Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Μια Πρωτομαγιά στη Θεσσαλονίκη του 1921

Αφίσα του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης για την εργατική Πρωτομαγιά
του Σπύρου Κουζινόπουλου
Πρωτομαγιές στη Θεσσαλονίκη άλλοτε και τώρα. Πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις μέσα σε ένα κλίμα άγριου διωγμού του εργατικού κινήματος και κατάπνιξης των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών. Τον εορτασμό μιας τέτοιας Πρωτομαγιάς, πριν 96 χρόνια, θα γνωρίσουμε μέσα από τις αναμνήσεις ενός στελέχους του αριστερού και συνδικαλιστικού κινήματος, του Άγι Στίνα (Σπύρου Πρίφτη).

Ο Πρίφτης, Κερκυραϊκής καταγωγής, από νεαρή ηλικία, λίγο μετά που είχε γίνει μέλος και πήρε την ταυτότητα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (που το 1923 θα μετονομαστεί σε ΚΚΕ), είχε αποσταλεί από το κόμμα στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει στην καλύτερη οργάνωση των δυνάμεων τόσο του ΣΕΚΕ, όσο και του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης. Πολύ περισσότερο που εκείνη την εποχή υπήρχε στενή διασύνδεση του κόμματος με τη ΓΣΕΕ, στην ίδρυση της οποίας είχε πρωτοστατήσει, όσο και με τα επιμέρους Εργατικά Κέντρα που είχαν αρχίσει να δημιουργούνται σε όλη τη χώρα.
Περιγράφει λοιπόν ο Άγις Στίνας τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της ο εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς το 1921. Όπως αναφέρει στις αναμνήσεις του:
«… Στις 18 Απριλίου (Πρωτομαγιά με το νέο ημερολόγιο και Πάσχα με το παλιό που ίσχυε τότε) στη Θεσσαλονίκη, οι εργάτες παρά την απαγόρευση της αστυνομίας, γιορτάζουν τη διεθνή Πρωτομαγιά με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις στις συνοικίες. Την ίδια μέρα, μια αποστολή στρατιωτών για το μέτωπο στασιάζει, αρνείται να επιβιβαστεί στα πλοία και ενώνεται με τους εργάτες. Κηρύσσεται ο στρατιωτικός νόμος και συλλαμβάνονται και παραπέμπονται στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αδριανουπόλεως οι Α. Παπαδόπουλος, Χ. Τζάλλας, Α. Δημητράτος και Σ. Πρίφτης. […]
Στα τέλη του 1920 και στις αρχές του 1921 είχαμε συγκεντρωθεί στη Θεσσαλονίκη πολλοί κομμουνιστές από άλλες πόλεις, όλοι νέοι και βαθιά διαποτισμένοι από τις αρχές της Ρωσικής επανάστασης.
Η Θεσσαλονίκη ήταν η καρδιά του κινήματος και μας τραβούσε σαν μαγνήτης. Θα αναφέρω εδώ όσους θυμάμαι αυτή τη στιγμή: Ο Γιάννης Ιωαννίδης και ο Καλτέκης (ο πρώτος κουρέας, ο δεύτερος τσιγαράς) είχαν καταφύγει στη Θεσσαλονίκη καταδιωκόμενοι για τα γεγονότα του Φεβρουαρίου. Μ.Παπαδόπουλος, Μιχαηλίδης, Ζησιάδης, Αυγουστής, Αλέκος, Δημητράτος (λαπνεργάτες), Στ. Αρβανιτάκης (τσιγαράς), Κυπρίδημος (αρτεργάτης), Τομογλής (οικοδόμος), Στεφανουδάκης (ηλεκτροτεχνίτης), Σφονδήλης, Σεϊτανίδης, Παλαίστης, Γιαμογιάννης και εγώ (Ιδ. Υπάλληλοι), Σπανάκης, Ζώγας, Βιντσιλαίος (στρατιώτες), Στράκος (ναύτης στο Καράμπουρνου) […]

Στο στρατοδικείο Αδριανουπόλεως επί εσχάτη προδοσία
Στις 18 Απριλίου 1921 ήταν, σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο τότε, Πάσχα. Την ίδια μέρα ήταν με το νέο ημερολόγιο Πρωτομαγιά κι αυτή την Πρωτομαγιά γιορτάζανε οι εργάτες της χώρας μαζί με τους εργάτες όλου του κόσμου.
Η Αστυνομία με το πρόσχημα των θρησκευτικών εορτών απαγορεύει τις Πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις. Εμείς (Εργατικό Κέντρο και κόμμα), αποφασίσαμε να γιορτάσουμε την διεθνή Πρωτομαγιά, αγνοώντας και το Πάσχα των χριστιανών και την απαγόρευση της Αστυνομίας.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώ περιφέρονταν οι επιτάφιοι, κυκλοφορούν χιλιάδες προκηρύξεις που καλούν τους εργάτες σε συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις για την Κυριακή, δηλαδή το Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο κυκλοφορεί η «Φωνή του Εργάτη», πανηγυρική κόκκινη και  και με την προκήρυξη στην πρώτη σελίδα που καλούσε τους εργάτες στους δρόμους.
Τη Μεγάλη Παρασκευή συλλαμβάνεται ο Αρ. Δημητράτος, γραμματέας της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Το Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι συλλαμβάνομαι εγώ. Το ίδιο βράδυ ανοίγει η πόρτα του κρατητηρίου για να μπει μέσα ο Χ. Τζάλλας, γραμματέας των αρτεργατών και μέλος της Τοπικής Επιτροπής του κόμματος. Και το πρωί του Πάσχα μας φέρνουν τον Α. Παπαδόπουλο, γραμματέα της κομματικής οργάνωσης.
Η Αστυνομία και η στρατιωτική διοίκηση, πήραν έκτακτα μέτρα για να εμποδίσουν τις εκδηλώσεις των εργατών. Παρ’ όλα όμως αυτά τα μέτρα, συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις συγκροτούνται σε διάφορες συνοικίες της πόλης, κόκκινες σημαίες κυματίζουν, φωνές «κάτω ο πόλεμος», «συναδέλφωση των λαών πάνω από τα σύνορα και τις πατριδες» τραντάζουν ολόκληρη την πόλη, συγκρούσεις με την έφιππο χωροφυλακή στο Κουλέ Καφέ, στο Τσινάρ, στους εβραϊκούς συνοικισμούς και το σημαντικότερο, μία αποστολή στρατιωτών για τη Μικρά Ασία, αρνείται να επιβιβαστεί στα πλοία, στασιάζει, σκίζει τις εικόνες του βασιλιά, συνενώνεται και συναδελφώνεται με τους εργάτες. Την ίδια μέρα κηρύσσεται ο στρατιωτικός νόμος.
Η Αστυνομία μας παραδίδει στις στρατιωτικές αρχές και από τα κρατητήρια της Αστυνομίας μας μεταφέρουν και μας κλείνουν στα στρατιωτικά κρατητήρια της Τούμπας. Εκεί οι στρατιώτες εκδηλώνουν με κάθε τρόπο τη συμπάθειά τους, μας χαιρετούν, μας ρίχνουν τσιγάρα και φρούτα, μας δείχνουν τις προκηρύξεις. Ο εισηγητής απαγγέλει εναντίον μας κατηγορία επί εσχάτη προδοσία, υποκίνηση του λαού σε στάση και του στρατού σε λιποταξία και μας παραπέμπει στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αδριανουπόλεως.
Σε λίγες μέρες με συνοδεία 6 στρατιωτικών με λοχία επικεφαλής, μας μεταφέρουν δεμένους στο σιδηροδρομικό σταθμό για την Αδριανούπολη. Εκεί, μπράβοι της «Βασιλικής Μακεδονικής Νεολαίας» μας περίμεναν, μας αποδοκιμάζιουν με άγριες φωνές και αισχρολογίες και μας επιτίθενται. Οι συνοδοί όμως στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη και με κλωτσιές τους απομακρύνουν. […]».
Το Έκτακτο Στρατοδικείο Αδριανουπόλεως που συνεδρίασε σε λίγες ημέρες, κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο, καθώς οι τέσσερις κομμουνιστές συνδικαλιστές είχαν συλληφθεί πριν την επιβολή του στρατιωτικού νόμου και διέταξε την παραπομπή τους στα τακτικά δικαστήρια. Κατόπιν αυτού, έγινε η μεταγωγή τους πίσω στη Θεσσαλονίκη και προφυλακίστηκαν στις Νέες Φυλακές Θεσσαλονίκης, αφού πιο μπροστά  κλείσθηκαν για μερικές ημέρες στα κρατητήρια του Διοικητηρίου «τα βρωμερότερα από όσα έχω γνωρίσει», σύμφωνα με την περιγραφή του Άγι Στίνα.
Τελικά οι τέσσερις θα αποφυλακιστούν στα τέλη Ιουλίου 1921, όταν καταρρέουν οι κατηγορίες εις βάρους τους, αλλά χάρη και στις ενέργειες του συνηγόρου τους που είχε έρθει από την Αθήνα και δεν ήταν άλλος από τον γνωστό στη συνέχεια μεγάλο ιστορικό Γιάννη Κορδάτο, που ήταν ήδη τότε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΕΚΕ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου