητής των δεινών, όσα έπασχον υπό των Τούρκων, τους ηνάγκαζε να αποδώσωσιν εις τους Χριστιανούς όσα διήρπασαν. Ετιμώρει δε τα τουρκικάς αρχάς ού μόνον καταλύων αυτάς, αλλά και ανταποδίδων τας σκληρότητας ας εκείνοι εξήσκουν επί τους Χριστιανούς».

Η γενναιότητα του Μηχανιώτη λησταντάρτη, έγινε γνωστή σε όλη τη Μικρά Ασία, καθώς στις μάχες που έδινε με τουρκικά στρατιωτικά και αστυνομικά τμήματα, πάντα έβγαινε νικητής. Με σημαντικότερη αυτή που έγινε στον ισθμό της  Κυζίκου, κατά την οποία από το πολυάριθμο στράτευμα που αντιμετώπισε «πολλούς εφόνευσε και επλήγωσεν, οι δε λοιποί ετράπησαν εις φυγήν». Ενώ οι διώκτες του υπέστησαν και μια άλλη μεγάλη πανωλεθρία σε μάχη που δόθηκε κοντά στο χωριό Λαγκάδα, βόρεια της Κυζίκου.


Μαργαρίτης Ευαγγελίδης
Η φήμη του ατρόμητου Σταύρου Κιρμάνη, συνοδεύονταν και από τις περιγραφές για τις σκοπευτικές του ικανότητες. Σύμφωνα πάντα με τον Ευαγγελίδη «Ήτο τόσον δεξιός σκοπευτής, ώστε ηνάγκαζε τας γυναίκας να σταθώσιν απέναντι αυτού, ίνα σκοπεύσας κτυπήση το ενώτιον, χωρίς να βλάψη άλλο μέρος του σώματος των. Και άλλων πάλιν έθετεν επί της κορυφής ποτήριον και η σφαίρα προσέβαλε το ποτήριον μόνον, χωρίς να θίξη την κεφαλήν. Ο Κιρμάνης εμφανίζετο ως άλλος Τέλλος».

Η δράση του Μηχανιώτη οπλαρχηγού ανακόπηκε βίαια, όταν πηγαίνοντας από την Κύζικο στην περιοχή του Μαρμαρά για να τιμωρήσει Τούρκους που είχαν κακοποιήσει Χριστιανούς, σκοτώθηκε από τα βόλια που έριξαν εναντίον του στρατιωτικά τμήματα από τουρκικό σπίτι στο οποίο κρύβονταν.

Τα κατορθώματα του Σταύρου Κιρμάνη εξυμνήθηκαν από τη δημώδη ποίηση και έγιναν τραγούδι που άδονταν από τους νέους και της νέες της περιοχής της χερσονήσου της Κυζίκου. Είναι χαρακτηριστικό ένα άσμα από 367 στίχους, που είχε συνθέσει ο Αθανάσιος Βάϊας από την Πέραμο και το οποίο εξυμνούσε τη δράση του υπέρ των φτωχών και κατατρεγμένων Ελλήνων της Μικράς Ασίας
                        
                         Ζήτω ο Κιρμάνης, βρε παιδιά, ζήτω τα παλληκάρια
                        Άμα ακούσουν την Τουρκιά, τρέχουν σαν λιοντάρια.
                        Να ζήσει το Καράδαγι με την ανεξαρτησία,
                        Που τα χωριά του γέμισαν όλο καβαλαρία.


Με στοιχεία από το βιβλίο του Μαργαρίτη Ευαγγελίδη: Η Μηχανιώνα της Κυζίκου-Ιστορία και παράδοσις». Αθήνα 2005, Εταιρεία Μελέτης της καθ΄ημάς Ανατολής, σσ.216-227 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου