Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

H ομιλία του Σπ.Κουζινόπουλου για την απελευθέρωση

Η φωτογραφία με τον Σπ.Κουζινόπουλο στο βήμα του Δημοτικού
Συμβουλίου Θεσσαλονίκης από την ειδησεογραφική ιστοσελίδα Voria.gr
«Μόνο ένας λαός καλά πληροφορημένος για το παρελθόν του, αλλά και για τα λάθη που έγιναν, ένας λαός που στοχάζεται τα μαθήματα της Ιστορίας, που μαθαίνει να ξεχωρίζει τους φίλους από τους εχθρούς, μπορεί να έχει βαρύνουσα γνώμη στα γεγονότα», σημείωσε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, Σπύρος Κουζινόπουλος, μιλώντας το απόγευμα της Δευτέρας στην ειδική συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης, που έγινε για να τιμηθεί η επέτειος των 70 χρόνων απελευθέρωσης της πόλης από τους Ναζί.

Τόσο ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης, όσο και οι εκπρόσωποι όλων των παρατάξεων στο δημοτικό συμβούλιο, εξήραν την τεράστια συμβολή του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και των άλλων εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Θλιβερή εξαίρεση, αποτέλεσε ο εκπρόσωπος της «Χρυσής Αυγής» Αρτέμης Ματθαιόπουλος, που επιδόθηκε σε προκλήσεις, καθώς χρησιμοποίησε εμφυλιοπολεμική γλώσσα και επιχειρήματα, τα ίδια που μεταχειρίζονταν και οι συνεργάτες των κατακτητών.
«Όταν οι νέοι μας σήμερα έχουν παντελή άγνοια για τα δεινά που προκάλεσε ο ναζισμός στη χώρα μας, όταν δεν διδάσκονται στα σχολεία για το χιτλερικό τέρας που βύθισε την ανθρωπότητα στον όλεθρο, ας μην απορούμε που βρέθηκαν θιασώτες του Ναζισμού και στη σημερινή εποχή», επισήμανε ο Σπ. Κουζινόπουλος.
Ολόκληρη η ομιλία του έχει ως εξής:
«Κύριε Δήμαρχε, κυρίες και κύριοι δημοτικοί σύμβουλοι
Θέλω να ευχαριστήσω το φίλο πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης, Παναγιώτη Αβραμόπουλο, για την πρόσκληση να είμαι ομιλητής στη σημερινή συνεδρίαση που σκοπό έχει να τιμηθεί ένα από τα κορυφαία για την πόλη της Θεσσαλονίκης γεγονότα, όπως η απελευθέρωσή της από τον χιτλερικό ζυγό. Αλλά επίσης να ευχαριστήσω και όλους εσάς τους δημοτικούς συμβούλους. Τον σύντροφό μου από τα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα, Τριαντάφυλλο Μηταφίδη, που έκανε τη σχετική πρόταση και πρωτίστως το δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη, για την απόφαση να καθιερωθεί εφεξής η ημερομηνία της 30ης Οκτωβρίου ως μεγάλη γιορτή και να τιμάται κάθε χρόνο μαζί με την 26η και την 28η Οκτωβρίου.
Είχα την σπάνια ευκαιρία να είμαι δίπλα στον αείμνηστο δήμαρχο Θανάση Γιαννούση, σύμβουλός του αμισθί για θέματα Τύπου, όταν το 1981 εισηγούνταν, στο τότε δημοτικό συμβούλιο, την καθιέρωση της 30ης Οκτωβρίου ως επίσημης γιορτής της πόλης. Θα είναι ευτυχής εκεί που βρίσκεται που επιτέλους, μετά από 33 ολόκληρα χρόνια, υλοποιείται εκείνη η απόφασή του και τιμάται αυτό το τόσο σημαντικό ιστορικό γεγονός.
Και πράγματι: H απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από το ναζιστικό ζυγό, στις 30 Οκτωβρίου 1944, πιστεύω ότι γράφτηκε με τα πιο χρυσά γράμματα στις σελίδες της νεότερης ιστορίας της, καθώς ήρθε σαν συνέχεια, σαν φυσική εξέλιξη της ηρωϊκής αντίστασης του λαού της πόλης στα χρόνια της χιτλερικής κατοχής.
Από τους μεγαλύτερους τίτλους τιμής για την πρωτεύουσα της ελληνικής Μακεδονίας, ήταν η δημιουργία εδώ στη Θεσσαλονίκη στις 15 Μαϊου 1941, ένα μόλις μήνα μετά την γερμανική εισβολή, της εθνικοαπελευθερωτικής οργάνωσης «Ελευθερία». Με πρωτοβουλία του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, αλλά και τη συμμετοχή στελεχών από όλο το πολιτικό φάσμα της εποχής, με στρατιωτικό αρχηγό τον συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό. Η «Ελευθερία», ήταν η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση που είχε δημιουργηθεί σε ολόκληρη την κατεχόμενη από τις ορδές του Γ΄ Ράϊχ Ευρώπη. Σαλπίζοντας το μήνυμα της λευτεριάς, της αντίστασης, της αξιοπρέπειας, της ελπίδας.
Όσο πιο σκληρή γίνονταν η Γερμανική κατοχή, όσο πιο καταπιεστικά ήταν τα μέτρα, -με τις αθρόες εκτελέσεις, την πείνα, την ομηρεία, την απόγνωση, το θάνατο -  τόσο οι Θεσσαλονικείς αντιστέκονταν όλο και πιο μαζικά, αψηφώντας τα εκτελεστικά αποσπάσματα των ναζί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης, οι εκτελεσμένοι από τους χιτλερικούς κατακτητές ξεπερνούσαν στα τριάμισι χρόνια της σκλαβιάς τους 850. Χώρια τους πατριώτες που δολοφονούσαν εν ψυχρώ οι ταγματασφαλίτες συνεργάτες των χιτλερικών. Χώρια και τους κοντά 50.000 Εβραίους συμπολίτες μας που οδηγήθηκαν στα κρεματόρια του ναζισμού, με συνέπεια να αφανιστεί ένα από τα σημαντικότερα τμήματα του πληθυσμού της πόλης.
Οι εκτελέσεις Θεσσαλονικέων και άλλων Ελλήνων, ήταν καθημερινό φαινόμενο σ’ αυτή την πόλη εκείνα τα δίσεκτα χρόνια. Το Επταπύργιο, το Κόκκινο Σπίτι, η τούμπα του στρατοπέδου Παύλου Μελά, τα Σφαγεία, το Ντουντουλάρ και το Αραπλί, η σημερινή δηλαδή Νέα Ιωνία, ο Γαλλικός ποταμός, η Μίκρα, ο δρόμος προς το Κιλκίς και ποιός ξέρει πόσοι άλλοι τόποι ακόμα, ποτίστηκαν με το αίμα των ηρώων μας. 
Και ο περήφανος λαός της πόλης, αψηφώντας το όργιο εκτελέσεων και την τρομοκρατία, ορθός, οργισμένος, δεν έσκυψε το κεφάλι, αλλά πύκνωνε τις γραμμές του αγώνα, τραγουδώντας από τη μία το «πέσατε θύματα αδέλφια εσείς» και από την άλλη «Στ΄άρματα, στ΄άρματα για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά». 
Θα έπρεπε να μιλάμε επί πολλές ώρες, για να περιγράψουμε αναλυτικά τα δεινά που υπέστη η Θεσσαλονίκη στα χρόνια της Κατοχής, αλλά και τις ηρωϊκές σελίδες που με το αίμα τους πολλές φορές έγραψαν σ΄αυτή την πόλη οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης.
Με τις ανεπανάληπτες μαχητικές αντικατοχικές διαδηλώσεις στους δρόμους της Θεσσαλονίκης χιλιάδων νέων, για να τιμήσουν το 1942, το 1943 και το 1944 την Εθνεγερσία της 25ης Μαρτίου. Αψηφώντας το γεγονός ότι ήταν  στραμμένες κατά πάνω τους οι κάνες των γερμανικών όπλων.
Επίσης, με τη συγκλονιστική κινητοποίηση της 16ης Απριλίου 1943 κατά της πολιτικής επιστράτευσης. Και τον ξεσηκωμό του λαού της Θεσσαλονίκης, τρεις μήνες αργότερα, στις 10 Ιουλίου 1943, κατά της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία. Έναν ξεσηκωμό, που έκανε τους κατακτητές να τρομάξουν και να ακυρώσουν τα σχέδια των συμμάχων τους Βουλγάρων φασιστών.
Πέρα όμως από την κινητοποίηση των Θεσσαλονικέων και την ανάπτυξη του  αντιστασιακού κινήματος, με πρωτεργάτη το ηρωϊκό ΕΑΜ, στα γύρω βουνά αναπτύσσονταν ένοπλα ανταρτικά τμήματα, με σημαντικότερο το 31ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που δρούσε στον ορεινό όγκο του Χορτιάτη και προς τη Χαλκιδική.
Οι δυνάμεις του 31ου Συντάγματος, από την άνοιξη του 1944 είχαν αρχίσει να   περισφίγγουν τον κλοιό γύρω από τη Θεσσαλονίκη, μαζί  με το 19ο Σύνταγμα Νιγρίτας, που κάλυπτε τον βορειανατολικό τομέα μέχρι το Επταπύργιο και το 13ο Σύνταγμα Κιλκίς, που κάλυπτε τη δυτική περιοχή  μέχρι και την οδό Λαγκαδά. Παράλληλα, στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης, είχαν αναπτυχθεί τμήματα του 50ου και του 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.
Στα μέσα Οκτωβρίου, κι ενώ οι γερμανικές δυνάμεις αρχίζουν να συμπτύσσονται, οι μονάδες του ΕΛΑΣ παίρνουν διαταγή από την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας στην οποία ήταν στρατιωτικός αρχηγός ο στρατηγός Ευριπίδης Μπακιρτζής και καπετάνιος ο Μάρκος Βαφειάδης, να κατευθυνθούν προς τη Θεσσαλονίκη. Οι μάχες που δίνονται είναι σκληρές με συνέπεια να υπάρχουν απώλειες και από τις δύο πλευρές. Μόνο στη μάχη για την κατάληψη του αεροδρομίου του Σέδες, οι αντάρτες είχαν δύο νεκρούς.
Τα τμήματα των ανταρτών, συνεπικουρούμενα από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ αρχίζουν να κυριαρχούν στην Άνω Πόλη, η οποία, σύμφωνα με την αφήγηση του Γιώργου Ιωάννου, είχε απελευθερωθεί ακόμη από την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Μάλιστα ο Ιωάννου, περιέγραφε τον Μάνο Κατράκη, που εκείνο το διάστημα βρισκότανε στη Θεσσαλονίκη, να είναι ανεβασμένος επάνω σ’ έναν τοίχο, στο Κουλέ-Καφέ και  να απαγγέλει πατριωτικά θούρια με την ενθουσιώδη φωνή του.
Οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις που βλέπουν πλέον ότι είναι αδύνατη η παραμονή τους στη Θεσσαλονίκη, πριν υποχωρήσουν από την πόλη, ναρκοθετούν ζωτικούς χώρους της για να προκαλέσουν τη γενική παράλυση της ζωής της πόλης.
 Με τη γλαφυρή του πένα ο Γιώργος Βαφόπουλος μας άφησε μια συγκλονιστική περιγραφή για το πώς η Θεσσαλονίκη κινδύνευσε να τιναχτεί στον αέρα κατά την αποχώρηση των ναζί κατακτητών. Όπως έγραψε ο μεγάλος ποιητής της Μακεδονίας για τις τελευταίες ώρες των κατακτητών στη Θεσσαλονίκη:
«…Οι Γερμανοί υπονόμευαν την παραλιακή λεωφόρο, σκάβανε λαγούμια και τα γεμίζανε με εκρηκτικές ύλες, βάζανε στις προβλήτες του λιμανιού δυναμίτιδα, ετοιμαζόντανε να τινάξουν στον αέρα τις σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, τις γέφυρες του Γαλλικού και του Αξιού, τα μεγάλα αεροδρόμια του Σέδες και της Μίκρας.
Η απόγνωση και η προσδοκία της λευτεριάς, είχαν ταυτισθεί στο πρόσωπο του κόσμου, που περίμενε από στιγμή σε στιγμή τις φοβερές ανατινάξεις. Ενώ παρακολουθούσε με τρόμο πίσω από τις γρίλιες των παραθύρων την αποχώρηση του Γερμανικού στρατού και κρατούσε βαθιά την αναπνοή του, μήπως δώσει κάποιαν αφορμή κι’ αδειάσουν τα πολυβόλα του πάνω στο πληγωμένο κορμί τούτης της ταλαίπωρης πόλης.
Η αγωνία είχε κορυφωθεί, όταν άρχισαν να ακούγονται οι μακρινές εκρήξεις, όταν τινάζονταν οι αποβάθρες του λιμανιού. Ευτυχώς τα λαγούμια των δρόμων δεν είχαν εκραγεί. Η παραλιακή λεωφόρος είχε σωθεί», κατέληγε ο Βαφόπουλος.
Σύμφωνα με την περιγραφή ενός από τους παλιούς καλούς δημοσιογράφους της Θεσσαλονίκης, του Περικλή Αγγελόπουλου, που δημοσιεύθηκε λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση στην απογευματινή εφημερίδα «Δημοκρατία»,  ο τελευταίος Γερμανός στρατιωτικός διοικητής της Θεσσαλονίκης, Συνταγματάρχης Μίλερ Όστεν ήταν αποφασισμένος να την τινάξει στον αέρα. Όταν τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί δύο φορές στο γραφείο του, ο εντεταλμένος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Βέγγερ και ο γιατρός Γεώργιος Ζουράρις ζητώντας την αναίμακτη αποχώρηση των κατακτητών από τη Θεσσαλονίκη, βρήκαν τον Όστεν σε έξαλλη κατάσταση να ωρύεται: «Θα κάψω τη Θεσσαλονίκη», «θα βάλω φωτιά στην πόλη», «δεν θα αφήσω τίποτα όρθιο» και άλλα τέτοια.
Η επέμβαση των ανταρτών του ΕΛΑΣ για να αποτραπεί η καταστροφή των υποδομών της Θεσσαλονίκης, ήταν σωτήρια. Με μία τολμηρή επιχείρηση, ματαίωσαν το πρωί της 30ης του Οκτωβρίου την καταστροφή από τους κατακτητές του εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού της Αγίου Δημητρίου, όπου είχε τοποθετηθεί δυναμίτης, καθώς και του κεντρικού εργοστασίου της Ηλεκτρικής Εταιρείας, που βρισκόταν στο Πεδίο του Άρεως, ακριβώς εδώ απέναντι.
Οι Γερμανοί κατακτητές, επιχειρούν να ανατινάξουν και το παγιδευμένο με εκρηκτικά κεντρικό υδραγωγείο της πόλης, στην περιοχή της Παναγίας Φανερωμένης. Τους προλαβαίνει όμως τμήμα του 13ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και τους τρέπει σε φυγή, σώζοντας έτσι το υδραγωγείο, τυχόν καταστροφή του οποίου θα καταδίκαζε σε δίψα τον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης.
Με ανάλογη επιχείρηση, σώθηκε από τμήμα ανταρτών και η αλευροβιομηχανία «Αλλατίνι» που επίσης την είχαν υπονομεύσει οι Ναζί για να την ανατινάξουν.
Τέλος, χρειάστηκε να δοθεί σκληρή μάχη με μονάδα Ουζμπέκων στρατιωτών του Γερμανικού στρατού, κατά την οποία υπήρξαν τουλάχιστον δέκα νεκροί, για να αποτραπεί η ανατίναξη του υπονομευμένου με εκρηκτικά Σιδηροδρομικού Σταθμού. Η επέμβαση εκείνη, υπήρξε σωτήρια για την πόλη. Έτσι μπόρεσαν όλο το Νοέμβριο του 1944 να καταφθάνουν συρμοί, με τους οποίους το ΕΑΜ Σερρών έστελνε κάρβουνο από τα λιγνιτωρυχεία Παπαντωνίου, Περδικάρη και Χατζηδήμου, για να εφοδιάζονται με καύσιμη ύλη τα εργοστάσια της Θεσσαλονίκης και να ζεσταθούν το χειμώνα οι κάτοικοι της πόλης μας.
Την είσοδο των πρώτων ανταρτών του 31ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ από τα ανατολικά, που βάδιζαν τη σημερινή λεωφόρο Εθνικής Αντίστασης, κρατώντας την ελληνική σημαία, την περιέγραψε ως εξής ο Νίκος Μπακόλας:
 «Το απόγευμα, άρχισαν να μπαίνουν οι πρώτες μονάδες ανταρτών από την περιοχή της Γεωργικής Σχολής. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά την πρώτη ομάδα. Ήτανε καμιά δεκαριά άνθρωποι, κατάκοποι θα έλεγα, αλλά γελαστοί. Ο κόσμος έτρεχε και τους φιλούσε. Είχαν μια ελληνική σημαία μπροστά και προχωρούσαν».
Η Θεσσαλονίκη μετά από 1.296 μαύρες μέρες κατοχής, είναι πλέον ελεύθερη. Ο λαός της που βρίσκεται στο πόδι, υποδέχεται τους αντάρτες του ελευθερωτή ΕΛΑΣ με αφάνταστο ενθουσιασμό. Σε ολόκληρη την πόλη στήνεται ένα πανηγύρι χαράς, αγαλλίασης, ανακούφισης και εθνικού μεγαλείου.
Την ξεχωριστή εθνική έξαρση εκείνων των ημερών, ο Γιώργος Ιωάννου ο οποίος έζησε  ως παιδί τη μεγάλη μέρα της απελευθέρωσης, την περιγράφει στη συλλογή πεζογραφημάτων «Το δικό μας αίμα»:
Πλημμύρισαν δρόμοι και πλατείες. Πανζουρλισμός. Φιλιόμασταν, αγκαλιαζόμασταν, χαϊδευόμασταν, δεν ξέραμε τι λέμε από την ταραχή μας. Λέγαμε «Χριστός Ανέστη», λέγαμε «Ελευθερία», «Ποτέ ξανά». Σάμπως να ’ταν στο χέρι μας, αλλά έτσι νομίζεις σε τέτοιες στιγμές...», κατέληγε ο Γιώργος Ιωάννου.
Πέρασαν επτά ακριβώς δεκαετίες από τότε. Η Θεσσαλονίκη αυτό το διάστημα γνώρισε ευχάριστες αλλά και δύσκολες στιγμές. Πέρασε τον αδελφοκτόνο εμφύλιο, είδε να διαπράττονται στους δρόμους της μεγάλες πολιτικές δολοφονίες, υπέστη τις συνέπειες της στρατιωτικής δικτατορίας και προσπαθεί δεκαετίες τώρα να ανασάνει.
Όμως ποτέ, όλη αυτή την μακρά περίοδο, δεν ξέχασε τα πέτρινα χρόνια της κατοχής και τις μεγαλειώδεις στιγμές της απελευθέρωσης. Πολύ περισσότερο που τα διδάγματα εκείνης της ηρωϊκής περιόδου, παραμένουν όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρα αυτές τις δύσκολες στιγμές που περνάει η χώρα και ο λαός μας.
Δυστυχώς η νέα γενιά, διδάσκεται ελάχιστα έως τίποτα στα σχολεία για την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης. Και κορυφαία γεγονότα, όπως αυτό που τιμούμε σήμερα, περνάνε στα «ψιλά», χωρίς την παραμικρή αναφορά από την επίσημη Πολιτεία, που θα έπρεπε ήδη να είχε εντάξει την ημέρα απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τους ναζί, δίπλα στους άλλους μεγάλους εορτασμούς. 
Αυτή η προσπάθεια λήθης, αυτός ο ιστορικός σκοταδισμός, είναι που στέρησαν από το λαό μας και κυρίως από τη νέα γενιά, την απαραίτητη γνώση του παρελθόντος. Και όπως είναι γνωστό, χωρίς την ιστορική γνώση, το παρόν και το μέλλον γίνονται θαμπά.
Μόνο ένας λαός καλά πληροφορημένος για το ένδοξο παρελθόν του, αλλά και για τα λάθη που έγιναν, ένας λαός που στοχάζεται τα μαθήματα της Ιστορίας, που μαθαίνει να ξεχωρίζει πιο καλά τους φίλους από τους εχθρούς, μπορεί να έχει ρόλο στις εξελίξεις, μπορεί να έχει βαρύνουσα γνώμη στα γεγονότα.
Κι όμως, οι νέοι μας σήμερα έχουν παντελή ίσως άγνοια για τα δεινά που προκάλεσε ο ναζισμός στη χώρα μας. Για τα δεκάδες Ολοκαυτώματα, τα πογκρόμ, τις ομαδικές εκτελέσεις και τα άλλα τερατώδη εγκλήματα που προκάλεσαν οι φασίστες κατακτητές. Δεν διδάσκεται στα σχολεία για το χιτλερικό εκείνο τέρας, που βύθισε την ανθρωπότητα στον όλεθρο, τη δυστυχία, την καταστροφή και τον ανείπωτο πόνο. Κι έτσι, ας μην απορούμε που βρέθηκαν θιασώτες του Ναζισμού και στη σημερινή εποχή.
Σας ευχαριστώ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου