Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

Γάμος με το θάνατο

Οι ηρωικοί βαθμοφόροι της Χωροφυλακής Στάθης Βαμβέτσος και Κώστας Κυριακόπουλος 
του Σπύρου Κουζινόπουλου
Το αντιστασιακό “Δίκτυο Βαμβέτσου” στη Θεσσαλονίκη και η δράση του, η φυγάδευση Άγγλων αιχμαλώτων πολέμου από το στρατόπεδο συγκέντρωσης “Παύλος Μελάς”, η σύλληψη των μελών της οργάνωσης από τους Ναζί, το ηρωϊκό τέλος των επικεφαλής της, βαθμοφόρων της Χωροφυλακής Στάθη Βαμβέτσου και Κώστα Κυριακόπουλου και ο συγκινητικός γάμος του τελευταίου στο Γεντί Κουλέ πριν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα. 1η συνέχεια


Τίποτα δεν πρόδιδε εκείνο το βροχερό πρωϊνό της Παρασκευής 17 Οκτωβρίου 1941 τα όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν στις φυλακές Επταπυργίου της Θεσσαλονίκης. Τα πρωτοβρόχια είχαν αρχίσει στην πόλη και οι κρατούμενοι του φοβερού Γεντί-Κουλέ, μπορεί να μην έβλεπαν τη βροχή να πέφτει στο παραθύρι τους, καθώς στο βυζαντινό κάστρο-φυλακή δεν υπήρχαν ανοίγματα για να βλέπουν το τι γίνεται στον έξω κόσμο. Ωστόσο ο ήχος που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν στο προαύλιο, αλλά και οι μυρωδιές που αναδύονταν την ώρα που της βροχής οι στάλες έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα, στο εξωτερικό του Επταπυργίου, ενημέρωναν τους φυλακισμένους για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στον έξω κόσμο.
Το νέο μεταδόθηκε γρήγορα μεταξύ των κρατουένων, από στόμα σε στόμα ή με τα συνθηματικά χτυπήματα στους τοίχους των κελιών ή και αργότερα κατά τη διάρκεια του προαυλισμού τους. “Λίγο πριν το μεσημέρι, θα έχουμε γάμο”.
Η τελετή είχε προγραμματιστεί να γίνει λίγο πριν την ώρα του επισκεπτηρίου, στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ελευθερίου Επταπυργίου. Ενός αγίου που ενώ θεωρούνταν ο προστάτης κάθε έννοιας ελευθερίας, έμελε το παρεκκλήσι του στο Γεντί Κουλέ να είναι φορτωμένο με δυσάρεστες μνήμες από τα βάσανα των φυλακισμένωνκαι το άλυκο αίμα των εκτελεσμένων.

Κώστας Κυριακόπουλος
Η τελευταία επιθυμία του μελλοθάνατου
Γαμπρός, ήταν ο καταδικασμένος σε θάνατο για την αντιστασιακή του δράση, Ενωμοτάρχης της Χωροφυλακής, Κώστας Κυριακόπουλος και νύφη η πολυαγαπημένη του Αμαλία Γουριώτη. Ο Κυριακόπουλος δεν είχε πει στους δικούς του για την καταδίκη του, για να μην τους ανησυχήσει, καθώς μέχρι τις τελευταίες μέρες έλπιζε ότι δεν θα εκτελεστεί η εσχάτη των ποινών. Όταν όμως του ανακοίνωσαν ότι τα επόμενα εικοσιτετράωρα θα οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, θεώρησε ότι σαν τίμιος άντρας, έπρεπε να πράξει το καθήκον του. Έτσι ζήτησε από τους Γερμανούς ως τελευταία του επιθυμία να παντρευτεί την Αμαλία. Να μην την αφήσει αστεφάνωτη και χωρίς όνομα τα παιδιά του. Οι Γερμανοί δέχθηκαν.
Ο διευθυντής της φυλακής είχε επιτρέψει στο γαμπρό, αντί για τα συνηθισμένα ρούχα των φυλακισμένων, να φορέσει τα “καλά” του: ένα ελαφρώς τριμμένο από την πολυκαιρία κοστούμι, με τα σημάδια της πολυκαιρίας στο σακκάκι. Η νύφη, ήταν ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα. Φροντισμένη αλλά άβαφη καθώς γνώριζε ότι μετά το στεφάνωμα, θα έρχονταν ο χάρος να αρπάξει τον αγαπημένο της και να στερήσει τον πατέρα από το κοριτσάκι της, που τη συνόδευε στην τελετή αλλά και από το δεύτερο παιδί τους που κουβαλούσε στην κοιλιά.

«Ούς ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω»
Είχε πάει η ώρα 11 το πρωί, όταν ο εφημέριος του Ιερού Ναού της Αναλήψεως Θεσσαλονίκης, ο ηρωικός παπά-Βαγγέλης Μουρτζάνος, που είχε επιφορτιστεί με το βάρος της τελετής, κάλεσε κοντά τους δύο νεόνυμφους, που ήταν ο Ενωμοτάρχης της Χωροφυλακής, Κώστας Κυριακόπουλος και η πολυαγαπημένη του Αμαλία Γουριώτη. Την ώρα που ο ιερέας έλεγε το «Ούς ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω», η νύφη έβαλε γοερά τα κλάματα καθώς σκέφτηκε ότι λίγες ώρες αργότερα, λίγες ημέρες μετά, ο αγαπημένος σύζυγός της θα έφευγε από τη ζωή, από το σατανικό χέρι πανούργων ανθρώπων, οι οποίοι στο όνομα ότι φέρνουν στην Ευρώπη τη “Νέα Τάξη πραγμάτων”, σκορπούσαν τον όλεθρο και τη δυστυχία. Όταν άρχισε ο θρήνος της Αμαλίας, δυνάμωσε και η βροχή, λες και οι δυνάμεις της φύσης έσπευδαν να συμπαρασταθούν στη δοκιμασία του νιόπαντρου ζευγαριού. Για όλους ο γάμος είναι η αρχή μιας νέας ζωής. Για τον υπαξιωματικό της Χωροφυλακής Κυριακόπουλο ήταν ο προθάλαμος του θανάτου. Και για την Αμαλία Γουριώτη, η αρχή της χηρείας της.
Ο νεαρός στην ηλικία υπενωμοτάρχης την έσφιξε στην αγκαλιά του, τη φίλησε στοργικά και της ζήτησε στο όνομα της αγάπης τους αλλά και των παιδιών τους να κάνει κουράγιο. Τα λόγια έβγαιναν σαν κοφτερά σπαθιά, λέγοντάς της ότι όση πίκρα κι αν θα σκορπούσε ο επικείμενος χαμός του, ο θάνατος θα ήταν γλυκός καθώς θα πέθαινε για την πατρίδα, την Ελλάδα που τόσο αγαπούσαν και οι δύο.

Η πόρτα της απομόνωσης του Γεντί Κουλέ
Για την πατρίδα την πολυαγαπημένη
Πέντε μέρες αργότερα, στις 5 το πρωί της 22ας Οκτωβρίου 1941, πριν ακόμη χαράξει η αυγή, ο Κώστας Κυριακόπουλος στήνονταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, στον “συνήθη τόπον εκτελέσεων” πίσω από το Επταπύργιο, βαδίζοντας θαρραλέα προς το θάνατο μαζί με τον συνάδελφό του στη Χωροφυλακή, κουμπάρο και καλό του φίλο, τον Ανθυπομοίραρχο, Στάθη Βαμβέτσο, μια ηρωϊκή επίσης μορφή του τρισένδοξου κινήματος της Εθνικής Αντίστασης. Ο Βαμβέτσος, επικεφαλής ενός δικτύου αστυνομικών και πολιτών που εργάζονταν για τη διαφυγή από τα νύχια των κατακτητών, Βρετανών στρατιωτικών και έμεινε στην ιστορία ως “οργάνωση Βαμβέτσου”, απευθύνεται στους Γερμανούς στρατιώτες που είχαν αναλάβει το άχαρο έργο της εκτέλεσης των δύο ηρώων και τους βροντοφωνάζει στη γερμανική γλώσσα που τη γνώριζε καλά:
- “Γερμανοί στρατιώτες, η φλόγα της Ελευθερίας εδώ στην Ελλάδα πρωτοάναψε και ποτέ δεν θα σβήσει”. Την ίδια ώρα, ψέλνουν και οι δύο τον Εθνικό Υμνο. Ο επικεφαλής Γερμανός Αξιωματικός εκνευρισμένος διατάζει "πυρ".
Οι δύο μελλοθάνατοι, που αρνήθηκαν να τους δέσουν τα μάτια, κραύγασαν με όση δύναμη διέθεταν “Ζήτω η Ελλάδα”, την ώρα που ακούγονταν ο ήχος από την εκπυρσοκρότηση των όπλων που κρατούσαν οι άνδρες του γερμανικού εκτελεστικού αποσπάσματος. Οι δύο ηρωϊκοί αστυνομικοί βάφουν με το αίμα τους τη γη. Είναι από τους πρώτους εκτελεσθέντες με απόφαση Στρατοδικείου, αγωνιστές της Ελληνικής Αντίστασης κατά των χιτλερικών κατακτητών. Είναι από τους πρώτους τιμημένους νεκρούς της ένδοξης Εθνικής μας Αντίστασης.
Ένα αναχρονιστικό μέτρο
Ας δούμε όμως γιατί ο νιόπαντρος μελλοθάνατος Κώστας Κυριακόπουλος ζήτησε ως “τελευταία επιθυμία” πριν την εκτέλεση, την τέλεση αυτού του γάμου.
Μέχρι τότε, με βάση ένα αναχρονιστικό και βαθειά αντιδραστικό πλέγμα νόμων και διατάξεων που ίσχυε στα Σώματα Ασφαλείας, απαγορεύονταν εκτός των άλλων στους κατώτερους αστυνομικούς, ακόμη και στους υπαξιωματικούς να παντρευτούν πριν φτάσουν σε μια ορισμένη ηλικία, που ήταν πάνω από τα σαράντα χρόνια. Οι αυστηροί κανονισμοί της Χωροφυλακής υποχρέωναν επίσης τα όργανα τάξης, μέχρι και το βαθμό του Ενωμοτάρχη, τις περισσότερες ώρες του 24ώρου, να απασχολούνται σε πολλές υπηρεσίες, μέσα στα αστυνομικά καταστήματα ή έξω από αυτά, χωρίς να γίνεται λόγος, για ανθρώπινα δικαιώματα, που ήταν τελείως άγνωστα. Φορούσαν τη στολή τους και με αυτή, μέρα - νύχτα γύριζαν, είτε βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, είτε όχι. Και φυσικά, διέμεναν υποχρεωτικά στα αστυνομικά τμήματα, με συνέπεια να μην έχουν σχεδόν καθόλου προσωπική ζωή.
Και φυσικά, το μεγάλο πρόβλημα για τους κατώτερους αστυνομικούς, ήταν η απαγόρευση τέλεσης γάμου, παρά μόνο όταν έφταναν σε μεγάλη ηλικία. Εκατοντάδες ήταν τα όργανα της τάξης που εκδιώχτηκαν από το Σώμα που αγαπούσαν και έχασαν τη δυνατότητα επαγγγελματικής τους αποκατάστασης, κι αυτό επειδή είχαν τολμήσει, να γνωριστούν και να συνδεθούν με κάποια γυναίκα και να την παντρευτούν ή να διατηρούν σχέση με αυτή. Σφίγγες οι παραβάτες του Κανονισμού, αλλά όσο και να ήθελαν να μένουν στο απυρόβλητο, αν το μυστικό τους διέρρεε, τίποτα δεν τους έσωζε. Συνερχόταν αμέσως το πειθαρχικό συμβούλιο και με απόφασή του τους έστελνε σπίτι τους. Κι αυτό σε μία εποχή που η ανεργία ήταν σε δυσθεώρητα ύψη.
Τελικά, οι γάμοι των κατώτερων αστυνομικών έπαψαν να είναι «παράνομοι» για την υπηρεσία τους, κι αυτό μόλις το 1954, όταν με νόμο που θέσπισε ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Παυσανίας Λυκουρέζος, πατέρας του γνωστού δικηγόρου των Αθηνών, αναγνωρίστηκαν οι γάμοι χιλιάδων ανδρών της Χωροφυλακής. Μέχρι τότε, ήταν εκατοντάδες ή χιλιάδες οι χωροφύλακες, οι οποίοι, καθώς δεν επιτρεπόταν ο γάμος, παρέμεναν άγαμοι και έφευγαν ύστερα από 25 ή και 30 χρόνια υπηρεσίας, με λευκά μαλλιά, χωρίς οικογένεια και με ένα δικαιολογημένο παράπονο, “γιατί τόση αυστηρότητα”.


Πίσω από το Γεντί Κουλέ εκτελέστηκαν από τους Ναζί οι ήρωες Στάθης Βαμβέτσος και Κώστας Κυριακόπουλος
Σ' αυτή την κατηγορία, υπάγονταν και ο Κώστας Κυριακόπουλος, που είχε γεννηθεί στο Λατζόι της Ηλείας. Τελειώνοντας το σχολείο και εκπληρώνοντας τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις παρακολούθησε τη σχολή υπενωμοταρχών της Χωροφυλακής και διορίστηκε υπενωμοτάρχης στη Ξάνθη. Το 1937 ο Κώστας, μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και τοποθετήθηκε στο τμήμα Ειδικής Ασφαλείας και στη συνέχεια, στο Α΄ Αστυνομικό Τμήμα Νεάπολης . Διοικητής εκείνου του Τμήματος, ήταν ο Υπομοίραρχος Στάθης Βαμβέτσος, με τον οποίο συνδέθηκε με ειλικρινή συναδελφική και αδερφική φιλία. Μάλιστα ο Βαμβέτσος βάφτισε και το πρώτο του παιδί, τη Χαρούλα που γεννήθηκε το 1940.
2η συνέχεια: Oι Άγγλοι αιχμάλωτοι του “Παύλος Μελάς” και το δίκτυο Βαμβέτσου 
Πως λειτουργούσε το “Δίκτυο Βαμβέτσου” από τους δύο ηρωϊκούς βαθμοφόρους της Χω ροφυλακής. Η φυγάδευση πεντακοσίων και πλέον Άγγλων στρατιωτικών από το στρατόπεδο συγκέντρωσης “Παύλος Μελάς”. Οι συλλήψεις των μελών της οργάνωσης και τα βασανιστήρια στα κολαστήρια της Γκεστάπο. Η θαρραλέα στάση τους κατά τη δίκη στο γερμανικό Έκτακτο Στρατοδικείο.  
http://farosthermaikou.blogspot.com/2019/07/o.html

3η συνέχεια: Η εκτέλεση των δύο ηρώων Βαμβέτσου και Κυριακόπουλου
 Το ηρωϊκό τέλος των δύο βαθμοφόρων της Χωροφυλακής. Πέθαναν ζητωκραυγάζοντας για την Ελλάδα μπροστά στο γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα. Ποιά ήταν η Κύπρια Κυριακή Κράμβη. Ένα ποίημα για τους ήρωες.
http://farosthermaikou.blogspot.com/2019/07/blog-post_29.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου