Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Όταν αποφεύχθηκε η αιματοχυσία στη ΧΑΝΘ

του Σπύρου Κουζινόπουλου
Αναίμακτη εντελώς, ήταν η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους ναζί, στις 30 Οκτωβρίου 1944, με την είσοδο των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην πόλη. Και όχι μόνο αυτό, αλλά στους 2,5 μήνες που διήρκεσε η κυριαρχία των δυνάμεων της Αντίστασης στη Θεσσαλονίκη, η λεγόμενη «ΕΑΜοκρατία», δεν υπήρξε καμία περίπτωση κλοπής, διάρρηξης ή άλλης αξιόποινης πράξης, μπροστά στο δέος της λαϊκής εξουσίας! Η μόνη στιγμή που απειλήθηκε να χυθεί αίμα, ήταν τις πρώτες ώρες της απελευθέρωσης στο κτήριο της ΧΑΝΘ.
Μέσα στο μέγαρο, που άρχισε να λειτουργεί το 1934 και αποτελεί μέχρι και σήμερα κόσμημα για την Θεσσαλονίκη, είχαν οχυρωθεί με βαρύ οπλισμό αξιωματικοί της χωροφυλακής που θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την οργή του λαού της πόλης για την "παροχή υπηρεσιών" και τη συνεργασία τους με τους κατακτητές, καθώς και αρκετοί δωσίλογοι των ταγματασφαλίτικων τμημάτων του Πούλου, του Δάγκουλα, του Κισά Μπατζάκ κ.α.. 
Το κτήριο και τους γύρω χώρους, τους είχαν περικυκλώσει μεγάλες δυνάμεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ και των εφεδρικών τμημάτων του, κυρίως του 31ου Συντάγματος Χαλκιδικής, με το δάκτυλο στη σκανδάλη.
Η ένταση που υπήρξε ήταν μεγάλη, καθώς οι έγκλειστοι στο μέγαρο της ΧΑΝΘ αρνούνταν να παραδοθούν, ενώ και τα τμήματα του ΕΛΑΣ ήταν ανυποχώρητα, απειλώντας με γενική επίθεση για την κατάληψη του κτηρίου, γεγονός που προοιώνιζε σκληρή ένοπλη αναμέτρηση.
Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, όπως μας αφηγούνταν ο επιτελάρχης της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας, Θανάσης Παπαθανασίου, οι επικεφαλής των ανταρτικών τμημάτων, με εντολή των ηγετών της ΟΜΜ, Μάρκου Βαφειάδη και Ευριπίδη Μπακιρτζή, δείχνοντας ανωτερότητα ψυχής, αντί να διατάξουν επίθεση, ακόμη και για λόγους εκδίκησης για τα δεινά που είχε υποστεί ο λαός στα 3,5 χρόνια της ναζιστικής σκλαβιάς, προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις με τους έγκλειστους, προκειμένου να μην χυθεί αίμα. "Δεν ήθελαν να συνδεθεί η άγια ημέρα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης με μία αιματοχυσία", πρόσθετε ο Θ.Παπαθανασίου. 
Έτσι λοιπόν, με βάση αυτό το σκεπτικό, η ηγεσία των ανταρτών πρότεινε στους έγκλειστους ότι αν εγκατέλειπαν τη ΧΑΝΘ, χωρίς τον οπλισμό και τις στολές τους, θα τους άφηναν να περάσουν χωρίς να τους πειράξουν. Κι εκείνοι, μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά, στο τέλος δέχτηκαν.
Ο Στρατής Αναστασιάδης ήταν ο ΕΛΑΣίτης που
ύψωσε την ελληνική σημαία στο Λευκό Πύργο

Η "μπλόφα" για υπονόμευση του κτηρίου
Ο Καπετάνιος του 2ου Εφεδρικού Συντάγματος του ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης, Στρατής Αναστασιάδης, περιέγραψε δύο περιστατικά με αξιωματικούς της χωροφυλακής που εκτελούσαν με ακρίβεια τις εντολές των ναζί, στα χρόνια της κατοχικής σκλαβιάς και οι οποίοι στις 30 Οκτωβρίου 1944 που μπήκε ο ΕΛΑΣ στην πόλη, είχαν οχυρωθεί στο κτίριο της ΧΑΝΘ, καθώς και στο κτήριο  της Γενικής Διεύθυνσης χωροφυλακής Μακεδονίας, στην οδό Βενιζέλου.
Σύμφωνα με τον Αναστασιάδη, ενώ τα περισσότερα αστυνομικά τμήματα είχαν καταληφθεί από τις δυνάμεις του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, στο κτήριο της οδού Βενιζέλου είχαν συγκεντρωθεί πολλοί αξιωματικοί της χωροφυλακής αλλά και απλοί χωροφύλακες και αρνούνταν να παραδοθούν, κατηγορώντας μάλιστα τους αντάρτες, που τους είχαν κυκλώσει, ότι με τη στάση τους αυτή παραβιάζουν τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας. Τότε ο καπετάνιος του 2ου Εφεδρικού Συντάγματος αποφάσισε να μπλοφάρει:
«Πήρα τον τηλεβόα, τους είπα ότι η Θεσσαλονίκη είχε καταληφθεί από τον ΕΛΑΣ και τους κάλεσα να παραδοθούν σε μία ώρα, γιατί το κτήριο το έχουμε υπονομεύσει με δυναμίτιδα και αν δεν παραδοθούν θα τους τινάξουμε στον αέρα.Αν παραδοθούν, τους έδωσα το λόγο της τιμής μου ότι δεν θα πάθουν τίποτα και θα τους αφήσουμε να πάνε στα σπίτια τους. Πριν περάσει ακριβώς μια ώρα, άνοιξε ένας αξιωματικός από το τρίτο πάτωμα το παράθυρο και έβγαλε μία άσπρη σημαία. Μας είπε ότι αποφάσισαν να παραδοθούν….».
Κι ενώ όλη η Θεσσαλονίκη γλεντούσε την απελευθέρωσή της και οι κάτοικοί της είχαν ξεχυθεί στους δρόμους, το 2ο Εφεδρικό Σύνταγμα του ΕΛΑΣ κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ακόμη μεγαλύτερο «αγκάθι». Έγραψε ο Στρατής Αναστασιάδης σχετικά:
«Ανησυχούσαμε που ακόμη δεν είχαν παραδοθεί πολλοί άνδρες της χωροφυλακής και της Ασφάλειας, αρκετοί αξιωματικοί και πολλοί δωσίλογοι, που είχαν οχυρωθεί στη ΧΑΝΘ, περιμένοντας ίσως να τους ενισχύσουν οι Άγγλοι μπαίνοντας στη Θεσσαλονίκη. Έστειλε και το δικό μας Σύνταγμα ένα μέρος των δυνάμεών του για βοήθεια προς το 1ο Εφεδρικό Σύνταγμα ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης. Ευτυχώς στις 30 Οκτώβρη κατέφθασαν μοπροστά στη ΧΑΝΘ σοβαρές δυνάμεις της ΧΙ Μεραρχίας του μόνιμου ΕΛΑΣ και οι εγκλεισμένοι στη ΧΑΝΘ αναγκάστηκαν, ύστερα από διαπραγματεύσεις να παραδοθούν. Η κατάληψη της εξουσίας στη Θεσσαλονίκη είχε έτσι ολοκληρωθεί.
(Στρατής Αναστασιάδης, Από την Αντίσταση στη διάψευση, Θεσσαλονίκη 2013, Επίκεντρο, σ.92)

To 1o Σύνταγμα του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης
Σύμφωνα με την Ελευθερία Δροσάκη, τις διαπραγματεύσεις για την παράδοση των έγκλειστων στη ΧΑΝΘ, είχε αναλάβει ο Διοικητής του 1ου Εφεδρικού Τάγματος του ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης, Γιώργος Γιαννάκου. Όπως ανέφερε:
ΟΙ χωροφύλακες της Εκατονταρχίας, που ήταν πιστοί στους Γερμανούς, κλείστηκαν μέσα στη ΧΑΝ. Εκεί ήρθαν τμήματα από το 1ο Σύνταγμα του ΕΛΑΑΣ και τους περικύκλωσαν. Περιμέναμε όλοι με την ανάσα κομμένη να τους αφοπλίσουν. Οι χωροφύλακες είχαν κλειστεί μέσα με το βαρύ οπλισμό τους και φοβόμασταν μήπως αντισταθούν και θρηνήσουμε θύματα, γιατί τα παιδιά τα δικά μας ήταν πολύ ελαφριά οπλισμένα. Ευτυχώς όμως ήρθαν οι διαπραγματεύσεις και τους αφόπλισαν χωρίς να χυθεί αίμα. Διοικητής του 1ου Συντάγματος που ανέλαβε αυτή την επιχείρηση, ήταν ο συνταγματάρχης του πεζικού Γιώργος Γιαννάκου. 
Ο Γιαννάκου ήταν επίσης ένας από τους οργανωτές του εφεδρικού ΕΛΑΣ της Θεσσαλονίκης και ένας από τους αξιωματικούς του κινήματος της "Εθνικής Άμυνας" που γιαυτό τον είχαν αποτάξει από το στρατό. Με τον πόλεμο όμως τον κάλεσαν να πολεμήσει σαν έφεδρος στην Αλβανία και εκεί τον αποκατέστησαν. Όταν με την είσοδο των ανταρτών ο Εφεδρικός ΕΛΑΣ, που η αποστολή του είχε λήξει, διαλύθηκε, ο Γιαννάκου έγινε Φρούραρχος Θεσσαλονίκης.
(Ελευθερία Δροσάκη, Εν Θεσσαλονίκη..., Αθήνα 1985, Οδυσσέας, σ. 128)

Και ανάμειξη του Μάρκου Βαφειάδη
Όπως εξιστόρησε ο στενός συνεργάτης του Καπετάνιου της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, Γιώργης Κοντογιώργης (Παυλής):
Την ημέρα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, η χωροφυλακή με επικεφαλής το στρατηγό της Βαλασό, συγκεντρώθηκε στη ΧΑΝΘ, τέθηκε σε επιφυλακή και άρχισε να παριστάνει τη νέα εξουσία.
Ορισμένες συνοικίες κατεβήκανε σε συλλαλητήριο και σάρωσαν την επιφυλακή της χωροφυλακής και έστειλαν τους επικεφαλής στα σπίτια τους.
Το ίδιο απόγευμα ο πραξικοπηματίας στρατηγός σε ένα σπίτι στις βόρειες συνοικίες που βρίσκονταν ο Μάρκος με κομματικούς συνεργάτες του, προσπαθούσε να δικαιολογηθεί…..»
 (από συνέντευξη του Γ.Κοντογιώργη που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 20 Φεβρουαρίου 1983)

Ο Συνταγματάρχης Μαντούβαλος
Σύμφωνα όμως με τον ανταρτοεπονίτη Γιάννη Μανίκα, ο επικεφαλής των κλεισμένων στη ΧΑΝΘ δυνάμεων της χωροφυλακής, δεν ήταν ο Βαλασός, αλλά ο περιβόητος τότε Συνταγματάρχης της χωροφυλακής Μαντούβαλος, το όνομα του οποίου φιγουράριζε σε εκατοντάδες περιπτώσεις συλλήψεων και εκτελέσεων πατριωτών. Σύμφωνα με τον Μανίκα:
«Την ημέρα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τους ναζί, πράγηματι είχε όλη σχεδόν η δύναμη της χωροφυλακής συγκεντρωθεί στο μέγαρο της ΧΑΝΘ και ταμπουρώθηκε μέσα σ’ αυτό. Μεταξύ αυτών ήταν και αρκετοί δοσίλογοι και συνεργάτες του Δάγκουλα, του Πούλου, του Κισά Μπατζακ και ΠΑΟτζήδες που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές.
Ως ανταρτοεπονίτης την εποχή εκείνη μαζί με ομάδες του Βουνού που φτάσανε μετά από λίγες ώρες στην πόλη, ως και ομάδες του εφεδρικού ΕΛΑΣ της πόλης Θεσσαλονίκης, περικυκλώσαμε το κτήριο της ΧΑΝΘ από το πρωί στις 10 π.μ. σε όλα τα σημεία εκείνα που δεν θα επέτρεπαν σε κανένα χωροφύλακα ή δοσίλογο να φύγει.
Περιμέναμε την εξόρμηση για την κατάληψη της ΧΑΝΘ με ότι μέσα είχαμε στη διάθεσή μας.
Η συζήτηση κράτησε μέχρι αργά το απόγευμα και συμφωνήθηκε όπως οι πολιορκημένοι παραδώσουν τα όπλα τους, πράγμα που έγινε και φυσικά αφέθηκαν οι πάντες ελεύθεροι, χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα.
Τα όπλα τα περισσότερα το πήρε το άοπλο πλήθος της πόλης και πολλοί αγρότες που κινητοποιήθηκαν να έλθουν στην πόλη…»
(Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 6 Μαρτίου 1983)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου