Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Το Πάσχα στην παλιά Επανομή

Εορτασμός στην πλατεία (όπως ήταν παλιά) της Επανομής
Πολύ σημαντικά στοιχεία για το πώς γιορτάζονταν το Πάσχα στην παλιά Επανομή, τις διαδικασίες που τηρούνταν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, τα έθιμα που ακολουθούνταν πιστά, το «μίτκο», το «σνί», το «κανίσι», τα «μπιλιτζίκια» αλλά και τη «συδεμένη», περιέγραψε ο λαογράφος Χρήστος Παπαχρήστου.

Από την Κυριακή των Βαίων, άρχιζαν οι εορταστικές εκδηλώσεις και οι προετοιμασίες για το Πάσχα. Των Βαίων ή του Βαγιού, η εκκλησία στολίζονταν με βάγια που είχαν αγοραστεί από τα μοναστήρια και τα οποία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας μοιράζονταν από τον παπά σε κάθε πιστό. Έτσι λοιπόν κάθε πιστός, έπαιρνε από πένα κλωνάρι δάφνης και μάλιστα θεωρούνταν πολύ ευτυχής αυτός που τύχαινε να πάρει ένα μεγάλο και με πολλά λουλούδια, γιατί αυτό σήμαινε ότι όλα θα του ερχόταν βολικά και ευνοϊκά
Παρά το γεγονός ότι η νηστεία από κρέας, ψάρι και γάλατα κρατούσε όλη τη σαρακοστή, την Κυριακή των Βαίων «κατελεί» και όλοι έτρωγαν ψάρια. Αυτό άλλωστε μαρτυρείται και στο λαϊκό τραγούδι:
                                    Ήρτι οι Λάζαρους
                                    Ήρταν τα Βάγια
                                    Ήρτι η Κυριακή
                                    Που τρων τα ψάρια
Αποκορύφωμα της νηστείας, ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα και ειδικότερα η Μ. Δευτέρα, η Μ. Τετάρτη και η Μ. Παρασκευή που μόνο νερόβραστα έτρωγε κανείς. ΟΙ πιστοί έπρεπε να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων και αυτό γινόταν είτε τη Μ. Πέμπτη, είτε το Μ. Σάββατο. Απαραίτητη προϋπόθεση για να δεχθούν τη μεταλαβιά, ήταν η εξομολόγηση, που γινόταν από τον παπά σε προσωπικό επίπεδο με τους πιστούς (ο ένας μετά τον άλλο), είτε με ειδική ευχή πριν τη Θεία Κοινωνία. Προηγουμένως όμως κι από νωρίς το πρωί ζητούσαν συγχώρεση οι μικρότεροι από τους μεγαλύτερους. Ο παπάς δε, κατά τη Θεία Κοινωνία, ανέφερε έναν-έναν τους πιστούς με το όνομά τους μεταλαμβάνοντάς τους. Γνώριζε πολύ καλά τα ποίμνιά του. Μετά τη Θεία Κοινωνία και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας,  δεν έφτυναν ποτέ, δεν έκαναν χειρονακτικές εργασίες για να προλάβουν τυχούσα αιμορραγία, δεν βλασφημούσαν και γενικά ήταν ήρεμοι. Θεωρούνταν μεγάλο αμάρτημα το χάσιμο αίματος ή σιέλου μετά τη μεταλαβιά.
Παράλληλα από τη Μ. Τρίτη ακόμα, άρχιζαν οι σπιτικές προετοιμασίες για το Πάσχα.
Έβαφαν τα σπίτια και τα πεζούλια με ασβέστη για να τα απολυμάνουν και στόλιζαν τα σπίτια με κιλίμια και προσκέφαλα κόκκινα, καινούρια. Κόκκινα έβαφαν τα αυγά, κόκκινες και οι κορδέλες που έδεναν στις πόρτες και παράθυρα, κόκκινες και οι λαμπάδες, θυμίζοντας το κόκκινο αίμα του Χριστού που χύθηκε κατά τη Σταύρωση. Κόκκινα αυγά έβαφαν επί τρεις Πέμπτες συνέχεια (μαύρα οι βαρυπενθούσες), ενώ το πρώτο αυγό το τοποθετούσαν για σαράντα ημέρες στο εικονοστάσι και στη συνέχεια το έθαβαν στο χωράφι.
Τσουρέκια δεν υπήρχαν παλαιότερα. Στη θέση τους έκαναν το «σμίτκο» ή «μπουγάτσα». Ήταν ένα είδος γλυκού ψωμιού με ρεβυθάλευρο, που προοριζόταν για Πασχαλιάτικη κατανάλωση. Το πιο μεγάλο δε, που το έκαναν στο μεγάλο «σ(ι)νί», το έδιναν στους νονούς των παιδιών και στα πεθερικά των ζευγαριών που ζούσαν χωριστά, μαζί με αυγά το Μ. Σάββατο. Ήταν άζυμο και το φούσκωμα γινόταν από αυτό το ίδιο νερό που έβγαινε από το ζυμάρι. Επάνω δε φιλοτεχνούσαν σκαλίζοντας με το πιρούνι, διάφορες εορταστικές παραστάσεις και σχέδια.
Το πρωί της Μ.Παρασκευής, εκτός από το αδιαχώρητο στην εκκλησία, που άλλωστε υπήρχε καθ’ όλη τη διάρκεια της Μ.Εβδομάδας, οι νέες κοπέλες στόλιζαν τον Επιτάφιο και οι γεροντότερες και μαυροφορεμένες ήταν κάπου εκεί κοντά, δίπλα στο μέρος που θα στηνόταν ο Επιτάφιος, για να θρηνήσουν και να μοιρολογήσουν μέχρι την ταφή του το Χριστό.
Το Μ. Σάββατο το χαρακτήριζε εκτός από τις οικιακές ετοιμασίες μια κινητικότητα ανταλλαγής δώρων. Εκτός από τη μπουγάτσα και τα αυγά που πήγαιναν στους νονούς και στους παππούδες οι μικροί, γινόταν και διάφορες αλλαγές δώρων, επειδή κατά το έθιμο έπρεπε ο καθένας να φορέσει κάτι καινούριο τη Λαμπρή ή για τον «καλό λόγο». Τη μερίδα του λέοντος βέβαια, δέχονταν η αρραβωνιάρα ή «συδεμένη», η οποία δέχονταν επίσκεψη από τον αρραβωνιαστικό και τον προξενητή, προσφέροντάς της το «κανίσι» και το πανέρι με τα δώρα. Το κανίσι ήταν ένα όμορφο, παχουλό αρνί, ένα από τα καλύτερα του κοπαδιού, βαμμένο με γραμμές κόκκινες και με μία κόκκινη κορδέλα στο λαιμό. Το αρνί αυτό έπρεπε η «συδεμένη» να το περιποιείται μέχρι το γάμο, όπου και θα έσφαζαν. Το δε πανέρι έφερε «μπιλιτζίκια», δηλαδή σκουλαρίκια ή άλλα κοσμήματα, καθώς και είδη ρουχισμού και υπόδησης. Τα δώρα συμπληρώνονταν με μια μεγάλη λευκή λαμπάδα, δεμένη με κόκκινη κορδέλα και λουλούδια, που έπρεπε να ανάψει η νύφη το βράδυ της Ανάστασης.
 Επίσης, το Μ. Σάββατο, μια παρέα νεαρών ενοριτών ετοίμαζε το αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα, το οποίο έκαιγαν, σκαλωμένο στο καμπαναριό, κατά το «Χριστός Ανέστη». Τη βραδιά της Ανάστασης, ο «καλός λόγος» ακουγόταν στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου μετά το «δεύτε λάβετε φως» και το ευαγγέλιο, με την ψαλμωδία του «Χριστός Ανέστη», επικρατούσε ένας χαρούμενος πανζουρλισμός από τους ήχους των καμπάνων, τις φωτιές του καμένου Ιούδα, τους πυροβολισμούς, τα βεγγαλικά και τις άφθονες, μετά την κατοχή, ρουκέτες που άφησαν οι Γερμανοί. Όλα αυτά, πέραν του θεάματος, άφηναν και μία όμορφη μυρωδιά από τον πολύ καπνό που έβγαζαν.
Γιορτινό τραπέζι οικογένειας παλιών Επανομιτών
Με την επιστροφή στα σπίτια, πέρα βέβαια από το Άγιο φως που έφερναν και άναβαν μ’ αυτό τα καντήλια, άφηναν και σημάδια καπνού στους στάβλους και στις πόρτες των σπιτιών για την ευλογία και τη χάρη του Αγίου Φωτός.
Το πασχαλινό τραπέζι ήταν έτοιμο, στημένο, με την αχνιστή σούπα από το κεφαλάκι και τα εντόσθια του αρνιού, με την πράσινη σαλάτα, το τυρί, τη μπουγάτσα, τα κόκκινα αυγά, τα ψημένα κρεμμυδάκια και το κρασί. Η έναρξη του φαγητού γινόταν με το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών. Η τελετή του πασχαλινού τραπεζιού είχε ξεχωριστή λαμπρότητα, όταν στο σπίτι των πεθερικών συμπεριλαμβανόταν και η καινούρια «συδεμένη», η νύφη.
Την Κυριακή του Πάσχα, παρέες νέων γλεντούσαν, τρώγοντας κατσικάκι ή αρνάκι με σταφίδες, μαγειρεμένο στο καπάκι, καθώς επίσης και πίτα. Η μέρα τελείωνε με τους καθιερωμένους, όπως άλλωστε κάθε Κυριακή, χορούς στα αλώνια και τις αλάνες ή τις πλατείες της κάθε γειτονιάς, μόνο που το Πάσχα οι χοροί αυτοί διαρκούσαν τρεις μέρες.


Πηγή: Τα στοιχεία είναι από το εξαιρετικό βιβλίο του ζωγράφου-λαογράφου Χρήστου Ν. Παπαχρήστου Γέφυρα στο παρελθόν μας, η λαογραφία, η ιστορία, η ζωή της Επανωμής που κυκλοφόρησε το 1997 σε αυτοέκδοση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου