Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2020

67 χρόνια από τη Συμφωνία του Λονδίνου: Από την αδράνεια στη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών

του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη*
Στις 27 Φεβρουαρίου συμπληρώθηκαν 67 χρόνια από τη Συμφωνία του Λονδίνου για τα Γερμανικά Εξωτερικά Χρέη το 1953, οπότε, με πρωτοβουλία των ΗΠΑ, οι πιστωτές της Γερμανίας συγκεντρώθηκαν στο Λονδίνο για να διευθετήσουν το χρέος της Ο.Δ. της Γερμανίας. Το γερμανικό χρέος (προπολεμικό και μεταπολεμικό) ανερχόταν σε 32 δις μάρκα, χωρίς να υπολογίζονται οι πολεμικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις. Στους πιστωτές περιλαμβάνονταν χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, το Ιράν, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελβετία, η Γιουγκοσλαβία, η Νότιος Αφρική και η Ελλάδα. Η ΕΣΣΔ και οι χώρες της Αν. Ευρώπης δεν συμμετείχαν στις εξάμηνες, περίπου, διαπραγματεύσεις.

Στις 8 Αυγούστου 1953 υπεγράφη η συμφωνία που προέβλεπε «κούρεμα» κατά 60% και αποπληρωμή των χρεών με μάρκα σε 30 χρόνια, εφόσον η Δ. Γερμανία θα είχε εμπορικό πλεόνασμα και η εξυπηρέτηση του χρέους της δεν θα ξεπερνούσε το 3% των εσόδων της από το εξαγωγικό εμπόριο. Η συμφωνία, που υπέγραψε και ο πρέσβης μας στο Λονδίνο Λέων Β. Μελάς, κυρώθηκε από τη Βουλή με το νόμο 3480/56 (ΦΕΚ 6/7.1.1956). 
Το «κούρεμα» του γερμανικού χρέους το 1953 χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα από μη κυβερνητικές οργανώσεις (ATTAC κ.ά.) που διεκδικούσαν τη διαγραφή του χρέους των υπερχρεωμένων χωρών του Τρίτου Κόσμου. Την εφαρμογή της «γερμανικής λύσης» και για το ελληνικό χρέος ζήτησε ο Αλέξης Τσίπρας, ήδη κατά την επίσκεψή του στο Ευρωκοινοβούλιο στις 27 /9/ 2012.
Το «κούρεμα» του γερμανικού χρέους, μαζί με το σχέδιο Μάρσαλ, βοήθησαν καθοριστικά στην οικονομική «απογείωση» της Δ. Γερμανίας. Η τελευταία δόση για την αποπληρωμή του χρέους καταβλήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2010, όταν ήδη η Ελλάδα βρισκόταν στη μέγγενη του πρώτου μνημονίου.
Με τη συμφωνία του 1953 η ΟΔΓ αναγνώρισε δεσμευτικά την Ελλάδα ως κράτος δανειστή για απαιτήσεις από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (άρθρο 3 b). Επίσης ότι τα έξοδα κατοχής συγκαταλέγονται στις απαιτήσεις των κρατών - δανειστών για επανορθώσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (άρθρο 5 παρ.2). Σύμφωνα με τον επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας, Hermann Josef Abs, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, η ΟΔΓ δήλωσε ότι δεν ήταν διατεθειμένη στο μέλλον να καταβάλει ξανά αποζημιώσεις. Ζήτησε μάλιστα και έλαβε κατηγορηματική διαβεβαίωση από τα 19 κράτη που είχαν λάβει μέρος στη Συνθήκη του Παρισιού το 1946 ότι δεν θα εγείρουν απαιτήσεις για επανορθώσεις ζημιών που προξένησε το Γ΄ Ράιχ. 
«Την αξίωση αυτή τη στήριζαν οι Γερμανοί στο γεγονός ότι οι 19 αυτές χώρες είχαν αποζημιωθεί ήδη από την κατάσχεση της γερμανικής περιουσίας στο εξωτερικό και από την αποσυναρμολόγηση της γερμανικής βιομηχανίας. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε σήμερα κατά πόσο αληθεύει η αναφορά αυτή του τραπεζίτη, γιατί δεν είναι καταγραμμένη σε κανένα σημείο της συνθήκης».(1)
Τόσο στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων όσο και με βάση τις διατάξεις της Συμφωνίας (άρθρο 8), απαγορεύτηκε στη Γερμανία να προβαίνει διμερώς σε πληρωμές επανορθώσεων από τους παγκόσμιους πολέμους, για όσο χρόνο διενεργούσε εξοφλήσεις χρεών πριν και μετά τη γερμανική ενοποίηση. Η ίδια απαγόρευση - όσον αφορά την είσπραξη χρημάτων για επανορθώσεις από τους πολέμους - τέθηκε και για τα συμβαλλόμενα κράτη – δανειστές, όπως η Ελλάδα.
Ύστερα από αμερικανική έγκριση(2), η ΟΔΓ μπορούσε να συνάπτει διμερείς συνθήκες - για όσο διάστημα εξοφλούσε χρέη - μόνον σε περιπτώσεις, όπου το αντισυμβαλλόμενο κράτος - δανειστής παραιτούνταν από τις απαιτήσεις του για επανορθώσεις δίχως χρηματικό αντάλλαγμα! Λ.χ. οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία και Γαλλία παραιτήθηκαν από τις απαιτήσεις τους για επανορθώσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δίχως χρηματικό αντάλλαγμα, στο πλαίσιο της από 12.09.1990 «2+4 Συνθήκης» για την ενοποίηση της Γερμανίας. Η Ελληνική Δημοκρατία «έλαβε γνώση του ανωτέρω γεγονότος με μεγάλη ικανοποίηση», υπογράφοντας τη Χάρτα του Παρισιού στις 21.11.1990.
Υπό την πίεση 11 δυτικοευρωπαϊκών κρατών (3) – ανάμεσά τους και η Ελλάδα- και με πρωτοβουλία της Ολλανδίας, που δεν είχε υπογράψει αρχικά τη συμφωνία, αλλά προσχώρησε αργότερα σ’ αυτήν, ο κανόνας της Συμφωνίας του Λονδίνου περί μη πληρωμής επανορθώσεων μέσω διμερών συνθηκών για όσο διάστημα διενεργούνται πληρωμές για την εξόφληση χρεών, κάμφθηκε αποκλειστικά και μόνον στις περιπτώσεις ικανοποίησης ιδιωτικών απαιτήσεων για αποζημιώσεις εξαιτίας θανάτου, βλάβης της υγείας και στέρησης της ελευθερίας λόγω εθνικοσοσιαλιστικών διώξεων - όπως λ.χ. με την από 18 Μαρτίου 1960 Συνθήκη μεταξύ ΟΔΓ και Ελλάδας.
Με τη Συμφωνία του Λονδίνου το 1953 δεν υπήρξε «σεισάχθεια» για τις γερμανικές οφειλές, αλλά τέθηκαν σε «αδράνεια», εωσότου η Γερμανία υπογράψει, σύμφωνα με το Δίκαιο του Πολέμου, συνθήκη ειρήνης με τους νικητές της. Η «Συμφωνία 2+4» επέχει, κατά το Διεθνές Δίκαιο, de facto τη θέση συμφώνου ειρήνης στο πνεύμα της Συμφωνίας του 1953.
Επομένως, εφόσον στις 03.10.2010 η ενιαία πλέον Γερμανία εξόφλησε τα χρέη της, στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Λονδίνου το 1953, όχι μόνο δεν υφίσταται πλέον καμιά υποχρέωση να αναβληθεί η διεκδίκηση από τη χώρα μας των γερμανικών κατοχικών οφειλών, αλλά, αντίθετα, κατέστη ληξιπρόθεσμη η υποχρέωση εξέτασης των απαιτήσεων για επανορθώσεις στο πλαίσιο της τελικής και καθολικής ρύθμισής τους-σύμφωνα και με την από 17-4-2019 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής και την από την 4-6-2019 Ρηματική Διακοίνωση της ελληνικής προς τη γερμανική κυβέρνηση.
__________________
(1) Ανδρέας Στεργίου, Το Ζήτημα των Επανορθώσεων και οι ελληνογερμανικές σχέσεις, στο Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών. Τεύχος 42, 2005.
(2) Ηλίας Τσαρουχάς, Εξήντα πέντε χρόνια μετά, η Συνθήκη του Λονδίνου παραμένει ενεργή, Η ΑΥΓΗ 24-12-2018.
(3) Ηλίας Τσαρουχάς, όπ.π.

* Ο Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, είναι πρώην βουλευτή και πρόεδρος της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου