Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Το όργιο της Μεγάλης Τετάρτης 1947 στο Γεντί Κουλέ

Η δολοφονική επίθεση κατά των πολιτικών κρατουμένων παραμονές Πάσχα όταν ζήτησαν καλύτερες συνθήκες φυλάκισης

του Σπύρου Κουζινόπουλου

Η Μεγάλη Τετάρτη στις 9 Απριλίου 1947, έμεινε στην ιστορία του Γεντί Κουλέ σαν μία από τις πιο αποφράδες μέρες του, με το όργιο τρομοκρατίας και κακοποίησης των πολιτικών κρατουμένων που είχε εξαπολυθεί από τη διοίκηση της φυλακής προκειμένου να καταπνιγούν οι διαμαρτυρίες για τις άθλιες μέχρι ασφυξία συνθήκες διαβίωσης τους στο μεσαιωνικό κάτεργο.

Επρόκειτο για διαμαρτυρίες από τους αγανακτισμένους δεσμώτες που έφτασαν μέχρι την ανυπακοή και την εξέγερση, ενώ τα μέτρα που έλαβε η διεύθυνση των φυλακών, με τη μεταφορά κρατουμένων στις φυλακές της Κασσάνδρας και της Αθήνας, δεν βελτίωσαν την κατάσταση. 

Γυναίκες πολιτικές κρατούμενες στις φυλακές "Καπναποθήκη" της Θεσσαλονίκης την ημέρα του Πάσχα
Παρ΄ όλα αυτά ο πληθυσμός των εγκλείστων αυξήθηκε τόσο, ώστε το 1947 ξέσπασαν δυναμικές διαμαρτυρίες κατά της εισαγωγής επιπλέον κρατουμένων. Μια τέτοια περίπτωση καταγράφθηκε τον Απρίλιο του 1947, όταν έφτασαν στο Γεντί Κουλέ 78 κρατούμενοι φαντάροι από την περιοχή της Κοζάνης. Σύμφωνα με μαρτυρίες: “η φυλακή εν τω μεταξύ είχε ξαναφουλάρει με μεμονωμένες αφίξεις, που κάθε μέρα σχεδόν φτάνανε. Και η καινούργια αποστολή ήταν πολυάριθμη. Αποφασίστηκε τούτη τη φορά να μην τους δεχτούμε με κανένα τρόπο μέσα. Ήταν παραμονές του Πάσχα, Μεγάλη Τετάρτη, και υπολογίζαμε πως δεν θα τολμούσαν τούτες τις μέρες τουλάχιστον να ασκήσουν βία”. 

Κι όμως, ο διευθυντής των φυλακών δεν υπολόγισε καθόλου το θρησκευτικό κλίμα των ημερών. Έτσι, αντί να ακούσει τα αιτήματα των κρατουμένων, διέταξε τη βίαιη αντιμετώπιση των διαμαρτυρόμενων. Δίνοντας εντολή σε δύναμη  “πολυάριθμων χωροφυλάκων και δεσμοφυλάκων, οπλισμένων με μαχαίρια, πιστόλια και κλόμπ να εφορμήσουν μέσα στους θαλάμους και να αρχίσουν να χτυπούν τους άοπλους δημοκρατικούς φυλακισμένους”. 

Ο Νϊκος Τζένας αφηγείται στον Σπύρο Κουζινόπουλο τα όσα πέρασε στο Γεντί Κουλέ 

"Μεταφέρονταν οι κρατούμενοι μπουλούκια-μπουλούκια"

Ένας από τους οργανωτές εκείνης της δυναμικής κινητοποίησης ήταν ο Νίκος Τζένας που μας εξιστόρησε:   

"Τέλη του 1946, αρχές του '47, οι φυλακές Επταπυργίου είχαν καταντήσει κέντρο διερχομένων, καθώς από όλες τις φυλακές της Βόρειας Ελλάδας που είχαν γεμίσει ασφυκτικά με τις συλλήψεις, τις εκκαθαρίσεις κλπ, μετέφεραν τους πολιτικούς κρατουμένους στο Γεντί Κουλέ για μεγαλύτερη ασφάλεια, καθώς από το κάτεργο αυτό ούτε απόδραση μπορούσε να γίνει αλλά ούτε και προσβολή του από έξω.

Για να “βολέψουν” όλον αυτό τον κόσμο που τον φέρναν μπουλούκια-μπουλούκια, είχαν μεταφέρει κάτι σιδερένια τρίπατα κρεβάτια. Και πάλι όμως ήταν αδύνατο να τακτοποιηθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι, που ήταν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, στο σημείο που να μην μπορεί κανείς να κουνηθεί, να κλείσει μάτι και να κοιμηθεί.

Ήρθε λοιπόν κάποια στιγμή που οι φυλακές φράκαραν. Κι όταν έφεραν μία νέα μεγάλη ομάδα κρατουμένων από τη Δυτική Μακεδονία, συνεννοηθήκαμε μαζί  τους και αποφασίσαμε να μην αφήσουμε εμείς οι παλιότεροι κρατούμενοι να μπουν στους θαλάμους, παρά να μείνουν στο προαύλιο, προκειμένου να κάνουμε γνωστό το πρόβλημά μας.

Η διοίκηση της φυλακής για να σπάσει την κινητοποίησή μας, έδωσε εντολή να γίνουν 25 συλλήψεις στελεχών (καπεταναίοι του ΕΛΑΣ, πολιτικά στελέχη κ.α.) και να κλειστούν στα μπουντρούμια. Αντιδράσαμε και διαμηνύσαμε στον διευθυντή Παπαδημητρόπουλο πως δεν θα επιτρέψουμε να πειραχτεί κανείς συγκρατούμενός μας. Όταν δε είδαμε τους φύλακες οπλισμένους να κινούνται απειλητικά εναντίον μας, αμπαρωθήκαμε μέσα στους θαλάμους, βάζοντας βαρέλια με νερό στις εισόδους, ενώ παράλληλα βγάλαμε χωνιά στα παράθυρα, φωνάζοντας τα αιτήματά μας. 

Ένα από τα κελιά της απομόνωσης όπου μετά βίας
μπορούσε να σταθεί όρθιος ένας κρατούμενος

Κακοποίηση των κρατουμένων μέχρι αναισθησίας

Τελικά η αντίστασή μας κάμφθηκε τη νύχτα της Μ. Τετάρτης όταν έφεραν μεγάλες αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις που έκαναν επίθεση, πυροβολώντας στον αέρα και κραδαίνοντας ρόπαλα. Το ξύλο που έπεσε, δεν περιγράφεται. Δεκάδες κρατούμενοι κακοποιήθηκαν μέχρι αναισθησίας. Ένας από αυτούς ήμουνα κι εγώ. Κάποια στιγμή από το πολύ ξύλο λιποθύμησα. Όταν συνήλθα κάποτε, ένοιωσα να με κρατούν στα χέρια για να με συνεφέρουν ο Γραμματέας του ΕΑΜ Χαλκιδικής, Στέργιος Οικονόμου και ο δάσκαλος Νίκος Μιχαηλίδης, ενώ ολόκληρο το κορμί μου ήταν πρησμένο από τα χτυπήματα των γκλομπ.

Αν και ήμασταν άγρια κακοποιημένοι, 25 άτομα μας έκλεισαν στα ανήλιαγα και μουχλιασμένα πειθαρχεία. Έγινε θόρυβος από τους συγγενείς μας και τον Τύπο και τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, λίγη ώρα πριν την Ανάσταση αναγκάστηκαν να μας βγάλουν από την απομόνωση και να μας οδηγήσουν στο αναρρωτήριο.

Εκείνη η κινητοποίησή μας είχε κάποιο αποτέλεσμα, καθώς λίγο μετά οι αρχές άρχισαν την αποσυμφόρηση της φυλακής, ενώ τους περισσότερους πολιτικούς κρατούμενους μας “μετακόμισαν” τον Ιούλιο του 1947 στη Γιούρα, μαζί με τον διευθυντή του Γεντί Κουλέ Παπαδημητρόπουλο και αποτελέσαμε την 1η διεύθυνση φυλακών Γιούρας. Ενώ στη θέση του Παπαδημητρόπουλου τοποθετήθηκε διευθυντής ο μέχρι τότε διοικητής του στρατοπέδου “Παύλος Μελάς”  Γεράσιμος Γλάστρας”.       

Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Κωνσταντινίδης ρωτήθηκε μετά την αργία του Πάσχα από τους δημοσιογράφους για τα αιματηρά επεισόδια στο Γεντί Κουλέ δήλωσε πλήρη άγνοια. Και όταν αμέσως τηλεφώνησε στον διευθυντή της φυλακής Παπαδημητρόπουλο, ο τελευταίος δικαιολογήθηκε ότι “είναι μεγαλοποιημένα τα όσα ακούγονται”. Σύμφωνα με τα σχόλια του τοπικού Τύπου η απόκρυψη των επεισοδίων εκ μέρους της διεύθυνσης της φυλακής προς την προϊστάμενη αρχή της, που είναι η εισαγγελία σημαίνει ότι υπήρχε προσπάθεια συγκάλυψης. Κάτι που συνδέεται και με την απαγόρευση που είχε επιβληθεί στους πολιτικούς κρατούμενους να δέχονται επί δύο εβδομάδες επισκεπτήριο, ώστε να μην μπορούν να ενημερώσουν τους συγγενείς αλλά και τους συνηγόρους τους για τα όσα διαδραματίστηκαν στη φυλακή. 

Εκδικητικά στα σκοτεινά μπουντρούμια

Σε επιστολή που απέστειλαν οι 25 πολιτικοί κρατούμενοι που ως τυφλοπόντικες είχαν κλειστεί εκδικητικά στα σκοτεινά μπουντρούμια του Επταπυργίου, καταγγέλονταν ότι “ύστερα από τη δολοφονική επίθεση ενάντια στους δημοκρατικούς κρατούμενους του Επταπυργίου [..] βρισκόμαστε αυστηρά απομονωμένοι, ξυλοκοπημένοι και τραυματισμένοι στα απομονωτήρια-τάφους, χωρίς φως, χωρίς αέρα και ήλιο, με τοίχους που στάζουν νερά. Ανάμεσά μας βρίσκονται προφυματικοί με ρευματισμούς, καθώς και ο ασπρομάλλης Δημήτρης Τασιανόπουλος, μέλος της Κ.Ε. του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας, όλοι σχεδόν με σπασμένα κεφάλια και πλευρά”. 

Πόρισμα που λίγο αργότερα παρουσίασαν οι αρχές υπό τον τίτλο “τα έκτροπα των φυλακών Επταπυργίου” ανέφερε την εκδοχή της διεύθυνσης των φυλακών για τα επεισόδια:

“Οι κρατούμενοι ηρνούντο να δεχθούν εις τoυς θαλάμους των 78 βαρυποινίτας, κατόπιν όμως έθεσαν ως όριον ότι τότε μόνον θα τους δεχθούν όταν αρθούν αι πειθαρχικαί ποιναί εις ορισμένους εξ αυτών. Τελικώς όμως υπέκυψαν. Των θαλάμων όμως 1,2,5 και 6 όχι μόνον δεν επειθάρχισαν αλλά συγκεντρωθέντες εις τας θύρας ηπείλουν και έβριζον και έρριπταν κατά του προσωπικού κυτία κονσερβών και άλλα αντικείμενα. Ο κατάδικος μάλιστα Β. Μαντονακάκης ενισχυόμενος υπό άλλων, έπιασε βιαίως τον διευθυντήν των φυλακών και τον έσυρεν εις το εσωτερικόν. Εις τας φωνάς του προσέτρεξε δύναμις της φρουράς υπό τον ανθυπολοχαγόν κ. Μαγγανάραν και τον ηλευθέρωσε. Η στρατιωτική δύναμις εχρησιμοποίησε προς τούτο κλόμπς δια των οποίων υπέστησαν κακώσεις, χωρίς σοβαρόν τραύμα, 20 εκ των σοβαρώς ανθισταμένων καταδίκων”. 

Έκκληση πολιτικών κρατουμένων Γεντί Κουλέ για τις συνθήκες φυλάκισής τους

Μετά τα γεγονότα αυτά οι πολιτικοί κρατούμενοι του Γεντί Κουλέ “γιόρτασαν” το Πάσχα του 1947 μέσα σε ιδιαίτερα βαρύ κλίμα, χωρίς επισκεπτήριο από τους δικούς τους ανθρώπους, ενώ το συσσίτιο στο πασχαλινό τραπέζι περιλάμβανε μόνο κάποια ίχνη κρέατος. Αλλά και όταν οι κρατούμενοι ξανάρχισαν να δέχονται επισκεπτήριο, αυτό γινόταν κάτω από την άμεση αυστηρή επίβλεψη των φυλάκων και με την απαγόρευση να αναφέρουν οτιδήποτε για το πως περνούν.   

Τελικά ύστερα από ένα χρόνο, στις 11 Απριλίου 1948 έγινε στο κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης η δίκη 23 κρατουμένων που κατηγορούνταν ως πρωταίτιοι για τα γεγονότα της Μ.Τετάρτης 1947 στο Επταπύργιο και αντιμετώπιζαν τις κατηγορίες της στάσης, της αντίστασης κατά της αρχής, της φθοράς δημόσιας περιουσίας κ.α. Όπως θυμούνταν ο Νίκος Τζένας:

“Από την αρχή, θέλανε να κριθεί αναρμόδιο το κακουργιοδικείο, ώστε να μας περάσουν έκτακτο στρατοδικείο, οπότε θα γινόμασταν σίγουρα μακαρίτες. Έκαναν όμως μία γκάφα: Έβαλαν ανάμεσα στους κατηγορούμενους και τον γραμματέα της ομάδας των πολιτικών κρατουμένων του Γεντί Κουλέ, Σωτήρη Τούτουνα (Γόλης) που ήταν στην Αντίσταση γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής Πέλλας του ΚΚΕ και ο οποίος όμως είχε μεταχθεί ένα μήνα πριν τα γεγονότα από το Επταπύργιο στις φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα.

Ρωτούσαν λοιπόν οι δικηγόροι μας και οι δικαστές τους μάρτυρες κατηγορίας φύλακες και αστυνομικούς:

 -”Ήταν ο Τούτουνας στα γεγονότα”;

-«Βεβαίως, πρωτοστατούσε», απαντούσαν αυτοί.

Και όταν τους παρουσιάζαμε τη βεβαίωση ότι είχε στο μεταξύ μεταφερθεί σε άλλη φυλακή, κατάπιναν τη γλώσσα τους. Άσε που καταρρίφθηκε και μία άλλη κατηγορία ότι τάχα στη διάρκεια των γεγονότων πετούσαμε λέει στάμνες από τα παράθυρα για να χτυπήσουμε τους φύλακες. Χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν πως ήταν δυνατόν από τα κάγκελα των παραθύρων των θαλάμων να χωρέσουν οι στάμνες.

Μετά από όλα αυτά, από τους 23 που δικαζόμασταν ως πρωταίτιοι, καταδικαστήκαμε μόνο οι έξι σε τρίμηνη φυλάκιση ο καθένας. Εγώ, ο Νίκος Τζένας και οι συγκρατούμενοί μου Αθ. Δεμερτζόγλου, Μαντωνάκης, Θεοχαρίδης, Δ. Μουρατίδης και Παπαδόπουλος”. 


Το καταπιεστικό καθεστώς

Το καταπιεστικό καθεστώς συνεχίστηκε και μετά την καταστολή της εξέγερσης της Μ. Τετάρτης και γινόταν όλο και πιο σκληρό όσο φούντωνε στα βουνά ο Εμφύλιος. Σύμφωνα με επιστολή πολιτικών κρατουμένων, η διοίκηση του Γεντί Κουλέ με τους δεσμοφύλακες είχαν επιβάλει πλέον ένα τυραννικό καθεστώς, κάνοντας τη ζωή τους αφόρητη, ενώ ο δρόμος προς τα μπουντρούμια ήταν μόνιμα ανοιχτός ακόμα και για ασήμαντες αφορμές. Έτσι, όταν ένας κρατούμενος διαμαρτυρήθηκε γιατί ήθελαν να τους μαγειρέψουν κουκιά με τις φλούδες, κάποιος αρχιφύλακας με κλωτσιές και ξύλο τον έκλεισε στο πειθαρχείο. “Μας απαγορεύουν να φοράμε καπέλα, μας απαγορεύουν να βλέπουμε τους δικηγόρους μας, στα δικαστήρια μας στέλνουν με τη στολή του κατάδικου και κάθε εργόχειρο που στέλνουμε στα σπίτια μας το θρυμματίζουν, για να βρουν μέσα “σημειώματα”, αναφέρονταν στην καταγγελία. 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του καταδικασμένου σε θάνατο, Χρόνη Μίσσιου, για τους πολιτικούς κρατούμενους που είχαν την ατυχία να γνωρίσουν τον “σωφρονισμό” του μπουντρουμιού, οι φύλακες εφάρμοζαν διάφορου τύπου ψυχολογικά βασανιστήρια. Ένα από αυτά, ήταν οι δυνατοί θόρυβοι κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο έγκλειστος ακούγοντας ξαφνικά δυνατούς ήχους από ξυλοδαρμούς των υπόλοιπων εγκλείστων μέχρι και τον απλό  ήχο των κλειδιών στη σιδερένια πόρτα, διαταράσσονταν ψυχικά: “Αυτός ουρλιάζει, αυτοί βαράνε. Μαζεύομαι στη γωνιά του κελιού και κλείνω τα αυτιά μου να μην ακούω”.

ΠΗΓΗ: Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου "Γεντί Κουλέ, η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.