Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Ο πρώτος ξεριζωμός των Μηχανιωτών πριν ένα αιώνα

Οικογένεια Μηχανιωτών (ανδρόγυνο, θυγατέρες, εγγόνια) στα 1890
του Σπύρου Κουζινόπουλου 
Δεν ήταν μόνο η προσφυγιά του 1922, κατά την οποία είχαν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, στη Μηχανιώνα της Κυζίκου, οι παλιοί Μηχανιώτες, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες της Μικράς Ασίας. Είχε προϋπάρξει ένας άλλος ξεριζωμός, εξίσου σκληρός, επτά χρόνια πριν, στα 1915. Και μάλιστα με... γερμανικό δάχτυλο. Υποχρεώνοντάς τους να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες, να χάσουν όλα τα υπάρχοντά τους, να υποβληθούν σε εξορία με αφάνταστες περιπέτειες και να αφανιστούν εκατοντάδες από αυτούς.
Μέχρι τότε, οι Μηχανιώτες ζούσαν και προόδευαν ειρηνικά με τους Τούρκους της περιοχής, συμβίωναν αρμονικά, γλεντούσαν μαζί και πραγματοποιούσαν κοινούς αθλητικούς αγώνες. Το κακό έγινε το καλοκαίρι του 1915, όταν στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Νεότουρκοι, με την παρότρυνση των Γερμανών συμμάχων τους, αποφάσισαν την εξολόθρευση των Χριστιανικών πληθυσμών όλων των παραλιακών χωριών που ήκμαζαν οικονομικά.
Έτσι, στις 10 Ιουλίου 1915, με το πρόσχημα ότι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας εφοδίαζαν τα συμμαχικά υποβρύχια που κινούνταν στο Αιγαίο, στην περιοχή της Προποντίδας, με τρόφιμα και πληροφορίες για τις πολεμικές κινήσεις της Τουρκίας, έβαλαν σε εφαρμογή σχέδιο εξολόθρευσης του ελληνικού στοιχείου που κατοικούσε στα παράλια.
Στις 10 Ιουλίου 1915 οι Τούρκοι αποφάσισαν την εκτόπιση όλων των κατοίκων της Μηχανιώνας, κυρίως των γυναικόπαιδων, και τον διασκορπισμό τους σε αμιγώς τουρκικούς συνοικισμούς της Μυσίας και της Φρυγίας, μέχρι τα Άδανα, ενώ παράλληλα διέταξαν την υποχρεωτική στρατολόγηση του ανδρικού πληθυσμού από το 18ο μέχρι το 55ο της ηλικίας.
Όπως γράφει ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης «η απροσδόκητος της εξουσίας διαταγή.. έπεσεν ως κεραυνός επί τας κεφαλάς των δυστυχών Μηχανιωτών κασι θρήνος και κλαυθμός ηγέρθη ανέκφραστος. Διότι ενόουν ότι η μετατόπισις αυτών άνευ ανδρών προστατών, άνευ χρημάτων, άνευ των αναγκαίων προς ζωήν εφοδίων, σκοπόν είχε την εξολόθρευσιν αυτών». 1
Στις 14 Ιουλίου 1915, ημέρα Τρίτη, και αφού στο μεταξύ είχαν επιστρατευθεί όλοι οι άνδρες στα περιβόητα Τάγματα Εργασίας, οι Τούρκοι πήγαν 20 φορτηγίδες στη Μηχανιώνα, ανακοινώνοντας στους κατοίκους ότι η κυβέρνησή τους διατάζει να εγκαταλείψουν το χωριό για τα ενδότερα της ανατολής. «Πουλήστε τα πράγματά σας, τα ζώα σας», έλεγαν στις δυστυχισμένες γυναίκες. Και ως αγοραστές, εμφανίστηκαν οι ίδιοι, αρπάζοντας τα υπάρχοντα των Μηχανιωτών για ένα κομμάτι, στην κυριολεξία, ψωμί.
Στοιβαγμένοι στο κατάστρωμα ενός πλοίου που θα τους μεταφέρει στην Ελλάδα.
Φωτογραφία από το λεύκωμα "Σμύρνη, μία αναδρομή", Αθήνα 1982, 
Να πως περιγράφει τις σκηνές που διαδραματίστηκαν ο Ευάγγελος Χατζημπιρμπιλός, ο οποίος ήταν τότε 18 μηνών και άκουσε αργότερα τους συγχωριανούς του να διηγούνται τα περιστατικά:
Η επιβίβαση στις μαούνες άρχισε με βρισιές και χτυπήματα. Αδύνατον να περιγραφούν οι φρικιαστικές στιγμές της απαίσιας εκείνης νύχτας. Οι γυναίκες με αγκαλιά τα κοιμισμένα μωρά, έμπαιναν στις μαούνες. Εξεβίαζαν οι βάρβαροι για να μην μπορούν να πάρουν τίποτα μαζί τους. Οι ναύτες των φορτηγίδων, παρόλο που ήταν Τούρκοι, συγκινήθηκαν από αυτά που έβλεπαν και δήλωσαν ότι ο καιρός δεν επέτρεπε να ταξιδέψουν κι έτσι συνεχίστηκε η λεηλασία μέχρι το πρωί. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι βάρβαροι πήραν πίσω τα χρήματα από τα θύματα κι έτσι όταν έφτασαν στην Πάνορμο, ήταν μόνο με τα ρούχα που φορούσαν.
Δύο μέρες βάσταξε το μαρτύριο αυτό, μετά άρχισε η πορεία προς τα ενδότερα της Μικράς Ασίας. Υφιστάμενοι τα πάνδεινα, μαστιγώσεις, βιασμούς κλπ, χώρισαν τις γυναίκες από τα παιδιά τους και αλλού είχαν τα κορίτσια για να μπορούν πιο εύκολα να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς τους. Κατά την μαρτυρική αυτή πορεία, τα δυστυχισμένα πλάσματα πέθαιναν στο δρόμο και δεν άφηναν τις μητέρες να ρίξουν λίγο χώμα στα νεκρά σώματά τους. 2
Έμειναν στη Μηχανιώνα και λεηλατήθηκαν 60 και πλέον αλιευτικά σκάφη, με τα δίχτυα τους και αμπάρια γεμάτα σιτάρι και άλλα προϊόντα. «Και ου μόνον ταύτα, αλλά και τα παράθυρα και τας θύρας  και τας κεράμους και όσα αξίαν έχοντα ξύλα ηδύναντο να αποσπάσωσι, μετέφερον εις την Διαβατήν προς χρησιμοποίησιν ή εις την Πάνορμον προς πώλησιν. Όσαι γυναίκαι κατόρθωσαν να μην μετάσχωσιν της εις τα ενδότερα διασποράς αυτών και έμειναν εν Πανόρμω, κλαίουσαι αναγνώριζον εν τη αγορά προς πώλησιν εκτεθειμένα έπιπλα αυτών και εσώρρουχα, φέροντα κεντημένον το όνομα αυτών». 3
Αυτό που έγινε στη Μηχανιώνα, συνέβη και σε όλα τα παραλιακά χωριά της Προποντίδας, της χερσονήσου της Κυζίκου και των Πριγκηπονήσσων. Και όταν μετά από τρία χρόνια εξορίας επιτράπηκε να γυρίσουν στη Μηχανιώνα οι κάτοικοί της, επέστρεψαν μόνο 800 άτομα από τους 2.000 κατοίκους που είχε πριν. Κι όσοι γύρισαν, βρήκαν τα σπίτια τους λεηλατημένα και γκρεμισμένα. Παρ΄όλα αυτά οι Μηχανιώτες ανασκουμπώθηκαν, άρχισαν να νοικοκυρεύουν το χωριό, έχτισαν καινούρια σπίτια και ξεκίνησαν και πάλι τον αγώνα για να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Όμως, το όνειρο κράτησε λίγο, καθώς τον Αύγουστο του 1922, τις μέρες της μεγάλης γιορτής των εννιάμερων της Παναγίας, συνέβη ο δεύτερος και οριστικός ξεριζωμός των Μηχανιωτών και η εγκατάστασή τους, μετά από περιπλανήσεις ενός έτους, στη νέα πατρίδα, τη Νέα Μηχανιώνα.
Σημειώσεις:
1.       Μαργαρίτης Ευαγγελίδης Η Μηχανιώνα της Κυζίκου, ιστορία και παράδοσις,  Αθήνα 2005, σ. 94
2.       Ευάγγελος Χατζημπιρμπιλός, Η ιστορία της παλιάς και Νέας Μηχανιώνας, χειρόγραφο αδημοσίευτο, σ.5
3.       Μαργαρίτης Ευαγγελίδης Η Μηχανιώνα της Κυζίκου, ιστορία και παράδοσις,  Αθήνα 2005, σ. 95

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου