Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Χαμένη στα βάθη των αιώνων η ιστορία της Επανομής

του Σπύρου Κουζινόπουλου*
Χάνεται στα βάθη των αιώνων, σε περισσότερο από έξι χιλιετίες η ιστορία της Επανομής, όπως προκύπτει από τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή και παρουσιάζονται σε μία καλαίσθητη και ιδιαίτερα φροντισμένη έκδοση του δήμου Θερμαϊκού, η οποία με τις εισηγήσεις που περιλαμβάνει, φωτίζει επαρκώς την ελάχιστα γνωστή, μέχρι τώρα διαδρομή της περιοχής από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι την τουρκοκρατία.

Γιατί όμως πρέπει να μαθαίνουμε την ιστορία; “Όλβιος όστις ιστορίης έσχεν μάθησιν”, δηλαδή τυχερός όποιος διδάχτηκε ιστορία, έλεγε πριν 2.500 χρόνια ο Αρχαίος τραγικός Ευριπίδης. Και σύμφωνα με ένα γνωμικό, “δεν μπορείς να ξέρεις πού πηγαίνεις, αν δεν ξέρεις από πού ήρθες”. Η ιστορία λοιπόν είναι που μας βοηθά στο να κατανοήσουμε τις αλλαγές και τα γεγονότα που μας οδήγησαν στο σήμερα, καθώς από το παρελθόν προκύπτει το παρόν και στη συνέχεια το μέλλον.
Ζωή από την 6η π.Χ. χιλιετία
Και η ιστορική εξέλιξη του ευλογημένου αυτού τόπου, όπως προκύπτει και από τις εισηγήσεις των αρχαιολόγων Μαρίας Παππά, Μαρίας Αποστόλου, Θεοχάρη Παζαρά, Ιωακείμ Παπάγγελου και του ερευνητή Νίκου Παπαοικονόμου, είναι μακρά. Αρχίζοντας από τα προϊστορικά χρόνια και συγκεκριμένα από την 6η π.Χ. χιλιετία, οπότε διαπιστώνονται οι πρώτες μόνιμες εγκαταστάσεις ανθρώπων κατά τη νεολιθική περίοδο, που τις διαδέχονται άλλες κατά την εποχή του χαλκού και σιδήρου. Με τη ζωή στην περιοχή να συνεχίζεται αδιάσπαστη κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, οπότε η Επανομή εντάσσεται στην Κρουσίδα γη.
Μεγάλη όμως ανάπτυξη, φαίνεται ότι γνώρισε ο τόπος και στα ρωμαϊκά χρόνια, όπως συμπεραίνεται από την ανακάλυψη τάφων και άλλων ευρημάτων, με την ευκαιρία της διάνοιξης του αποχετευτικού αγωγού της Επανομής. Ενώ σημαντική, πρέπει να ήταν η δραστηριότητα και κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια, όπως κατέδειξαν οι ανασκαφές στο Λιμόρι και στο Μπγιαδούδι. Και αργότερα, κατά την οθωμανική περίοδο, η Επανομή εμφάνισε μια δημογραφική και οικονομική δυναμική, τη συναντάμε δε να αναφέρεται ως οικισμός για πρώτη φορά το 1302, σε έγγραφο του αρχείου της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, με το όνομα Πανομή, που καταγράφεται στη συνέχεια ως Απανομή σε οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του έτους 1568.
Η συμμετοχή της Επανομής στην Επανάσταση του 1821
Επιτρέψτε μου να αναφερθώ ιδιαίτερα στη συμμετοχή των κατοίκων της Επανομής στην εθνεγερσία του 1821, ένα θέμα που το ερεύνησα αρκετά, περιλαμβάνοντας ένα εκτενές σχετικό κεφάλαιο στο προτελευταίο μου βιβλίο με τίτλο “Μελανές κηλίδες στην ιστορία της Θεσσαλονίκης” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ.
Στην  Επανάσταση του 1821, η Επανομή συμμετείχε ενεργά με πολλούς αγωνιστές, όπως ο  Γεώργιος Ιωάννου, ο οποίος ήταν πληρεξούσιος της  Χαλκιδικής  στην  Α΄Εθνοσυνέλευση Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος και πολλούς άλλους. Και όταν ο Εμμανουήλ Παπάς έδωσε το σύνθημα για τον ξεσηκωμό της Χαλκιδικής, στον πατριωτικό αγώνα πήρε μέρος σύσσωμη η Επανομή, ακολουθώντας τον  Κωνσταντίνο Δουμπιώτη, μέχρι την Κασσάνδρα.
Αρχικά, σύμφωνα με τον λαογράφο Χρήστο Παπαχρήστο οι Επανομίτες έδειχναν κάποια επιφυλακτικότητα, καθώς ήταν μακριά από το αρχηγείο της εξέγερσης στη Χαλκιδική, ενώ δεν βοηθούσε και η διαμόρφωση του εδάφους, που ήταν πεδινό και εκτεθιμένο. Τελικά, η απόφαση για συμμετοχή στον αγώνα πάρθηκε μετά την εξέγερση στον Πολύγυρο, στις 17 Μαίου 1821 και όταν πλέον είχαν εισέλθει στον αγώνα ολόκληρη η Χαλκιδική και το Άγιο Όρος, με αρχηγό τον Σερραίο οπλαρχηγό Εμμανουήλ Παπά.
Με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Δουμπιώτη, 120 Επανομίτες οπλισμένοι, μαζί με αγωνιστές από τα Βασιλικά, κατευθύνθηκαν προς την χερσόνησο της Κασσάνδρας, όπου ήταν το κέντρο των επιχειρήσεων, με στόχο την περικύκλωση των τουρκικών μονάδων που στάθμευαν στην περιοχή.
Όπως προκύπτει από τις πηγές, οι επαναστάτες από την Επανομή έδειξαν ιδιαίτερο ηρωϊσμό στις μάχες που ακολούθησαν. Για έξι από αυτούς, τον Βασίλειο Αντωνίου, Αγγελή Λάμπρου, Χριστόδουλο Θεοδώρου, Τριαντάφυλλο Κώστα, Αργύρη Βασιλείου και Γεώργιο Ρηγάδη, υπάρχει ειδικό αρχείο με τη δράση τους στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Μάλιστα επτά από τους Επανομίτες αγωνιστές τιμήθηκαν αργότερα με χρυσά και αργυρά μετάλλια από το ελληνικό κράτος για την ανδρεία τους.
Γρήγορα, οι Έλληνες μαχητές της Ελευθερίας θα βρεθούν σε δύσκολη θέση, αφενός μεν λόγω της έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων, κυρίως όμως εξ αιτίας της μεγάλης στρατιάς από 14.000 άνδρες που εξεστράτευσε εναντίον τους με επικεφαλής τον Αβδούλ Αμπούδ, ο οποίος είχε οριστεί από την Πύλη αρχιστράτηγος των Τούρκων στην Μακεδονία.
Όταν στις 30 Οκτωβρίου 1821 οι ισχυρές τουρκικές δυνάμεις διασπάσουν τις αραιές γραμμές των Ελλήνων υπερασπιστών και η Κασσάνδρα θα πέσει στα χέρια τους, θα ακολουθήσουν σφαγές Χριστιανών και καταστροφές των περιουσιών τους σε ολόκληρη τη Μακεδονία, σε ένα όργιο αίματος και λεηλασίας.
Οι σφαγές και η πυρπόληση της Επανομής
Εκείνο ακριβώς το διάστημα, μια τουρκική φάλαγγα, κατέκαψε τα χωριά Επανομή και Μεσημέρι.  Τότε κάηκε και η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου μαζί με όλο το χωριό. Η εκκλησία ξαναχτίστηκε το 1835.  Όσοι από τους κατοίκους, που κυρίως ήταν γυναικόπαιδα, πρόλαβαν και έφυγαν έγκαιρα, σώθηκαν. Εκείνοι όμως που έμειναν στο χωριό, κάηκαν και σφάχτηκαν στην πλατεία κατά τον πιο άγριο τρόπο, όπως ακριβώς έγινε και στα χωριά της Χαλκιδικής.
Οι Επανομίτες που είχαν σωθεί, διασκορπίστηκαν μαζί με τους άλλους Χαλκιδικιώτες στα νησιά Σκόπελο και Σκιάθο και άλλοι προς τα Άγραφα ή τη Φλώρινα και την Καστοριά.

Κάποιοι από τους Επανομίτες αγωνιστές ενσωματώθηκαν το 1828 στο στρατό του Καποδίστρια, στελεχώνοντας την 7η εκατονταρχία της 7ης χιλιαρχίας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο αγωνιστής του '21 από τη Βάλτα (Κασσάνδρεια) Χαλκιδικής, Αθανάσιος Σαραφιανός
Δειλά-δειλά, άρχισαν να επιστρέφουν αργότερα στην Επανομή οι καταδιωκόμενοι, με την αμνηστία που έδωσε ο βαλής της Θεσσαλονίκης Μεχμετ-Πασάς. Καθοριστικό ρόλο, φαίνεται ότι έπαιξε τότε η παρέμβαση και το “μπαξίσι” ενός Εβραίου μεγαλεμπόρου μεταξιού από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος είδε να αφανίζεται, μαζί με την Επανομή και η παραγωγή κουκουλιών, καθώς εκείνη την εποχή ήταν γεμάτη η περιοχή από μουριές που απέδιδαν μεγάλες ποσότητες εκλεκτού μεταξιού.
Τελικά, οι περισσότεροι Επανομίτες επέστρεψαν στο χωριό τους μετά το θάνατο, στα 1839, του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, όταν έγινε σουλτάνος ο Μετζίτ Α΄ που ήταν πιο διαλλακτικός και με φιρμάνι είχε χορηγήσει γενική αμνηστία, επιτρέποντας την ελεύθερη επιστροφή στα σπίτια τους όλων των κατά καιρούς φυγάδων.
Όμως η ιστορία της περιοχής δεν εξαντλείται εδώ.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, η Επανομή μαζί με τους Ζουμπάτες, δηλαδή τον Τρίλοφο και τους Καπουτζήδες, δηλαδή την Πυλαία, αποτελούσαν τα πιό βασικά κέντρα του Καζά της Θεσσαλονίκης, της περιφέρειας που κάλυπτε όλο το ανατολικό τμήμα του νομού Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, το 1886 ζούσαν στην Επανομή περίπου 500 οικογένειες χριστιανών γεωργών και ολιγάριθμοι Οθωμανοί. Στην υποδομή περιλαμβάνονταν μία εκκλησία, παντοπωλεία, καφενεία. Το 1900 ζούσαν εδώ 2.500 χριστιανοί, λειτουργούσαν δύο ελληνικά σχολεία με τρεις δασκάλους και 325 μαθητές. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό, στα 1912, ο πληθυσμός της Επανομής αποτελούνταν από 2.984 άτομα. Οι κάτοικοι της Επανομής θα ανέλθουν στους 3.430 το 1920, οκτώ χρόνια αργότερα, το 1928, θα αυξηθούν σε 4.060, ενώ το 1940 καταγράφονται 4.020 κάτοικοι.
Πλούσια συναιτεριστική δραστηριότητα
Φιλοπρόοδοι και δημιουργικοί οι Επανομίτες, έχοντας πάντα ως γνώμονα τη βελτίωση του βιοτικού τους επίπέδου και την ανάπτυξη του χωριού τους, θα δημιουργήσουν αμέσως μετά την απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό σειρά γεωργικών συνεταιρισμών και αγροτικών συλλόγων. Έτσι, το 1918 εμφανίζεται ο Γεωργικός Συνεταιρισμός Επανομής, που υπήρξε ένας από τους πρώτους που κάνουν την εμφάνισή τους στη Βόρεια Ελλάδα με ιδρυτές τους Νικόλαο Χαλιάπα και Πλαστήρα. Η νέα γεωργική οργάνωση νοίκιασε γαίες, περιόρισε τη βοσκή των προβάτων που κατέστρεφαν τις καλλιέργειες και κατασκεύασε αλευρόμυλο σύγχρονων προδιαγραφών. Ο Χαλιάπας πρωτοστάτησε τον Οκτώβριο του 1922 και στην ίδρυση της Ομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης και μάλιστα, στο ιδρυτικό της συνέδριο, που είχε γίνει στην αίθουσα του Λευκού Πύργου, είχε εκλεγεί πρώτος πρόεδρός της.
Τρία χρόνια πριν, τον Απρίλιο του 1919, ιδρύεται εδώ ο Σύνδεσμος Κτηνοτρόφων Επανομής από 48 ιδρυτικά μέλη και πρόεδρο τον Πολύζο Κατάκαλο, ενώ τον επόμενο χρόνο, το 1920 δημιουργείται ο Πρότυπος Αγροτικός Συνεταιρισμός Επανομής και ανάλογοι συνεταιρισμοί εμφανίζονται ταυτόχρονα στην Κουλακιά, δηλαδή τη Χαλάστρα, τον Κολυνδρό και τα Νέα Μάλγαρα.
Οι προσπάθειες οργάνωσης του αγροτικού κόσμου δεν σταμάτησαν εκεί, κι έτσι τον Απρίλιο του 1922 δημιουργείται ο Αγροτικός Σύνδεσμος Επανομής, έχοντας 56 ιδρυτικά μέλη τα οποία σύντομα έγιναν 137. Πρόεδρος του συνδέσμου εκλέχθηκε ο Δημήτριος Σαμαράς και γραμματέας ο Χρήστος Γραμμένος. Επίσης, στις 18 Δεκεμβρίου 1922 κάνει την εμφάνισή της η Εργατοαγροτική Ένωσις Διαφόρων Επαγγελμάτων Επανομής, που στη συνέχεια εγγράφεται στα σωματεία της δύναμης του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης. Πρόεδρος του σωματείου αυτού ήταν ο Κωνσταντίνιος Καβαρντίνας, γενικός γραμματέας ο Βασίλειος Τσακνάκης, ταμίας ο Βασίλειος Βουδούρης, ενώ στην εξελεγκτική επιτροπή μετείχαν οι Δημήτριος Κατσικίνης, Θεόδωρος Μπαλασάς και Γρηγόριος Σαμαράς.
Ακόμη, πρέπει να αναφερθεί η Αγροτική Ένωσης Επανομής, που είχε αναγνωριστεί από το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στις 15 Φεβρουαρίου 1929. Καρπός της συνεργασίας των γεωργικών συνεταιρισμών και αγροτικών συλλόγων του νομού, υπήρξε τη χρονιά εκείνη η δημιουργία του Γεωργικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης που πάσχιζε για την επίλυση των προβλημάτων του αγροτικού κόσμου, έχοντας ως Γενικό του Γραμματέρα τον αμπελουργό από την Επανομή, Γεώργιο Καραγκιόζη.
Η συμμετοχή στον πόλεμο και την Εθνική Αντίσταση
Και όταν λίγο αργότερα ήρθαν τα μαύρα χρόνια της επίθεσης κατά της πατρίδος μας από τη φασιστική Ιταλία και της χιτλερικής κατοχής από τα γερμανικά στρατεύματα, οι Επανομίτες εξάντλησαν όλα τα αποθέματα αλτρουϊσμού και αλληλεγγύης που διέθεταν, φιλοξενώντας στα σπίτια τους δεκάδες Θεσσαλονικείς που είχαν φύγει από την πόλη για να γλυτώσουν από τους ενελέητους βομβαρδισμούς από τα αεροπλάνα του Μουσολίνι και στη συνέχεια δίνοντας ψωμί στους πεινασμένους στα μαύρα χρόνια της Κατοχής.
Η Επανομή δεν έμεινε αδιάφορη και με το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης που αναπτύχθηκε για την απελευθέρωση της χώρας μας από το ναζιστικό ζυγό. Η πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής, βοηθούσε τον αγώνα ηθικά και υλικά με τρόφιμα, ιματισμό και άλλα εφόδια, τα οποία στη συνέχεια προωθούνταν στους αντάρτες του ΕΛΑΣ στο Χορτιάτη, μέσω ενός διαμετακομιστικού σταθμού που λειτουργούσε μυστικά στο Κάτω Σχολάρι.
Το Μπλόκο της Επανομής
Όταν αυτή η βοήθεια των Επανομιτών καταδόθηκε στους κατακτητές, οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στο χωριό στις 7 Αυγούστου 1944 και 300 κατοίκους, άνδρες στη συντριπτική τους πλειοψηφία ηλικίας από 16 έως 40 ετών, τους συνέλαβαν, οδηγώντας τους πεζούς, μετά από δεκάωρη πορεία από την Επανομή προς το στρατόπεδο «Παύλου Μελά» μέσα στο κατακαλόκαιρο, με καύσωνα που άγγιζε τους 40 βαθμούς, διψασμένους, νηστικούς, κάθιδρους και καταταλαιπωρημένους.
Τελικά, μετά από δεκαήμερη φυλάκιση τους περισσότερους τους άφησαν ελεύθερους, κάτω από την απαίτηση του Γερμανού ταγματάρχη Μούνγκ, υπεύθυνου των μεγάλων οχυρωματικών έργων που κατασκευάζονταν στην παραλία της Επανομής για την απόκρουση ενδεχόμενης συμμαχικής απόβασης, καθώς στο σύνολό τους σχεδόν οι όμηροι από την Επανομή εργάζονταν στα έργα αυτά. Όμως 15 και πλέον Επανομίτες, όχι μόνο δεν τους απελευθέρωσαν, αλλά τους οδήγησαν με βαγόνια μεταφοράς ζώων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, στη Γερμανία, όπου βίωσαν επί ένα ακριβώς έτος, απίστευτες καταστάσεις, με φοβερή πείνα, απάνθρωπες στερήσεις, αρρώστιες και άλλες κακουχίες, εξ αιτίας των οποίων πέθαιναν καθημερινά δεκάδες συγκρατούμενοί τους. Οι ίδιοι, επέστρεψαν στην Ελλάδα στις 24 Αυγούστου 1945 σκελετωμένοι, καταβεβλημένοι, άρρωστοι, έχοντας σημαδευτεί ανεπανόρθωτα από την απανθρωπιά που έζησαν στα χέρια των χιτλερικών δημίων τους. Χωρίς να χάσουν όμως την αγάπη τους για την πατρίδα και κυρίως, δίχως να απολέσουν την αγωνιστικότητα που τους διέκρινε και την ανθρωπιά τους.
Αξίζει να τους μνημονεύσουμε. Ήταν κατά αλφαβητική σειρά οι: Σωτήρης Αυγερινός, Μαγδαληνή Αυγερινού, Πέτρος Γαβαλιάτσης, Μόσχος Γεροβασιλείου, Γιάννης Γιοβάνης, Σταύρος Δασκαλόπουλος, Παναγιώτης Καράνος, Κώστας Λακερίδης, Βασίλης Λέμπερος, Παναγιώτης Λέμπερος, Δημήτριος Λυκεσάς, Δημήτρης Μπάκας, Σταύρος Σιαφλιάκης, Θεόδωρος Τσιρώνας, Θωμαή Χαλκιά.
Όμως η έρευνα για την μακραίωνη πορεία της Επανομής στο χρόνο, δεν εξαντλείται εδώ, καθώς η άμμος στην κλεψύδρα της ιστορίας της είναι ανεξάντλητη. Γιαυτό και σε μία από τις τελευταίες συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου του δήμου μας, διατύπωσα την πρόταση για τη δημιουργία ενός "Κέντρου Μελέτης της Ιστορίας Θερμαϊκού".
Η πρόταση αυτή εγκρίθηκε ομόφωνα από όλες τις δημοτικές παρατάξεις. Θέλω δε να πιστεύω ότι η διοίκηση του δήμου Θερμαϊκού που θα προκύψει από τις δημοτικές εκλογές της 26ης Μαίου, θα προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση αυτού του τόσο απαραίτητου για τη διαφύλαξη και ανάδειξη της ιστορίας της περιοχής μας εργαλείου. Κι εγώ μεν δεν θα μετέχω στο επόμενο δημοτικό συμβούλιο. Δεσμεύομαι όμως ότι από όποια θέση και αν βρίσκομαι, πολύ περισσότερο δε από τη θέση του περιφερειακού συμβούλου, αν φυσικά εκλεγώ, θα βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις στη δημιουργία του Κέντρου Μελέτης Ιστορίας Θερμαϊκού στο οποίο δικαιωματικά η Επανομή και η ιστορία της θα έχουν πρωτεύουσα θέση.

* Ο Σπύρος Κουζινόπουλος είναι δημοσιογράφος-συγγραφέας, υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος για την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας με την παράταξη “Κοιτάμε Μπροστά” του Χρήστου Γιαννούλη








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου