Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Έξι χρόνια χωρίς τον Τάκη Βαρβιτσιώτη

του Σπύρου Κουζινόπουλου
Συμπληρώνονται σε λίγο, την 1η Φεβρουαρίου, έξι χρόνια από την απώλεια του Τάκη Βαρβιτσιώτη (1916-2011), ενός από τους  τελευταίους μεγάλους ποιητές της Θεσσαλονίκης, που υπήρξε για εμάς όχι μόνο καλός φίλος και δάσκαλος, αλλά και σύντροφος στους δύσκολους καιρούς της δικτατορίας.

Τον ποιητή για τον οποίο, όπως έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης, ήταν «βαθύς γνώστης της λυρικής τέχνης[...], ποιητής Ευρωπαίος, που του αξίζει ο έπαινος όχι μόνο της ιδιαίτερης του πατρίδας αλλά των καλλιεργημένων ανθρώπων όλου του κόσμου»
Τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, είχαμε τη μεγάλη εύνοια της τύχης να τον γνωρίσουμε γύρω στα 1972 και από το 1975 και για αρκετά χρόνια μετέπειτα, τον συναντούσαμε σχεδόν καθημερινά, όταν τα γραφεία του «Ριζοσπάστη» στη Θεσσαλονίκη είχαν εγκατασταθεί στο νεοκλασικό «Μέγαρο Βαρβιτσιώτη», στην Εγνατία οδό.

Βαρβιτσιώτης και Ελυάρ
Και ο σεβάσμιος ποιητής, παρά τη διαφορά ηλικίας, μας χάριζε απλόχερα τη φιλία του και στέκονταν όλα αυτά τα χρόνια, ακόμη και μετά που εγκαταλείψαμε το κτήριο του, πάντα δίπλα μας. Με τον καλό του λόγο, τις συμβουλές και κυρίως την τεράστια πείρα του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον βλέπαμε να ξεπροβάλει στην είσοδο του γραφείου μας, συγκρατώντας τα χαρακτηριστικά μυωπικά του γυαλιά και να έχει έτοιμες, με πατρικό πάντα τρόπο, συμβουλές, παρατηρήσεις και υποδείξεις για κάποιο άρθρο, ρεπορτάζ η έρευνά μας. Κι ακόμη δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας που δεν τον πιέσαμε όσο έπρεπε ώστε να υλοποιηθεί μία συνέντευξη που για καιρό συζητούσαμε, σχετικά με την επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη, το Μάϊο του 1944, του μεγάλου Γάλλου ποιητή Πωλ Ελυάρ. Και ο Βαρβιτσιώτης, που μετείχε στην επιτροπή υποδοχής, μαζί με τον καθηγητή Γιάννη Ιμβριώτη, τους ποιητές Γιώργο Βαφόπουλο και Γιώργο Θέμελη αλλά και τον στρατηγό Καλλιδόπουλο, που ως πρόεδρος τότε του Ελληνογαλλικού συνδέσμου Θεσσαλονίκης, τον φιλοξένησε σπίτι του, είχε πολλά να μας εξιστορήσει. Δυστυχώς μας πρόλαβε ο θάνατός του.

Ποιος ήταν
Ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1916, σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος. Την πρώτη του ποιητική εμφάνιση την έκανε σε ηλικία είκοσι ενός ετών στο πρωτοποριακό περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες», με την εκδοτική ομάδα του οποίου συνδέθηκε στενά. Έκτοτε, αφιερώθηκε στην ποίηση με πάθος και συνέπεια.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Φύλλα ύπνου (1949), Επιτάφιος (1951),  Χειμερινό ηλιοστάσιο (1955), Το ξύλινο άλογο (1955), Αλφαβητάριο (1955), Η γέννηση των πηγών (1959), Το πέπλο και το χαμόγελο (1963), Η μεταμόρφωση (1971), Η φθινοπωρινή σουίτα και άλλα ποιήματα (1975), Ταπεινός αίνος προς την Παρθένο Μαρία (1977), Η Άννα της απουσίας (1979), Ενωμένα χέρια (1980), Καλειδοσκόπιο (1983), Η ατραπός (1984), Fragmenta, ή Η βλάστηση των ορυκτών (1985), Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, μαζί με το Δοξαστικό της ελευθερίας (1986), Ακόμα ένα καλοκαίρι (1987), Φαέθων (1992), Η θαυμαστή αλιεία (1993), Νήματα της Παρθένου (1997), Άρωμα ενός κομήτη (1997), Όχι πια δάκρυα (1998), Τα δώρα των Μάγων (1999), Άτριον (2000), Όμως το χιόνι πάντα μένει (2002), Μικρά ερωτικά εγκώμια (2002) και τις συγκεντρωτικές εκδόσεις Σύνοψη Α΄ (1941-1957) (1980), Σύνοψη Β΄ (1958-1972) (1981), Σύνοψη Γ΄ (1973-1979) (1988) και Ποιήματα, 1941-2002 (2003) όπου δημοσίευσε το σύνολο του ποιητικού του έργου.
Παρ’ ότι διένυε την ένατη δεκαετία του, ξεγελούσε με το παρουσιαστικό του, καλοστεκούμενος, ευγενής, αριστοκρατικός, και υπηρετούσε την ποίηση με αφοσίωση που εντυπωσίαζε όσους τον άκουγαν, σε εκδηλώσεις στην πόλη, να απαγγέλλει ποιήματά του. Κάποια ανέκδοτα ποιήματά του εκδόθηκαν σε μια τελευταία συλλογή, τα Υδατόσημα (Μπίμπης Στερέωμα, 2010).
Για τους νεότερους αποτελούσε σημείο αναφοράς, τον σέβονταν, ήταν ο τελευταίος εναπομείνας ποιητής της παλιάς λογοτεχνικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης, ο συνεργάτης των θρυλικών «Μακεδονικών Ημερών», του «Κοχλία» και των «Μορφών».
Η ποίησή του λυρική, ενορατική, μυστικιστική, πατά στα βήματα του νεοσυμβολισμού, με επιρροές και από τους υπερρεαλιστές Πωλ Ελυάρ και Ρεβερντύ.
Δοκιμιογράφος και μεταφραστής επιπλέον, άφησε πολλές μεταφράσεις, κυρίως γάλλων, ισπανών και λατινοαμερικανών ποιητών, μεταξύ των οποίων οι Μποντλέρ, Λόρκα, Απολλιναίρ, Μαλαρμέ, Νερούδα, Ελυάρ.
Ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και ο ποιητής με τα πολλά βραβεία: το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών, το Βραβείο Ουράνη, το Παγκόσμιο Βραβείο Ποίησης Φερνάντο Ριέλο ήταν κάποια από τα πολλά. Τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη του Γαλλικού Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών και το ευρωπαϊκό Βραβείο Χέρντερ, εκλέχθηκε μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Μιχαήλ Εμινέσκου στη Ρουμανία και του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
«Είναι καιρός να καλλιεργηθεί η ιδέα ότι η ποίηση –όπως και η τέχνη γενικότερα– είναι ένας σταυρός μαρτυρίου, που τον σηκώνουν μοναχά άνθρωποι σημαδεμένοι από τη μοίρα, μία νόσος εκ γενετής. Με δύο λόγια δημοκρατία, σοσιαλισμός, χριστιανισμός είναι το τρίπτυχο που αντιπροσωπεύει και συμπυκνώνει την πνευματική μου υπόσταση», έλεγε ο Τάκης Βαρβιτσιώτης σε συνέντευξή του με αφορμή την απονομή του βαλκανικού βραβείου «Αίμος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου