Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

O Χρυσοχόου, η Καισαριανή και η μετονομασία οδών

O δήμαρχος Καισαριανής Λεωνίδας Μανωλίδης αντιστάθηκε στις πιέσεις των δεξιών αξιωματούχων

του Σπύρου Κουζινόπουλου
Τρεις απανωτές ιστορικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας πριν από 60 και πλέον χρόνια, που δικαίωναν πανηγυρικά τον Δήμο Καισαριανής για τη στάση του στο θέμα της μετονομασίας δρόμων της περιοχής, έρχονται να δικαιώσουν πανηγυρικά την πρόσφατη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης για τη μετονομασία της οδού Αθανασίου Χρυσοχόου σε Αλμπέρτου Ναρ.

Η απόφαση για την τελευταία αυτή υπόθεση εκκρεμεί στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης όπου παραπέμφθηκε από το ΣτΕ, το οποίο θεώρησε ότι στην αρμοδιότητά του υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακύρωσης ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμόν 383/2018 απόφασή του και ύστερα από πρόταση του δημοτικού συμβούλου παλαιότερα και τότε βουλευτή Τριαντάφυλλου Μηταφίδη, αποφάσισε να αφαιρεθεί το όνομα του Χρυσοχόου από δρόμο της ανατολικής Θεσσαλονίκης, που είχε δοθεί κατά την περίοδο της δικτατορίας της χούντας, και να μετονομαστεί σε Αλμπέρτου Ναρ, ενός εξέχοντος λογοτέχνη και ιστορικού της εβραϊκής κοινότητας της πόλης.

Η απάλειψη του ονόματος του Χρυσοχόου αποφασίστηκε σχεδόν ομόφωνα από το τότε δημοτικό συμβούλιο (με αποχή μόνο της Χρυσής Αυγής), έπειτα από επιστημονική-ιστορική τεκμηρίωση, λόγω των αξιωμάτων του ως γενικού διοικητή Μακεδονίας και φρούραρχου Θεσσαλονίκης που είχε ο απόστρατος στρατηγός την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, αλλά και της εμφάνισής του ως μάρτυρα υπεράσπισης του εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν, υπεύθυνου για το ολοκαύτωμα των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα η απόφαση εκείνη του Δήμου Θεσσαλονίκης επικυρώθηκε και από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης με την υπ' αριθμόν 31197/1-6-2018 πράξη του συντονιστή της.


Η προσφυγή των απογόνων Χρυσοχόου

Οι δύο αυτές πράξεις του Δήμου Θεσσαλονίκης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στηρίχτηκαν στην πλήρη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Νόμος 3463/2006), που ρητά ορίζει πως «η ονομασία συνοικιών, οδών και πλατειών γίνεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται ύστερα από εισήγηση του οικείου συμβουλίου δημοτικής ή τοπικής κοινότητας».

Κατά εκείνων των αποφάσεων άσκησαν προσφυγή στο ΣτΕ οι απόγονοι του Χρυσοχόου, ενώ παράλληλα υπέβαλαν αγωγή κατά του Τρ. Μηταφίδη και των αγωνιστών της αντιδικτατορικής Αντίστασης, δικηγόρων Αλέκου Γρίμπα και Σπύρου Σακκέτα, που επιχειρηματολόγησαν υπέρ της απάλειψης του ονόματος του πρώην στρατιωτικού, ζητώντας μάλιστα ως αποζημίωση και από τους τρεις το εξωφρενικό ποσό των 600.000 ευρώ. Τώρα το θέμα εκκρεμεί και θα κριθεί η πολύκροτη αυτή υπόθεση από το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Οι τρεις αποφάσεις του ΣτΕ για την Καισαριανή

Παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση οι τρεις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που είχαν εκδοθεί πριν από έξι δεκαετίες, δεδομένου ότι μοιάζουν σχεδόν απόλυτα με την υπόθεση Χρυσοχόου και ότι τότε το ΣτΕ είχε δικαιώσει πανηγυρικά τον Δήμο Καισαριανής, απορρίπτοντας τις απανωτές προσφυγές του νομάρχη Αττικής για το θέμα της μετονομασίας τριών δρόμων της πολύπαθης αυτής περιοχής.

Ας δούμε όμως το ιστορικό εκείνου του θέματος που κρατούσε επί πέντε ολόκληρα χρόνια ανάστατους τους κατοίκους της Καισαριανής αλλά και όλης της χώρας.

Από τις αρχές της ίδρυσης του Δήμου Καισαριανής, όταν αποσπάστηκε το 1934 από τον Δήμο Αθηναίων και αποτέλεσε ξεχωριστό δήμο, είχαν δοθεί σε τρεις δρόμους της περιοχής τα ονόματα: Λεβέδου, Τέως και Χίου. Η Λεβέδου είναι κάθετη στους δρόμους Ευφρονίου και Ανδρέα Δημητρίου, η Τέως είναι παράλληλη της οδού Λεβέδου και η οδός Χίου είναι κάθετη στους δρόμους Μανωλίδη και Ανδρ. Δημητρίου.

Ομως, αμέσως μετά το τέλος του Εμφυλίου, ο διορισμένος από το μετεμφυλιακό κράτος δήμαρχος Καισαριανής, Ι. Χριστόπουλος, είχε προχωρήσει στη μετονομασία αυτών των δρόμων, δίνοντάς τους τα ονόματα Αμβράζη, Τζιλιάνου και Αλέξ. Πέτσα, με το αιτιολογικό ότι και οι τρεις υπήρξαν «πρόσωπα φονευθέντα υπό των ΕΛΑΣιτών διά την εθνικήν των δράσιν».

Οταν μετά τις πρώτες ελεύθερες μεταπολεμικές δημοτικές εκλογές της 15ης Ιανουαρίου 1951 εκλέχτηκε δήμαρχος μια γνωστή προσωπικότητα της Καισαριανής, ο δικηγόρος Λεωνίδας Μανωλίδης,1 μετά από εισήγησή του το δημοτικό συμβούλιο αποφάσιζε με συντριπτική πλειοψηφία στις 27 Σεπτεμβρίου 1955 την απόρριψη εκείνης της μετονομασίας και την επαναφορά της προηγούμενης ονομασίας των τριών οδών, δηλαδή Λεβέδου, Τέως και Χίου. Στηρίχτηκε μάλιστα στο γεγονός, πέρα από την ιστορική σημασία των τριών ονομάτων, ότι τα τρία πρόσωπα με τη δήθεν «εθνική δράση» στην πραγματικότητα υπήρξαν κατά την Κατοχή συνεργάτες των κατακτητών. Και μάλιστα, όπως ανέφερε στο βιβλίο του ο Ορέστης Μακρής, ο πρώτος από τους τρεις, ο πρώην αντισυνταγματάρχης Ευθύμιος Αμβράζης, ήταν επικεφαλής τμήματος των περιβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας. Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, ο Αμβράζης μαζί με άλλους δύο ταγματασφαλίτες είχαν εμφανιστεί πάνοπλοι στην Καισαριανή, στις 29 Mαΐου 1944, πυροβολώντας και σκοτώνοντας με καταιγισμό πυρών τον εφεδροελασίτη Καμπάνη. Κατόπιν αυτού, υπήρξε σύγκρουση με περίπολο του ΕΛΑΣ η οποία οδήγησε στον θάνατο και των τριών στη διάρκεια της μάχης.2

Η κηδεία του Αμβράζη και των άλλων δύο, σύμφωνα με δημοσίευμα στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» της Κατοχής, είχε γίνει παρουσία πολλών στελεχών της δωσίλογης κυβέρνησης Ράλλη και των ανώτερων Γερμανών αξιωματικών Μποός και Ζάιτελ, ενώ τον επικήδειο είχε εκφωνήσει ο υπουργός Εσωτερικών και Ασφάλειας της κυβέρνησης των δωσιλόγων, Αναστάσιος Ταβουλάρης, συντονιστής των προδοτικών Ταγμάτων Ασφαλείας και στενός συνεργάτης του αντιστράτηγου των Ες-Ες και αρχηγού της Γερμανικής Αστυνομίας στην Ελλάδα, Βάλτερ Σιμάνα.3


Ο νομάρχης απορρίπτει και ο Τάκος επικυρώνει...

Η απόφαση εκείνη του δημοτικού συμβουλίου Καισαριανής δεν άρεσε στην τότε κυβέρνηση της ΕΡΕ και ο υπουργός της Εσωτερικών, που ήταν ο γνωστός από την υπόθεση Μέρτεν, Δημήτριος (Τάκος) Μακρής με έγγραφό του στις 14/7/1956, θεωρώντας «μη σκόπιμον την μετονομασίαν των ως είρηται οδών», ζήτησε από τον νομάρχη Αττικής να την ακυρώσει. Κάτι που το έπραξε ο τελευταίος δέκα μέρες αργότερα, παραγγέλνοντας στον Δήμο Καισαριανής τη λήψη νέας απόφασης που θα ανακαλούσε την προηγούμενη.

Ο δήμαρχος Μανωλίδης. Η φωτογραφία είναι από την μηνιαία εφημερίδα Βύρωνα-Καισαριανής "Επικοινωνία"

Το δημοτικό συμβούλιο Καισαριανής που δεν υπέκυψε στις απαράδεκτες εκείνες εντολές κυβέρνησης και νομάρχη, αρνούμενο να τις εφαρμόσει, είχε λάβει νέα απόφαση στις 10 Αυγούστου 1956 επιμένοντας στην αρχική. Για να ακολουθήσει σχεδόν ένα χρόνο μετά, στις 7/6/1957, νέα πράξη του νομάρχη Αττικής, ακυρώνοντας εκ νέου όλες τις μέχρι τότε αποφάσεις του δήμου σχετικά με το θέμα, επιβάλλοντας παράλληλα προσωρινή αργία στον δήμαρχο Λεωνίδα Μανωλίδη για ανυπακοή και δίνοντας εντολή στο ΚΑ' Αστυνομικό Τμήμα να υποβάλει μήνυση κατά του δημάρχου για «απείθεια»...

Οταν και μετά από αυτές τις μεθοδεύσεις η Τοπική Αυτοδιοίκηση παρέμεινε αταλάντευτη στις θέσεις της, τότε εκδόθηκε από τον υπουργό Εσωτερικών της κυβέρνησης της Δεξιάς το Νομοθετικό Διάταγμα 3913 του 1958, το οποίο υποτίθεται ότι αναφερόταν «περί ορίου ηλικίας των υπαλλήλων ΟΤΑ», στην πραγματικότητα όμως προσπαθούσε να ανατρέψει τις αποφάσεις της δημοτικής αρχής Καισαριανής, ορίζοντας ότι «δι' αποφάσεως του υπουργού Εσωτερικών δύνανται να μετονομάζονται δημοτικαί οδοί, πλατείαι και συνοικίαι, εφόσον τα ονόματα τα οποία φέρουν ήθελον κριθεί ακατάλληλα». Και με βάση την αντιδημοκρατική αυτή διάταξη, ο υπουργός Εσωτερικών υπέγραψε στις 2/2/1959 απόφαση, προχωρώντας στην εκ νέου μετονομασία των τριών οδών της Καισαριανής, ξαναδίνοντας τα ονόματα των τριών δωσιλόγων.


Η ιστορική σπουδαιότητα των τριών τοπωνυμίων

Μετά από αυτό, το δημοτικό συμβούλιο Καισαριανής άσκησε προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 5 Μαρτίου 1959, θεωρώντας ότι οι αποφάσεις του υπουργού Εσωτερικών και του νομάρχη έπασχαν από έλλειψη αιτιολογίας, ήταν πεπλανημένες και ανεπαρκείς, συνιστώντας κατάχρηση εξουσίας. Οσο για τα περί «ακατάλληλων ονομάτων» που θεωρούσε η κυβέρνηση της ΕΡΕ την αρχική ονοματοδοσία των τριών δρόμων, ο Δήμος Καισαριανής έδινε αποστομωτική απάντηση, αναφέροντας τη σημαντική ιστορική σπουδαιότητα των τοπωνυμίων για τον Ελληνισμό, δεδομένου ότι:

● Η Λέβεδος και η Τέως ήταν ισχυρές πόλεις της αρχαίας Ιωνίας στην περιοχή της Λυδίας. Η πρώτη είχε αποικιστεί από Αθηναίους τον 10ο π.Χ. αιώνα με οικιστή έναν από τους γιους του Κόδρου και την περίοδο του Βυζαντίου ήταν έδρα του μητροπολίτη Εφέσου.

● Η Τέως, που οικίστηκε από τον ήρωα Αθάμαντα, υπήρξε πατρίδα του Ανακρέοντα και του Πρωταγόρα, ενώ ήταν σύμμαχος των Αθηναίων τον 5ο αιώνα π.Χ.

● Τέλος, η Χίος, πέρα από τη γνωστή ένδοξη ιστορία της, φιλοξένησε μεγάλο μέρος των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην Καισαριανή.

Τελικά, με την υπ' αριθμόν 235/1960 απόφασή του, που εκδόθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1960, ακύρωσε τις πράξεις του υπουργού Εσωτερικών και του νομάρχη Αττικής, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις τους περί «ακαταλληλότητας» της ονοματοδοσίας των τριών οδών με τα ονόματα Λέβεδος, Τέως και Χίος. Καθώς, όπως υπογράμμιζε, επρόκειτο για «ονόματα σεβασμίας ιστορικής παραδόσεως και σημασίας εθνικής, υπενθυμίζοντα τον τρισχιλιετή εν τω ανατολικώ Αιγαίω ελληνισμόν και την περιοχήν των εν γένει ιωνικών αποικιών. Εξ ων και προς την κυρίως Ελλάδα είχον προ της μεγάλης εν Αττική ακμής του 5ου π.χ. αιώνος μεταλαμπαδευθεί λίαν αξιόλογοι αξίαι πνευματικού πολιτισμού, καθαρώς ελληνικού, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθώσιν ως “ακατάλληλα”».

Σημειώνεται ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, με δύο προηγούμενες αποφάσεις του, την απόφαση 819/1957 της 8ης Απριλίου 1957 και την απόφαση 10/1958 της 8ης Ιανουαρίου, είχε αποφανθεί ότι ήταν άκυρες οι πράξεις του νομάρχη Αττικής για την ακύρωση της επαναφοράς της ονοματοδοσίας στους τρεις δρόμους. Επισημαίνοντας ότι η ονοματοδοσία των δημοτικών και κοινοτικών οδών και πλατειών αποτελεί καθαρά τοπική υπόθεση και ανήκει στην αρμοδιότητα των δημοτικών συμβουλίων, ενώ ο νομάρχης ασκεί μόνο έλεγχο νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας. Δικαιώνοντας έτσι πανηγυρικά τον Δήμο Καισαριανής και τον αγωνιστή δήμαρχό της Λεωνίδα Μανωλίδη.4


Σημειώσεις

1. Ο Λεωνίδας Μανωλίδης γεννήθηκε στην Αγιά της Λάρισας το 1889 και φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων. Τραυματίστηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Αμέσως μετά γράφτηκε στη Νομική Σχολή απ' όπου αποφοίτησε τα χρόνια του Μεσοπολέμου και άρχισε να δικηγορεί. Ελαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Στις δημοτικές εκλογές του 1951 αναδείχτηκε δήμαρχος Καισαριανής με ποσοστό 36% (σύμφωνα με τον τότε εκλογικό νόμο), παρά το κλίμα τρομοκρατίας που επικρατούσε την περίοδο εκείνη και παρά το γεγονός ότι οι Αρχές τού είχαν απαγορεύσει κάθε δημόσια συγκέντρωση ή περιοδεία. Μετά την εκλογή του οι πιέσεις και οι διώξεις εντάθηκαν με αποτέλεσμα να παυθεί αρκετές φορές από το αξίωμά του. Επανεκλέχτηκε δήμαρχος το 1954 παίρνοντας ποσοστό 45,79%, ενώ στις δημοτικές εκλογές του 1959 είχε λάβει το 60% των ψήφων, παρά τις συνεχιζόμενες ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και απαγορεύσεις. Ο Λεωνίδας Μανωλίδης πέθανε το 1968 ενώ απαγορεύτηκε στην κηδεία του η παρουσία φίλων, ακόμα και συγγενών. Αξιοσημείωτο στοιχείο του ήθους και της προσφοράς του είναι η δωρεά στον Δήμο Καισαριανής του σπιτιού του, που αποτελούσε και μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο. Ο Δήμος Καισαριανής τιμώντας τη μνήμη του έδωσε το όνομά του σε κεντρική οδό της πόλης και ονόμασε το νέο Κέντρο Κοινωνικής Πολιτικής και Προαγωγής Υγείας Δήμου Καισαριανής που δημιούργησε «Λεωνίδας Μανωλίδης».

2. Ορέστης Μακρής, «Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985.

3. Εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 3 Ιουνίου 1944

4. Ο Μανωλίδης σε ηλικία 75 ετών αποφάσισε να αποσυρθεί από τα δημοτικά πράγματα και στη θέση του υπέβαλε υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές του 1964 από την Αριστερά και εκλέχτηκε πανηγυρικά δήμαρχος Καισαριανής μία ιστορική φυσιογνωμία, ο Παναγιώτης Μακρής, που διετέλεσε δήμαρχος επί 26 ολόκληρα χρόνια με τη στήριξη του ΚΚΕ, αφήνοντας σπουδαίο έργο. Το 1964 είχαν εκλεγεί με τη στήριξη της ΕΔΑ δήμαρχοι σε πολλές πόλεις, με τον Νίκο Κιτσίκη στην Αθήνα, τον Γιώργο Κυριακάκη στον Πειραιά και τον Κώστα Τσίρο στη Θεσσαλονίκη.


Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών το Σαββατοκύριακο 23-24 Ιανουαρίου 2021

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου