Την
πιο σωστή τοποθέτηση για την υπόθεση αυτή, είχε κάνει η Διακομματική Κοινοβουλευτική
Επιτροπή για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών, στο συνεδρίασή της της 16ης Μαρτίου 2016, μετά την ακρόαση
φορέων από τις Βουλγαροκρατούμενες περιοχές την περίοδο της Κατοχής.
Ειδικά σχετικά με την επιστροφή των κλεμμένων βυζαντινών
θησαυρών η Επιτροπή ανέφερε στην απόφασή της:
….
6. Η βουλγαρική ζώνη κατοχής - τα «ντουρντουβάκια»
Η
Βουλγαρία, με την κατοχή των περιοχών ανατολικά του Στρυμόνα (Νομός Σερρών,
Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Ροδόπης και τμήματος του Έβρου μια έκταση περίπου
18.623 τ.χ., με 743.645 κατοίκους, που παρήγε το 1/5 περίπου της συνολικής
παραγωγής της χώρας και κάλυπτε το 20% του Εθνικού Εισοδήματος, εξασφαλίζοντας
το 23% από τα έσοδα του ελληνικού κράτους - προξένησε καταστροφές ύψους
985.469.993 δολαρίων.
Οι
Βούλγαροι δημιούργησαν τάγματα εργασίας, στα οποία κατατάσσονταν υποχρεωτικά
όλοι οι άρρενες Έλληνες, αλλά και οι Σέρβοι, όπως είχε συμβεί και στην πρώτη
βουλγαρική κατοχή το 1916 - 1918. Η καταναγκαστική εργασία μέσα στο λιοπύρι, με
ελάχιστο φαγητό και νερό, θύμιζε τα αντίστοιχα στρατόπεδα συγκέντρωσης των
Γερμανών ή τα «Αμελέ Ταμπουρού» των Τούρκων στη
Μ. Ασία. Κύριος στόχος των κατακτητών ήταν ο βίαιος εκβουλγαρισμός του
ελληνικού πληθυσμού με την οικονομική εξαθλίωση και τις εκτελέσεις, όπως
την 29-9-1941, οπότε εκτελέσθηκαν 189
άντρες στο Δοξάτο Δράμας και 18 στο Ν. Σκοπό Σερρών. Μάλιστα
πήραν χρήματα από τις οικογένειες των εκτελεσμένων για τις σφαίρες που ξόδεψαν!
Η λέξη
«ντουρντουβάκι» αποτελεί ελληνοποιημένη παραφθορά της βουλγαρικής λέξης
τρούντοβι βόιτσκι (τάγματα εργασίας) ή τρούντοβ
βόινικ (φαντάρος αγγαρείας). Πρόκειται για Έλληνες υπηκόους των κλάσεων
1941 -1942, που επιστράτευσε ο βουλγαρικός στρατός κυρίως στη Γιουγκοσλαβία, αλλά και στην ίδια τη Βουλγαρία για να εργασθούν στην
κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων καθώς και σε άλλα έργα.
Από το
1943 εντείνεται η επιστράτευση ομήρων κάθε ηλικίας, καθώς αναπτύσσεται η
αντιστασιακή δράση. Από το σιδηροδρομικό σταθμό Σιδηροκάστρου μέχρι το Μάιο του 1942 μεταφέρθηκαν περίπου 35.000 Έλληνες, αφού εξαναγκάσθηκαν να
δηλώσουν ότι επιθυμούν να δουλέψουν για το βουλγαρικό κράτος. Όσοι Έλληνες δεν
παρουσιάζονταν στις επιτροπές στρατολογίας πλήρωναν βαρύ πρόστιμο ή
καταδικάζονταν ερήμην. Τα Τάγματα Εργασίας ήταν στρατιωτικά οργανωμένα, αλλά οι ενταγμένοι
σ’ αυτά δεν έπαιρναν όπλο. Οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης ήταν τρομερά
δύσκολες, χωρίς τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής, με ελάχιστο φαγητό
και νερό. Η δουλειά τους συνήθως ήταν να σπάζουν πέτρες, να σκάβουν και να
μεταφέρουν χώμα και υλικά. Όταν το φθινόπωρο επέστρεφαν στην
Ελλάδα, ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν «παρών» στις αρχές κατοχής τρεις φορές την ημέρα. Όμως την άνοιξη τους
ξανακαλούσαν στα Τάγματα Εργασίας του βουλγαρικού στρατού, ο οποίος απειλούσε
τους αιχμάλωτους Έλληνες ότι, αν επιχειρήσουν να δραπετεύσουν, θα εκτελούνταν
οι ίδιοι και οι συγγενείς τους στην Ελλάδα.
Τον Αύγουστο του 1943 πεθαίνει ο Βούλγαρος
βασιλιάς Μπόρις ο Β΄ και στο θρόνο ανεβαίνει ο ανήλικος γιος του Συμεών, τον
οποίο ανέτρεψε ο Σοβιετικός στρατός το Σεπτέμβριο του 1944. Ο βουλγαρικός
στρατός αποχωρεί από την ανατολική Μακεδονία και Θράκη και όσοι ήταν «ντουρντουβάκια»
επιστρέφουν στην Ελλάδα.
Η
Βουλγαρία, ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις, συμφώνησε 17 ολόκληρα χρόνια
αργότερα να καταβάλει 7 εκατ. δολάρια,
αντί για τα 45 εκατ. που της επιδίκασε η Διάσκεψη Ειρήνης. Στα θύματα της βουλγαρικής κατοχής
διανεμήθηκε, σχεδόν 25 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, το 100% της
δικαιούμενης αποζημίωσης. Το ίδιο βέβαια δεν συνέβη με όσους υπέστησαν ζημίες
στην περιουσία τους, οι οποίοι έλαβαν, τμηματικά και σε διάστημα δέκα ετών,
σχεδόν το 80% του ποσού που τους είχε επιδικασθεί. Συγκριτικά, όμως, με την
περικοπή που επιβλήθηκε στους δικαιούχους των ιταλικών και γερμανικών
αποζημιώσεων, τα θύματα της βουλγαρικής κατοχής είχαν δικαιότερη μεταχείριση.
…Τη στιγμή που η Γερμανία απαιτεί την
επιστροφή δικών της κλαπέντων έργων τέχνης από το Μουσείο του Λούβρου, ακόμη
και αυτού του «Θησαυρού της Τροίας» από το Μουσείο Πούσκιν της Μόσχας, η Ελλάδα
έχει κάθε δικαίωμα να απαιτήσει - σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία αλλά και τις διεθνείς
συμβάσεις, που έχει κυρώσει το ελληνικό Κράτος - όχι μόνον την επιστροφή
των κλεμμένων, αλλά και όσων αποκτήθηκαν από κλεπταποδόχους, δεδομένου ότι τα αγνοούμενα από
τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αρχαιολογικά αντικείμενα είναι και «θύματα» παραβίασης
του Δικαίου του Πολέμου. Ως τέτοια πρέπει να συνεκτιμηθούν στο πλαίσιο των
απαράγραπτων αξιώσεών μας από τη Γερμανία.
Η
Επιτροπή
- υιοθετεί τη
θέση που διατυπώνεται στην κατακλείδα του ανωτέρω εγγράφου του Υπουργείου
Πολιτισμού, ότι:
«Βασική και αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση του
Ελληνικού Δημοσίου είναι να προβαίνει στις ενέργειες για τον επαναπατρισμό όλων
των πολιτιστικών αγαθών, που αποδεδειγμένα έχουν εξαχθεί παράνομα από την
ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με την Ελληνική και την Κοινοτική νομοθεσία και
τις κυρωθείσες από το Ελληνικό Κράτος Διεθνείς Συμβάσεις. Τα αγνοούμενα
αρχαιολογικά αντικείμενα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εντάσσονται σε αυτήν τη
στρατηγική της Ελληνικής Πολιτείας, αποκτούν όμως ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι
εκτός από παράνομα διακινηθέντα πολιτιστικά αγαθά είναι και «προϊόντα»
παραβίασης του δικαίου του πολέμου. Ως τέτοια πρέπει να συνεκτιμηθούν στο
ευρύτερο θέμα των αξιώσεων της Ελλάδος από τη Γερμανία»,
-
και
ΥΠΕΡΤΟΝΙΖΕΙ το
τελικό συμπέρασμά του ότι η Ελληνική Δημοκρατία διατηρεί το δικαίωμα, που είναι
απαράγραπτο, να διεκδικήσει από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη
Βουλγαρία και την Ιταλία την επιστροφή - απόδοση όλων των πολιτιστικών αγαθών,
που αποδεδειγμένα έχουν εξαχθεί παρανόμως από την ελληνική επικράτεια κατά τη
διάρκεια της Κατοχής.
Η λεηλασία των θρησκευτικών
κειμηλίων
Περαιτέρω, από την ακρόαση εκπροσώπων
φορέων της βουλγαρικής ζώνης κατοχής (Ανατολική Μακεδονία και Θράκη) προέκυψαν
τα εξής:
Λεηλασίες
υπέστησαν όλα τα θρησκευτικά ιδρύματα της περιοχής. Τα εκκλησιαστικά ταμεία και
όλη η περιουσία των ναών κατασχέθηκαν με νόμο τον Ιούνιο του 1941 ή τέθηκαν στη
διάθεση των βουλγαρικών εκκλησιαστικών αρχών. Επίσης, κατασχέθηκε η περιουσία
των Μονών Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Δράμας, Αγίας
Τριάδος και Αγίας Παρασκευής Ζιχνών. Η Μονή Εικοσιφοίνισσας, από την οποία
εκδιώχθηκαν οι μοναχοί, υπέστη πολλές ζημίες και αρπαγές. Ναοί, μοναστήρια, και
μητροπολιτικά μέγαρα λεηλατήθηκαν, επί το πλείστον από Βουλγάρους ιερείς, ενώ
αφαιρέθηκαν εικόνες, άμφια, χρυσά και αργυρά σκεύη, χαλιά, έπιπλα,
γραφομηχανές, βιβλία κ.λ.π. Πολλοί ναοί και μονές υπέστησαν καταστροφές από
εσκεμμένες πυρπολήσεις και 482 συνολικά είχαν καταστραφεί ολοσχερώς μέχρι το
τέλος της Κατοχής. Κατασχέθηκαν επίσης τα αρχεία των Ναών και πολλά
καταστράφηκαν για να μην θυμίζουν την προηγούμενη κατάσταση. Τα εκκλησιαστικά
βιβλία στην ελληνική γλώσσα κατασχέθηκαν και οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να
αγοράσουν με εράνους νέα βουλγαρικά εκκλησιαστικά βιβλία από τη Μητρόπολη
Νευροκοπίου και να τα αφιερώσουν στις εκκλησίες τους. Στην περιοχή δικαιοδοσίας
του Μητροπολίτη Νευροκοπίου σβήστηκαν και όλες οι ελληνικές επιγραφές στο
εσωτερικό και το εξωτερικό των ναών και των μονών και αντικαταστάθηκαν με
βουλγαρικές. Ο ηπιότερος, ομολογουμένως, Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Κύριλλος
εμπόδισε τα βουλγαρικά αστυνομικά όργανα από παρόμοιες ενέργειες στην περιοχή
του.
Γενικώς,
στον τομέα της εκκλησίας η πολιτική των βουλγαρικών αρχών ήταν η χειρότερη
δυνατή για στρατό Κατοχής και παραβίαζε κατάφωρα τη Σύμβαση της Χάγης του 1907
για το Δίκαιο του Πολέμου. Σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή, την οποία είχε κυρώσει
και η Βουλγαρία, η θρησκευτική πίστη και η λατρεία των κατοίκων κατεχομένων
λόγω πολέμου περιοχών πρέπει να γίνονται σεβαστές από τις αρχές Κατοχής (Δίκαιο
και έθιμα του κατά ξηράν Πολέμου, Χάγη IV, Παράρτημα, Τμήμα 3H: Στρατιωτική
εξουσία επί εδάφους εχθρικού κράτους, άρθρο 46). Η ίδια σύμβαση προβλέπει,
εξάλλου, ότι η ιδιοκτησία των θρησκευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων πρέπει
να θεωρείται ιδιωτική, ενώ οποιαδήποτε καταστροφή τους απαγορεύεται και
υπόκειται σε νομικές διαδικασίες (άρθρο 56). Οι παραβιάσεις των όρων της
Σύμβασης επεκτάθηκαν και σε άλλους τομείς, όπως αυτούς της εκπαίδευσης, της
οικονομίας, της ιδιωτικής περιουσίας και των λοιπών ατομικών δικαιωμάτων.
Η Επιτροπή τονίζει ότι η Ελληνική Δημοκρατία
διατηρεί το απαράγραπτο δικαίωμα να διεκδικήσει από την Δημοκρατία της
Βουλγαρίας την επιστροφή - απόδοση των εκκλησιαστικών κειμηλίων, που
αποδεδειγμένα έχουν εξαχθεί παρανόμως από την ελληνική επικράτεια κατά τη
διάρκεια της Κατοχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.