Ένα άγνωστο βιβλίο, πολύτιμη πηγή για το Επταπύργιο και την Θεσσαλονίκη
της Μαρίας Χορταρούδη*
Η δεκαετία μετά το 1912 υπήρξε για την Θεσσαλονίκη πολύπλευρα ενδιαφέρουσα και ταραχώδης. Οι αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις και οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις θα καθορίσουν για πολλά χρόνια την πορεία της: Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος με την πολυπληθή Στρατιά της Ανατολής να πλημυρίζει την πόλη από το 1915, Κίνημα της Εθνικής Άμυνας με τη συγκρότηση της Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Ταυτόχρονα η
Θεσσαλονίκη δέχεται, από το 1914, προσφυγικούς πληθυσμούς από την Ανατολική
Θράκη και την Μικρά Ασία, υποφέρει από την έλλειψη αγαθών και τις επιδημίες και
πρωτοπορεί στις ιδεολογικές ζυμώσεις που θα οδηγήσουν στην ωρίμανση του
συνδικαλιστικού κινήματος και τη δημιουργία του «Εργατικού Κέντρου
Θεσσαλονίκης». Η λογοτεχνική παραγωγή της Θεσσαλονίκης αυτής της δεκαετίας, έως
το 1922, είναι φυσικό να επηρεάζεται από τις παραπάνω εξελίξεις. Στο πλαίσιο
αυτό εντάσσεται και το δυσεύρετο βιβλίο του Γεωργίου Ιορδάνου με τον τίτλο από
τον τάφον των Ζωντανών. Αληθινές ιστορίες παρμένες από την καθημερινή ζωή ενός
καταδίκου, το οποίο εκδόθηκε το 1921 στην Θεσσαλονίκη. Παρόλο τον
αυτοβιογραφικό του χαρακτήρα το βιβλίο αναδεικνύει την πολυκύμαντη ζωή της
Θεσσαλονίκης, αλλά κυρίως τις οδυνηρές συνθήκες κράτησης στις φυλακές
Επταπυργίου, συνθήκες που δεν παύουμε να τις συναντούμε μέχρι το πρόσφατο και
οριστικό κλείσιμο των φυλακών. Το δυσεύρετο βιβλίο του Ιορδάνου επομένως
αποτελεί τεκμήριο ενός αυτόπτη μάρτυρα για τις συνθήκες κράτησης στο Επταπύργιο
γύρω στο 1918, όταν ο συγγραφέας του μεταφέρεται στις φυλακές Επταπυργίου, αλλά
παράπλευρα και τεκμήριο της ζωής της Θεσσαλονίκης την ίδια περίοδο. Αξίζει
λοιπόν να παρουσιαστεί συνολικά καταρχήν και να μελετηθεί. Ο Ιορδάνου δεν
διστάζει να μεταφέρει μέσα από τις «καθημερινές του ιστορίες» κάθε είδους
εκμετάλλευση των καταδίκων από εκείνους που υποτίθεται ότι προορίζονται να τους
αναμορφώσουν. Η αδικαιολόγητη βία που ασκείται στους έγκλειστους και η εξαθλίωσή
τους φαντάζει απίστευτη.1
Σε δεύτερο
πλάνο σκιαγραφείται η ταραγμένη ζωή της Θεσσαλονίκης σε πολιτικό, κοινωνικό και
οικονομικό επίπεδο. Ο καμβάς των προσώπων που βρίσκονται κρατούμενοι στο
Επταπύργιο περιλαμβάνει Έλληνες, Τούρκους, Βουλγαρόφωνους, Εβραίους. Η πόλη
ακόμη και μετά την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος διατηρεί τον πολυεθνικό
της χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητα που αυτός της προσδίδει. Τα συμμαχικά
στρατεύματα, ο ετερόκλητος αυτός όγκος ανθρώπων που βρίσκονται στην πόλη, είναι
παρόντα στην αφήγηση, καθώς και τα προβλήματα που προέκυψαν για την Θεσσαλονίκη
με την παρουσία χιλιάδων ανθρώπων, από τον επισιτισμό μέχρι την
εγκληματικότητα. Η κοινωνική αναταραχή λόγω των επαναλαμβανόμενων απεργιών
διάφορων επαγγελματικών ομάδων2 σε συνδυασμό με την ωρίμανση του
συνδικαλιστικού κινήματος, αρχής γενομένης από την ίδρυση της Φεντερασιόν έως
τη δημιουργία του «Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης», βρίσκουν την θέση τους στο
έργο του Ιορδάνου. Μέσα στη φυλακή υπάρχει διαχωρισμός των πολιτικών και
ποινικών κρατουμένων, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε παρακάτω.
Εκτός των
φυλακών Επταπυργίου, συγκεκριμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης αποτελούν το
σκηνικό των προσώπων που «δρουν» μέσα στο βιβλίο· η Άνω Πόλη περιγράφεται
γλαφυρά ως η συνοικία που ήδη έχει κατοικηθεί από πρόσφυγες, «οι άνδρες των
καφενείων διέκοψαν το ταύλι των· τα παιδιά του μαχαλά έπαυσαν να χοροπηδούν· οι
προσφυγοπούλες δεν τραγουδούσαν πλέον εκείνα τ’ ανατολίτικα και περιπαθή
άσματα…». Η κακόφημη συνοικία της Μπάρας με τα καφέ αμάν που λειτουργούσαν στην
περιοχή, προσφέροντας διασκέδαση κάθε είδους, κυρίως στα παραβατικά στοιχεία
της πόλης και στα ξένα στρατεύματα, το Μπεχτσινάρ με το καφεζυθοπωλείο του
Χατζή, οι ράθυμες στιγμές στα καφενεία της Εγνατίας, όπου συγκεντρώνονταν οι
κτηνοτρόφοι και οι ζωέμποροι από τα τσιφλίκια της Μακεδονίας, είναι καταστάσεις
που έζησε και περιγράφει ο Ιορδάνου.
Η Θεσσαλονίκη
θα διατηρήσει για λίγα χρόνια τον πολυπολιτισμικό αυτό χαρακτήρα. Η κατάρρευση
του Μικρασιατικού μετώπου, το νέο κύμα προσφύγων και η οριστική ανταλλαγή των
πληθυσμών θα της προσδώσουν άλλα χαρακτηριστικά. Καθώς η αφήγηση του Ιορδάνου
σταματά ένα χρόνο πριν από τα γεγονότα αυτά, είναι μια μαρτυρία που άξιζει να
μελετηθεί.
Οι προηγούμενες αναφορές
Το βιβλίο δεν
έχει χρονολογία έκδοσης, αλλά μπορούμε να το χρονολογήσουμε στις αρχές του
1921, αφού παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Εφημερίδα των Βαλκανίων στις
23-4-1921 (Εφημερίς των Βαλκανίων, αριθ. 950 έτος Γ’). Το μοναδικό αντίτυπο του
βιβλίου αυτού, απ’ όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε, ήταν στην κατοχή του Γεωργίου
Παπαηλιάκη (1883-1944), ενός συστηματικού βιβλιόφιλου και συλλέκτη. Μετά τον
θάνατό του η οικογένειά του δώρισε την πλούσια συλλογή του μεταξύ άλλων και
στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, στη βιβλιοθήκη της οποίας κατέληξε το βιβλίο
του Ιορδάνου.3
Έκτοτε, απ’
ό,τι φαίνεται δεν έγινε λόγος για το βιβλίο παρά μόνον το 1984, όταν ο Ντίνος
Χριστιανόπουλος έκανε μια πολύ μικρή αναφορά στον συγγραφέα Γεώργιο Ιορδάνου
στο άρθρο του Πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης (1883-1950), το οποίο δημοσιεύθηκε
από το περιοδικό Πολίτης [αρ. 67-8, σ. 93]. Ένα χρόνο αργότερα, το 1985, ο τότε
υπεύθυνος της βιβλιοθήκης της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Κωνσταντίνος Ν.
Πλαστήρας, στην ανακοίνωσή του η πρώτη λογοτεχνική δεκαετία μετά την
απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912-1922)4 συμπεριλαμβάνει και το πόνημα του
Ιορδάνου.
Το 1987, στο
πρώτο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο», σε αφιέρωμα με τον τίτλο Σελίδες για
την φυλακή, γίνεται μια πιο εκτεταμένη παρουσίασή του. Περιλαμβάνεται η
παρουσίαση και ο σχολιασμός από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο γενικά για το βιβλίο
με το άρθρο, «Ο συγγραφέας Γεώργιος Ιορδάνου και το βιβλίο του για το Γεντί
κουλέ» και άρθρο του Γ. Κορδομενίδη με τίτλο «Ένα μεσαιωνικό σπουδαστήριο
εγκλήματος», όπου επισημαίνεται η αδιάλειπτη συνέχεια των μεσαιωνικών συνθηκών
κράτησης, οι οποίες περιγράφονται στο βιβλίο μέχρι την εποχή εκείνη κατά την
οποία οι φυλακές Επταπυργίου δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στα Διαβατά και είχαν ήδη
συγκλονίσει την πόλη, οι αποκαλύψεις της Χρυσούλας Γιαταγάνα και του Κωνσταντίνου
Λογοθέτη, εισαγγελέων που είχαν αναλάβει διαδοχικά την έρευνα των συνθηκών
κράτησης.
Επίσης,
παραθέτονται αυτούσια εν είδη άρθρου τα εξής κεφάλαια από το βιβλίο, Γεώργιος
Ιορδάνου, Φωνή από τον τάφο των ζωντανών (μια συναρπαστική μαρτυρία για το
Γεντί Κουλέ του 1920), χωρίς όμως να σημειώνεται η αρίθμηση του βιβλίου: το
κεφάλαιο Α΄ «Από την σκύλλαν στην Χάρυβδιν», το κεφάλαιο Η΄ «Εξαγορά της
σιωπής», το κεφάλαιο ΙΗ΄ «Δικηγόροι και μεσίται», το κεφάλαιο ΙΑ΄ «Τα Σόδομα
και Γόμορρα». Ακόμη μία αναφορά στο βιβλίο θα γίνει και στην επετειακή
ανθολογία που επιμελήθηκε ο Θωμάς Κοροβίνης, Θεσσαλονίκη 1912-2012: Μέσα στα
στενά σου τα σοκάκια5 όπου θα παρουσιαστεί αποσπασματικά το κεφάλαιο ΚΒ΄ του
βιβλίου «Τραγικός θάνατος καταδίκου». Πέρα από αυτές τις αναφορές και
δημοσιεύσεις το βιβλίο φαίνεται πως δεν ήταν προσβάσιμο σε ερευνητές για αρκετά
χρόνια, καθώς αναζητήθηκε αλλά δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί και να μελετηθεί
στο σύνολό του. Όλες οι μετέπειτα αναφορές περιορίζονταν στις πληροφορίες και
τον μικρό σχολιασμό του Ντίνου Χριστιανόπουλου και στις δημοσιεύσεις του
Εντευκτηρίου.6
Κατά την
παρουσίαση του βιβλίου από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο7 επισημαίνεται η έλλειψη
στοιχείων για το πρόσωπο του συγγραφέα, ωστόσο όσα λέγονται στο δεύτερο
κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Είς Διευθυντής Τηλεγραφείου Σιδηροδέσμιος»
οδηγούν τον σχολιαστή να πιθανολογήσει ότι ο Ιορδάνου εργαζόταν και αυτός στο
τηλεγραφείο Κατερίνης και πολύ πιθανόν, να καταγόταν και από την ίδια πόλη.
Εντούτοις, η παράπλευρη αυτή ιστορία περιγράφεται από τον Ιορδάνου για να
πληροφορηθούμε τον λόγο της μεταφοράς του από τις Νέες Φυλακές, όπου βρισκόταν
προφυλακισμένος σύμφωνα με το ένταλμα αρ. 657, τουλάχιστον νωρίτερα από τον
Μάρτιο του 1918. Κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση και όχι για την υπόθεση, η οποία
περιγράφεται στο παραπάνω κεφάλαιο, στο οποίο εμπλέκεται ως ένας από τους
μάρτυρες υπέρ του γνωστού Μακεδονομάχου Καπετάν Στέφου.
Περιγράφει στο
βιβλίο: την επαύριον, δια την αυτήν αιτίαν και δια τους αυτούς λόγους δι’ ους
εξωρίσθην εγώ στο Γεντί Κουλέ, ήγετο να φιλοξενηθή και να διαβιώση υπό τας
αυτάς με εμέ συνθήκας ο τ. α. τέως διευθυντής του ταχυδρομείου και τηλεγραφείου
αικατερίνης και ο έτερος των μαρτύρων της εναντίον της υπηρεσίας καταγγελίας του
καπετάν Στέφου τουθ’ όπερ και υπήρξε η αφορμή της εξορίας μας…
Στο ίδιο άρθρο
(σ. 5, υποσ. 6) είναι φανερό ότι γίνεται μια σύγχυση με την φράση του Ιορδάνου
«καταγγελία κατά της υπηρεσίας», η οποία εκλαμβάνεται από τον σχολιαστή ως
καταγγελία του Καπετάν Στέφου που αφορούσε το ταχυδρομείο Κατερίνης και τους
βενιζελικούς υπαλλήλους, άρα και ο συγγραφέας του βιβλίου Ιορδάνου είχε εμπλοκή
σε αυτή τη διένεξη βενιζελικών-αντιβενιζελικών και μάλιστα χρησιμοποιήθηκε από
τον Καπετάν Στέφο ως μάρτυρας όντας αντιβενιζελικός.
Την ταραγμένη
αυτή περίοδο για ολόκληρη τη χώρα και τη Θεσσαλονίκη ειδικά οι αντιπαραθέσεις
αυτές ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ωστόσο εδώ είναι ξεκάθαρο καταρχήν πως ο Ιορδάνου
βρέθηκε προφυλακισμένος στις Νέες Φυλακές για οικονομικά εγκλήματα, που δεν
είχαν σχέση με την περίπτωση του Ταχυδρομείου Κατερίνης, και η εμπλοκή του στην
καταγγελία του Καπετάν Στέφου εναντίον της διοίκησης των φυλακών αυτών
προκάλεσε την μεταφορά του στις φυλακές Επταπυργίου. Ποια ήταν η καταγγελία
αυτή μας την περιγράφει ο Ιορδάνου στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου (σ. 16)
«Και οι καρνίβαλοι των Νέων φυλακών … ηθέλησαν να εξευτελίσωσι τον ανδρισμόν
και την αλκήν, να σύρωσι ένα ηρωϊκόν καπετάνιο μέχρι του μπουδρομίου,
εμπαίζοντες χαιρεκάκως θεία και ανθρώπινα».
Στην παρουσίαση
του βιβλίου στο Εντευκτήριο ο Ιορδάνου περιγράφεται ως βασιλοφρόνων,
αντιβενιζελικός και θρησκευόμενος, ο οποίος μετατρέπεται μέσα στο Επταπύργιο σε
κομμουνιστή. Δεν μπορούμε ωστόσο να είμαστε απόλυτα σίγουροι για το αν ο
Ιορδάνου τασσόταν με τη μία ή άλλη παράταξη προτού μυηθεί στον κομμουνισμό. Η
εκθειαστική περιγραφή αρχικά του Καπετάν Στέφου, «πού και πότε δεν ερρίχθηκε
μπαλιά εις τους Μακεδονικούς λόγγους … και δεν ακούσθηκε και το όνομα του
Καπετάν Στέφου;», και κατόπιν του αρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ Μακρή, τον οποίο
χαρακτηρίζει ως δρύ του «Κωνσταντινισμού», είναι τα σχόλια εκείνα που μάλλον
οδήγησαν τον Χριστιανόπουλο να τοποθετήσει τον Ιορδάνου στις τάξεις της
βασιλικής παράταξης. Εντούτοις ο Ιορδάνου εκθειάζει τον Στέφο για τη δράση του
ως μακεδονομάχου.
Όσο για τον
Μελχισεδέκ, «την δρυ του Κωνσταντινισμού», τον εντάσσει στην περιγραφή του ως
ένα καλό ποιμενάρχη γράφοντας: «Το μειλίχιό του ύφους, η επιβλητική προσηγορία,
οι παρηγορητικοί λόγοι και τ’ αναξιοπαθήματα του λειτουργού τούτου του Υψίστου
έκαμαν τους κατάδικους να λησμονούν τα ιδικά των». Τονίζει δηλαδή ο Ιορδάνου
για τα δύο αυτά πρόσωπα τις γνωστές πολιτικές τους θέσεις, όμως δεν είμαστε
σίγουροι ότι έτσι δηλώνεται και η δική του πολιτική τοποθέτηση. Μια έμμεση
αναφορά στον διχασμό της ελληνικής κοινωνίας και τα αιματηρά γεγονότα που
συνέβησαν στη Χαλκιδική κάνει ο Ιορδάνου, αναφέροντας για τον Μελχισεδέκ ότι
τον «εξερρίζωσεν ο Επαναστατικός σιφών από την ήρεμον γωνίαν ενός χωριού της
Χαλκιδικής, δια να τον ρίψη μέσα στας σκοτεινάς φυλακάς του ΓεντίΚουλέ». Παρ᾽
όλ᾽ αυτά, ενώ ο Ιορδάνου είναι έγκλειστος στο Επταπύργιο από τον Μάρτιο του
1918, δεν αναφέρει τίποτα για τη μεταφορά στο Επταπύργιο των καταδικασμένων σε
θάνατο επίστρατων βασιλοφρόνων τον Ιούλιο του 1918, Αποστόλου Μάρκου και
Χρήστου Κατσαρού, οι οποίοι εμπλέκονταν στα θλιβερά και αιματηρά γεγονότα, που
έλαβαν χώρα κατά την προσπάθεια βίαιης στρατολόγησης εφέδρων στην Αρναία
(Λιαριγκόβη) από τον λοχαγό Γ. Κονδύλη, γνωστά ως «Κονδυλικά».
Πράγματι, οι
δύο μελλοθάνατοι κρατήθηκαν για κάποιες μέρες στο Επταπύργιο και μεταφέρθηκαν
από εκεί στο στρατόπεδο της Τούμπας στις 23-7-1918, σύμφωνα με τον τύπο της
εποχής, για να εκτελεστούν. 8 Αν λοιπόν
ο νεαρός Ιορδάνου ήταν βασιλοφρόνων δεν θα είχε φροντίσει να τονίσει το γεγονός
της εκτέλεσης των δύο φιλοβασιλικών από την Χαλκιδική; Δεν αντιλήφθηκε την εκεί
βραχύχρονη παραμονή τους; Η μεταφορά θανατοποινιτών που επρόκειτο να
εκτελεστούν σε λίγες μέρες θα πρέπει να ήταν ένα γεγονός για τον μικρόκοσμο της
φυλακής.
Όμως δεν
υπάρχει τέτοια αναφορά παρότι ο Ιορδάνου δεν παραλείπει να εντάξει στην
περιγραφή του πολλά γεγονότα που αφορούν την κοινωνική και πολιτική ζωή της
Θεσσαλονίκης τα χρόνια αυτά, όπως λόγου χάρη τη μεταφορά στο Επταπύργιο των
Μουσουλμάνων καταδικασμένων για τη σφαγή του Δοξάτου το 1914. 9
Ο νεαρός
συγγραφέας πολλές φορές μέσα από την αφήγηση του αμφισβητεί την
αποτελεσματικότητα αξιωματούχων της βενιζελικής κυβέρνησης, όπως του τότε
Γενικού Γραμματέα της Διοικήσεως Μακεδονίας Κ. Γαρδίκα ή του Υπουργού
Επισιτισμού και Επάρκειας Λεωνίδα Εμπειρίκου, αλλά η απαρέσκεια αυτή προκύπτει
από τις δύσκολες συνθήκες που βιώνει ολόκληρη η κοινωνία και οι κρατούμενοι του
Επταπυργίου ειδικότερα. Είναι όμως δίκαιος όταν αντιλαμβάνεται, πως η
ταλαιπωρία αυτή, δεν οφείλεται στις αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης, αλλά στο
πώς εφαρμόζονται από την διεύθυνση της φυλακής (σ. 22). Επομένως δεν μπορούμε
να δεχθούμε την με βεβαιότητα τοποθέτηση του Ιορδάνου στην φιλοβασιλική
παράταξη.
Το έντυπο
Το βιβλίο
εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1921 από το τυπογραφείο των Αστέριου Μ. Καστρινάκη
και Δημήτριου Γεωργαντά (οδός Βενιζέλου – Φιλίππου) σε μικρό σχήμα διαστάσεων
16 εκ. × 11 εκ., με λεπτό υπόλευκο χαρτί και μάλλον μικρά περιθώρια· σελίδες
126+1 φ. Περιέχει τέσσερεις ολοσέλιδες φωτογραφίες εντός κειμένου (η οπίσθια
όψη της κάθε φωτογραφίας είναι κενή), οι οποίες όμως δεν σελιδαριθμούνται και
μια φωτογραφία εκτός κειμένου τυπωμένη σε λεπτό χαρτί γλασέ. Οι τέσσερεις
φωτογραφίες φέρουν την υπογραφή του Αριστείδη Λαΐου, 10 γνωστού ζωγράφου,
ξυλογράφου, φωτογράφου, που ασχολήθηκε και με την φωτοτσιγκογραφία, και η
ένθετη εκτός κειμένου την υπογραφή του Κ. Κόλμαν επίσης φωτοτσιγκογράφου. Στον
κολοφώνα υπάρχει και μια πέμπτη φωτογραφία χωρίς την υπογραφή κάποιου
επαγγελματία.
Πέρα από το
αισθητικό αποτέλεσμα των φωτογραφιών αυτών, ενδιαφέρουσα είναι η απεικόνιση
εγκλείστων στο Επταπύργιο κρατουμένων την περίοδο αυτή, όπως και η φωτογραφία
ενός μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει στις φυλακές μαζί με τον κρατούμενο πατέρα
της. Οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις φωτογραφίες αυτές είναι σημαντικές.
Τα μικρής έκτασης κεφάλαια είναι 31, αριθμημένα με ελληνικούς χαρακτήρες. Οι
τίτλοι είναι στοιχειοθετημένοι κάθε φορά με διαφορετική οικογένεια κεφαλαίων
γραμμάτων. Η βιβλιοδεσία είναι μάλλον μεταγενέστερη και πιθανότατα έγινε από
τον κάτοχο του βιβλίου Γεώργιο Παπαηλιάκη, γι’ αυτό και τα περιθώρια είναι
μάλλον μικρά.
Ο συγγραφέας
Ο Γεώργιος
Ιορδάνου βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές Επταπυργίου από τον Μάρτιο του 1918,
και για δυόμιση χρόνια –το αναφέρει ο ίδιος στην αρχή– ανάμεσα σε έγκλειστους
που προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, των οποίων οι ηλικίες και η
βαρύτητα των παραβάσεών τους ποικίλλει.
Ο συγγραφέας
αποφασίζει να καταγράψει όσα θλιβερά έζησε στη διάρκεια της κράτησής του
καταγγέλλοντας τη διαφθορά της διοίκησης της φυλακής, την εκμετάλλευση των
κρατουμένων από ένα παρασιτικό κύκλωμα μεσαζόντων, το οποίο δρούσε με την ανοχή
της διοίκησης της φυλακής, την παράλογη βία, σωματική και ψυχολογική, που
ασκούνταν εναντίον των κρατουμένων, τη διακίνηση ναρκωτικών και τέλος την
κακοποίηση ανηλίκων κρατουμένων, που έφτασε να εξοργίσει ακόμη και τους ίδιους
τους έγκλειστους και να προκαλέσει τις διαμαρτυρίες τους.
Πολλά
βιογραφικά στοιχεία δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε για τον ίδιο τον
συγγραφέα παρά μόνο όσα περιέχονται στα έγγραφα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με αριθμούς 114
και 197. Ο νεαρός Ιορδάνου απασχόλησε την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών (έγγραφο
αριθ. 114) καταρχήν με μια καταγγελία επί υπεξαιρέσει την 26/9
Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1918. Για τον λόγο αυτό ήταν προφυλακισμένος στις Νέες
Φυλακές. Για την καταγγελία επί υπεξαιρέσει δεν στοιχειοθετείται τελικά
κατηγορία, στοιχειοθετείται όμως άλλη καταγγελία, η οποία εξετάζεται από την
Εισαγγελία Πρωτοδικών στις 5/18 Απριλίου 1918 (έγγραφο αριθ. 197), επί απάταις
και επί εκβιάσει. Για τη δεύτερη περίπτωση (επί εκβιάσει) απαλλάσσεται, η πρώτη
όμως τον οδηγεί στην προφυλάκιση και την παραπομπή του σε δίκη. 11
Ο Ιορδάνου
είναι γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1896, όταν μεταφέρεται στο Επταπύργιο
το 1918 είναι είκοσι δύο χρόνων, το δηλώνει και ο ίδιος στο βιβλίο στο πρώτο
κεφάλαιο «ήμην μόνον 22 ετών» (σ. 6), είναι επίσης χριστιανός ορθόδοξος και
κάτοικος Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τα ίδια έγγραφα το επάγγελμα του είναι
παραγγελιοδόχος, δηλαδή ένα είδος μεσολαβητή μεταξύ χονδρικής και λιανικής
πώλησης που απ’ ότι φαίνεται ήταν διαδεδομένο στην πόλη.12
Μέσα στο ίδιο
το βιβλίο ο συγγραφέας μας αναφέρει δύο συγγενικά του πρόσωπα, την μητέρα του
και τον αδερφό του, ο οποίος τον επισκέπτεται στο Επταπύργιο ερχόμενος από
μακριά: «εξεστράτευσε αποστολικώς μέχρι της απωτάτης εκείνης γωνίας δια να με
συναντήση» (κεφ. Ε΄, «Λογοκρισία επιστολών», σ. 24), αλλά δεν του επιτρέπουν να
τον δει.
Ο νεαρός
Ιορδάνου είναι ρομαντικός και οι περιγραφές του είναι ανάλογες. Μέσα από τις
έμμεσες αναφορές του φαίνεται πως πρόκειται για έναν νεαρό αστό, όχι
σκληραγωγημένο και σίγουρα όχι έτοιμο για να αντιμετωπίσει τις σκληρές συνθήκες
στις φυλακές Επταπυργίου (σ. 7 και 25). Ο τόπος γέννησης του, η
Κωνσταντινούπολη, του προσέδωσε έναν αέρα κοσμοπολιτισμού. Ο ίδιος περιγράφει
πώς με την είσοδό του στο Επταπύργιο προσπάθησε να τον προσεταιριστεί το
κύκλωμα των κρατουμένων με τη συμμετοχή και των υπαλλήλων της διεύθυνσης της
φυλακής, θεωρώντας ότι «επρόκειτο … περί εμπόρου χρεοκοπήσαντος με πολλάς
χιλιάδας δραχ.» (σ. 17).
Φαίνεται πως η
προηγούμενη ζωή του είναι πια παρελθόν από κάθε άποψη· «διήλθον ως εκ μαγείας
δια των οφθαλμών μου, όλαι αι νεανικαί απολαυσεις, όλαι αι συγκινήσεις μιας
τεταραγμενης ζωής προς τας οποίας απήυθυνα το ύστατον αποχαιρετιστήριον. Χαίρε
Νεότης - Χαίρε Κόσμε - Χαίρε Αγάπη μου!» (σ. 8). Έμμεσα στοιχεία για τη
συγκρότηση της προσωπικότητας του συγγραφέα μπορούν βέβαια να αντληθούν μέσα
από την αφήγησή του, κυρίως για το πώς τοποθείται σε σχέση με πρόσωπα και
καταστάσεις αλλά και από το πώς οι άλλοι τον αντιμετωπίζουν. Αναμφισβήτητα ο
Ιορδάνου είναι θρησκευόμενος, πράγμα που προκύπτει ξεκάθαρα από την αφήγησή
του: «Μας είναι γνωστή η παροιμιώδης προς την ευλάβειαν και τα θρησκευτικά
κλίσις των ελλήνων τουλάχιστον καταδίκων». Ακόμη και η μύησή του στις
σοσιαλιστικές ιδέες θα προαναγγελθεί μέσα από ένα όνειρο εν είδη χριστιανικού
οράματος, όπου τη θέση της Παναγίας ή κάποιας Αγίας παίρνει η Εργατιά! Θα
αφιερώσει επίσης ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου στον αρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ
Μακρή και την προσπάθειά του μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους να
κατασκευάσουν το εκκλησάκι του Αγίου Ελευθερίου μέσα στον χώρο των φυλακών.
Ο νεαρός
συγγραφέας εμπνέεται από πατριωτικά αισθήματα. Οι πρώτες του ιστορίες έχουν ως πρωταγωνιστές τα γνωστά για
τη συμμετοχή τους στον Μακεδονικό αγώνα πρόσωπα: τον Καπετάν Στέφο και τον
αρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ Μακρή. Και για τους δύο αναφέρεται με θερμά λόγια
σχετικά με τη δράση τους αυτή. Σε άλλο κεφάλαιο θα αναφερθεί στους
μουσουλμάνους, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για τη σφαγή του Δοξάτου, λέγοντας
πως η άφιξή τους στο Επταπύργιο τον ανάγκασε να σταματήσει τις συναναστροφές με
την ομάδα των υπολοίπων μουσουλμάνων κρατουμένων με τους οποίους διατηρούσε
φιλικές σχέσεις.
Ο Ιορδάνου, αν
κρίνουμε από το ύφος και κυρίως από τη γλώσσα και τα ποικίλα, ξενόγλωσσα
κυρίως, αναγνώσματά του, πρέπει να είχε λάβει στέρεη μόρφωση. Μιλούσε Τουρκικά
και ίσως και Ιταλικά· τα χρησιμοποιεί σε ορισμένες προμετωπίδες των κεφαλαίων.
Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, αν έφτασε στην πόλη
ως πρόσφυγας μετά τις πιέσεις, κυρίως οικονομικής φύσεως, που δέχτηκε η
ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου
πολέμου ή αν επαγγελματικοί λόγοι τον έφεραν στην εξίσου πολυπολιτισμική
Θεσσαλονίκη της εποχής. Όμως τα χαρακτηριστικά, οι συνήθειες και οι αντίληψεις
της κοινότητας των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης για το πολιτικό παζλ της εποχής
εντοπίζονται στην αφήγηση του: «Η Ελλάς, πρωτεύουσα εν τη χορεία των
πεπολιτισμένων λαών της Ανατολής και φιλοδοξούσα να εμφανίζηται ως τοιαύτη…»,
«ίσως διότι εις ημάς εδώ εν Ανατολή δεν υπάρχουσιν οι εξ επαγγέλματος και εκ
συστήματος επιστήμονες κακούργοι της Δύσεως».
Στην αφήγησή
του εντάσσει την άφιξη και εγκατάσταση προσφυγικών πληθυσμών στη Θεσσαλονίκη
και συγκεκριμένα στην περιοχή της Άνω Πόλης. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, τη
μεταφορά του με τη συνοδεία ενός χωροφύλακα από τις Νέες Φυλακές στο Γεντί
Κουλέ: δια μέσου των στενών και σκολιών δρομίσκων, οι οποίοι οδηγούν από τας Νέας
φυλακάς εις το Γεντί-Κουλέ, όπου άλλοτε αι αρχαίαι τουρκικαί συνοικίαι της
Θεσσαλονίκης και όπου νυν εγκατεστάθησαν όσαι προσφυγικαί οικογένειαι δεν
επρόφθασαν να εγκατασταθώσιν εις τα νεκροταφεία της πόλεως, μέσα από τα
παραθυράκια των χαμηλών οικίσκων … εξηκοντίζοντο επ’ εμού βλέμματα εκπλήξεως.
Πού το πάνε το παλληκάρι … βάι το ζαβαλλίδικο.
Όντας
έγκλειστος στις φυλακές Επταπυργίου επιλέγει την συντροφιά των μουσουλμάνων
κρατουμένων, των οποίων γνωρίζει τις συνήθειες, μοιράζεται τις διηγήσεις τους
για τους λαϊκούς τους ήρωες, όπως ο Κιόρογλου και ο Τσακιτζής, και αρέσκεται
στην καθαριότητά τους πριν το φαγητό καθώς και την Παρασκευή αρωματικού καφέ.
Οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι κατάδικοι τον εμπιστεύονταν και απολάμβανε τον σεβασμό
τους, χαρακτηριστικά σημειώνει «με εσέβοντο ως Καδήν».
Η παραμονή του
στη φυλακή και τα όσα αποτρόπαια έζησε, τον παρακινούν να καταγράψει τις
εμπειρίες του αυτές και να τις εκδώσει, πράγμα όχι τόσο εύκολο από πρακτικής
και συναισθηματικής πλευράς. Η βεντάλια των προσώπων που αναφέρονται
ονομαστικά, έχοντας διάφορους ρόλους στο ευρύ περιβάλλον της φυλακής, σταματά,
όταν θέλει να προστατεύσει ανθρώπους που σύμφωνα με εκείνον δεν πρέπει να
εκτεθούν, όπως λόγου χάρη το νεαρό θύμα της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη
από φύλακα, συμβάν που περιγράφεται στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου.
Αντίθετα φροντίζει να κατονομάσει όλους όσους χρηματίζονται, από το υψηλόβαθμο
προσωπικό της φυλακής έως τους δικηγόρους ή μεσίτες - παράσιτα που παραπλανούν τους
έγκλειστους.
Μέσα από την
αφήγησή του γίνεται αναφορά σε ξένους συγγραφείς και τίτλους βιβλίων που έχουν
σχέση με τον εγκλεισμό, είτε πρόκειται για μυθοπλασία, όπως οι Άθλιοι του
Βίκτωρος Ουγκό, είτε για επιστημονική πραγματεία, όπως το έργο του Cesare
Lobroso. 13
Το ζητούμενο
για τον συγγραφέα δεν είναι απλώς να καταγράψει την προσωπική του περιπέτεια
αλλά να καταγγείλει τα κακώς κείμενα. Προφανώς τον προβλημάτισε το γεγονός του
πόσο εύκολα μπορούσε κάποιος να στερηθεί την ελευθερία του και να καταλήξει
κρατούμενος σε τόσο σκληρές φυλακές, όσο αυτές του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης,
συγχρωτιζόμενος με βαρυποινίτες, με πολύχρονη στέρηση της ελευθερίας τους. Ο
Ιορδάνου, όπως είναι φανερό, μέσα από τη μαρτυρία του θέλει να γίνει αντιληπτό
πως όλοι οι κρατούμενοι δεν είναι τα «αποφώλια τέρατα», όπως νομίζει ο έξω
κόσμος και «εκπλήσσονται, όταν συναντώσι εν αυταίς, πού τον αθώον κλέπτην δύο
συμμαχικών κουβερτών, πού τον μικρολωποδύτην, … τον ατυχήσαντα έμπορον …» (σ.
17). Ο ίδιος άλλωστε είναι ένας τέτοιος αποτυχημένος έμπορος, αφού λόγω της
επαγγελματικής του ιδιότητας ενεπλάκη σε μια υπόθεση, η οποία τον οδήγησε ως
κατηγορούμενο για απάτη και βρέθηκε κρατούμενος στο Επταπύργιο. Επιθυμεί να
καλλιεργηθεί στον αναγνώστη του η ιδέα ότι οι κατάδικοι του Γεντί Κουλέ,
ανάμεσα τους και ο ίδιος, στην πλειονοτητά τους είναι συμπαθή, κατά βάση,
πρόσωπα που, παρόλα τα λάθη τους, αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία.
Ο νεαρός
Ιορδάνου είναι φανερό ότι σκόπευε επίσης μέσω του βιβλίου του να καταγγείλει
τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η ποινή. Ήδη από τον πρόλογο του βιβλίου
δηλώνει: ο δε σημερινός προορισμός των φυλακών εν ταις σημεριναίς
πεπολιτισμέναις κοινωνίαις τυγχάνει η διάπλασις του χαρακτήρος του εγκληματίου,
επί το ηθικώτερον, ο εξαγνισμός της ψυχής αυτού δια της σωτείρας εργασίας, και η
εξύψωσις, ει δυνατόν, του φρονήματος αυτού δια της απομονώσεως και της όσον
ένεστι εφικτής αποφυγής παντός συγχρωτισμού προς τους ομοίους του.
Κανένας βέβαια
από τους σκοπούς αυτούς δεν εκπληρωνόταν στις Φυλακές Επταπυργίου Θεσσαλονίκης
στα χρόνια αυτά και όχι μόνο. Σε άλλο σημείο επισημαίνεται η πηγή όλων των
αποτρόπαιων που συνέβαιναν και κραυγάζει: Κυβερνήται! Άρχοντες! Εισαγγελείς!
Προσέξατε τον χωροφύλακα και τον φύλακα των φυλακών. Είναι η προσωποποίησις της
σαπίλας του σημερινού καθεστώτος. Επιβαρύνετε τον Κρατικό προϋπολογισμό όσα
εκατομμύρια θέλατε αλλά προπαντός αποκτήσατε φύλακαις και χωροφύλακαις.
Ο Ιορδάνου και
λόγω της νεότητάς του είναι ιδεαλιστής, δυσφορεί για την αδικία, την
απανθρωπιά, την εκμετάλλευση και συνεχώς διαμαρτύρεται προσωπικά τόσο στη
διεύθυνση «κι εγώ ως συνήθως, εδραττόμην πάσης ευκαιρίας όπως επικρίνω σύστημα,
διεύθυνσιν, υπηρεσίαν, φύλακας, νταλαβερτζήδες, κράχτας και ευνοούμενους», όσο
και με καταγγελίες μέσω του τύπου. Μια τέτοια καταγγελία είναι και αυτή που
περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο ΚΣΤ΄ «Ρασοφόρος Πράκτωρ Δικηγόρου», σε επιστολή την
οποία υπογράφουν ο ίδιος ο Ιορδάνου και ο Θεόδωρος Χ. Σιαούνας, και η οποία
δημοσιεύτηκε στον ριζοσπάστη στις 26 Νοεμβρίου 1919, σχετικά με την προσπάθεια
στρατιωτικού αρχιμανδρίτη να κατευθύνει τους κρατούμενους στο να προτιμήσουν
τον δικηγόρο ανηψιό του, ώστε να διεκδικήσουν χάρη.
Ο Ιορδάνου
αισθάνεται αλληλεγγύη για τους συγκρατούμενούς του και συμπάσχει μαζί τους. Για
τον λόγο αυτό αρνείται τις επίμονες προσεγγίσεις των μελών της διεύθυνσης της
φυλακής να «συνεργαστεί» μαζί τους, άρα να πετύχει και ευνοϊκότερη μεταχείριση,
λέγοντας: «Νομίζεις κ. Ευάγγελε ότι μπορώ να μείνω απαθής και ψυχρός παρατηρητής
όλων των βασάνων που υφίστανται οι κατάδικοι; Μήπως δεν πρέπει και εγώ
κατάδικος συμπάσχων μετ’ αυτών να ενώσω με αυτούς τας ενεργείας μου» (σ. 49). Ο
συγγραφέας δεν μένει απαθής διότι γνωρίζει τα δικαιώματά του και τα διεκδικεί
σε βαθμό που θα χαρακτηριστεί ως “κακόν ζιζάνιον” (σ. 110) από συγκρατούμενό
του και προσπαθεί να διατηρήσει την εντιμότητά του μέσα στο σαθρό περιβάλλον
της φυλακής. Για τους λόγους αυτούς
ο νεαρός
Ιορδάνου τιμωρείται από τη διεύθυνση των φυλακών με εγκλεισμό στην απομόνωση,
στο «μπουδρούμι», όπως ο ίδιος γράφει. Στην αφήγησή του αναδεικνύεται ότι η
τιμωρία αυτή πέρα από την σωματική εξουθένωση στόχο έχει την ψυχική εξαθλίωση
των κρατουμένων. Ο συγγραφέας κάμπτεται σε κάποια χρονική στιγμή
αντιμετωπίζοντας το άκαρπο των προσπαθειών του ως προς την καλυτέρευση των
συνθηκών εγκλεισμού. Για τον ίδιο όμως οι επιπτώσεις των καταγγελιών του είναι
να «εθεωρούμην ως ο αποδιαπομπαίος τράγος» από τη διεύθυνση της φυλακής. Έτσι ο
Ιορδάνου αναδιπλώνεται και επιζητεί την συναναστροφή μόνο με τους μουσουλμάνους
κατάδικους διότι «δεν υπεδαύλιζον, όπως οι χριστιανοί κατάδικοι, τας τάσεις μου
προς εξέγερσιν εναντίον της υπηρεσίας».
Όταν, λοιπόν,
απογοητευμένος και ψυχικά καταβεβλημένος, προσπαθεί να βρει έναν λόγο για να
μπορέσει να εμψυχωθεί και να συνεχίσει να υπάρχει, μυείται στον κομμουνισμό από
τον συγκρατούμενό του Άγγελο Βαφειάδη, αντιπρόεδρο των υποδηματεργατών (σ. 65).
Το περιστατικό αυτό γίνεται στις 18 Απριλίου του 1919, χρονιά κατά την οποία
είχε αποφασιστεί από το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης να εορταστεί η Εργατική
Πρωτομαγιά με το νέο ημερολόγιο.
Ο Βαφειάδης
μιλά ακριβώς για την σημασία της Εργατικής Πρωτομαγιάς στον Ιορδάνου. Του
“εμπιστεύεται” το εικονογραφημένο τετρασέλιδο φύλλο της εφημερίδας ριζοσπάστης
(17-4-1919, π. η.). Ο Ιορδάνου παραθέτει στο κείμενό του αυτούσιο το κύριο
άρθρο του Γ. Πετσόπουλου και περιγράφει την εικονογράφησή του. 14 Σημειώνει πως σχεδόν αποστήθισε τα περιεχόμενα
της εφημερίδας και αργότερα ο Βαφειάδης του προμήθευσε το Κεφάλαιο του Καρλ
Μαρξ και «όλην εκείνην την Κομμουνιστικήν φιλολογίαν».
Ο ίδιος βέβαια
σημειώνει, «Κάθε άρθρον, κάθε περίοδος, κάθε γραμμή ήτο δι’ εμέ και μια
αποκάλυψις ενός κόσμου γνωστού και λησμονημένου, μια αναπαράστασις της ιδίας
μου ζωής, της ψυχής μου και του ατόμου μου αντικατοπτρισμός». Σε άλλο σημείο έχει
αποκαλύψει πως «κάπου ενθυμήθην, ωσάν να είχα διαβάσει μερικές σοσιαλιστικές
θεωρίες». Στην καμπή αυτή λοιπόν της ζωής του οι θεωρητικές αναζητήσεις
γίνονται βίωμα και ο ίδιος αποφασίζει πως είναι κομμάτι του κόσμου αυτού: «ήμην
κι εγώ προλετάριος … είχον και εγώ ομοιδεάτας».
Ο Ιορδάνου
παρόλο που είχε την πρόθεση να εκδώσει και δεύτερο τεύχος, δεν το
πραγματοποίησε απ’ όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε. Το έντυπο που γνωρίζουμε
κυκλοφορεί το 1921 μια χρονιά πριν τα καταιγιστικά γεγονότα της κατάρρευσης του
Μικρασιατικού μετώπου και της ανταλλαγής των πληθυσμών.
Καθώς ο
Ιορδάνου είναι σε νεαρή ηλικία είναι πολύ πιθανό να στρατεύθηκε μετά την έξοδο
του από την φυλακή και αυτό να του κόστισε την ζωή (όπου Εντευκτήριο σ. 5,
υποσ.7) .
Τα περιεχόμενα
Οι «αληθινές
ιστορίες», όπως ο ίδιος δηλώνει, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Ιορδάνου
αποκαλύπτουν μία προς μία τις άθλιες συνθήκες κράτησης στις φυλακές Επταπυργίου
Θεσσαλονίκης. Θα μπορούσε ο αναγνώστης να θεωρήσει πως η αθλιότητα αυτή
οφείλεται στο ότι οι φυλακές λειτούργησαν μέσα στο φρούριο που προστάτευε την
πόλη στην βυζαντινή και οθωμανική περίοδο.
Εντούτοις αυτό
ήταν μια μόνο πλευρά του προβλήματος. Κατά τη δεκαετία του 1890, όταν πια η
χρησιμότητα του φρουρίου εξέπεσε ως προς τον αμυντικό του χαρακτήρα, ξεκίνησε
με την προσθήκη διαφόρων κτιρίων η λειτουργία του ως φυλακών. 15 Μετά το 1912
και την εγκατάσταση της ελληνικής διοίκησης συνεχίστηκε η λειτουργία τους χωρίς
ουσιαστική βελτίωση. Ο ίδιος ο Ιορδάνου, από τον πρόλογο ακόμη, επισημαίνει πως
δεν θα έπρεπε να συνεχίσουν να λειτουργούν τέτοιου είδους μεσαιωνικές φυλακές
σε ένα δημοκρατικό κράτος. Άλλωστε, ήδη από το 1913 οι κρατούμενοι των φυλακών
Επταπυργίου είχαν υποβάλει αίτημα προς την Ελληνική Βουλή για την απελευθέρωσή
τους. 16 Δύο χρόνια αργότερα, το 1915, θα στείλουν επιστολή στον μητροπολίτη
Θεσσαλονίκης Γεννάδιο ζητώντας να βελτιωθούν οι συνθήκες κράτησης. 17
Η μαρτυρία του
συγγραφέα ξεκινά τρία χρόνια αργότερα, οπότε καμία παρέμβαση προς το καλύτερο
απ’ ότι φαίνεται δεν έγινε. Ήδη από το Α΄ κεφάλαιο του βιβλίου «Από την Σκύλλαν
εις την Χάρυβδιν», έχοντας μόλις τοποθετηθεί στον θάλαμο του, ο Ιορδάνου με τον
αριθμό 10 ανακαλύπτει την ευρεία διάδοση του μπαρμπουτιού, με ζάρια γεμισμένα
με μόλυβδο και της χασισοποτίας, της «τσίκας», όπως την ονομάζουν οι
κρατούμενοι μέσα στον χώρο της φυλακής (σ. 13). Άλλωστε, όπως περιγράφεται στο
κεφάλαιο Κ΄ «Έχουσι γνώσιν οι φύλακες», και το προσωπικό της φυλακής θα
επιδίδεται συστηματικά και με τις κατάλληλες προφυλάξεις, τις τσίλιες δηλαδή,
στην χαρτοπαιξία και μάλιστα σε συγκεκριμένο θάλαμο, τον έκτο, ο οποίος ήταν
«ακατοίκητος» και είχε χρησιμοποιηθεί και ως μαγειρείο (σ. 79). Ανακαλύπτει
επίσης και το «βιδάνιο», το δικαίωμα δηλαδή του εκάστοτε θαλαμάρχη, να
παρακρατεί ένα ποσοστό των κερδών της χαρτοπαιξίας.
Οι θαλαμάρχες
ήταν κάθε φορά οι ευνοούμενοι της διεύθυνσης της φυλακής, οι «νταλαβερτζήδες»,
στην γλώσσα των κρατουμένων. Για όλα αυτά τα γεγονότα «τον τόνον έδιδον τα
όργανα της υπηρεσίας, ουχί με το αζημίωτον ως επληροφορήθην αργότερον» (σ. 15).
Στο επόμενο, το
δεύτερο κεφάλαιο, ο νεαρός συγγραφέας θα καταγράψει τον λόγο για τον οποίο
μεταφέρθηκε στο Γεντί Κουλέ, ενώ βρισκόταν προφυλακισμένος στις Νέες Φυλακές. Η
εμπλοκή του ως μάρτυρα στην υπόθεση του Μακεδονομάχου καπετάν Στέφου, ο οποίος
στράφηκε εναντίον του προσωπικού των Νέων Φυλακών, θα τον οδηγήσει στο
Επταπύργιο, σε μια φυλακή την φρίκη της οποίας είχε ήδη πληροφορηθεί κατά την
προφυλάκιση του. Είναι χαρακτηριστικό ότι για την μεταφορά του χρησιμοποιεί το
ρήμα «εξωρίσθην». Στα μάτια του νεαρού συγγραφέα οι συγκεκριμένες φυλακές
θεωρούνταν και λόγω των άθλιων συνθηκών, αλλά και εξαιτίας της δυσπρόσιτης και
αραιοκατοικημένης τοποθεσίας την περίοδο αυτή, ένα είδος εξορίας .
Στο τρίτο
κεφάλαιο, ο Ιορδάνου περιγράφει την προσπάθεια της δημιουργίας του μικρού ναού
των φυλακών, του Αγίου Ελευθερίου, με πρωτοβουλία του αρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ Μακρή18 και την
συμπαράσταση των ορθοδόξων χριστιανών κρατουμένων. Οι κρατούμενοι αυτοί
συνεισέφεραν και με την προσωπική εργασία τους, αλλά και με χρήματα που
συγκέντρωναν με εράνους, θεωρώντας ότι η άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων
θα τους προσέφερε ανακούφιση και γαλήνη. Τα εμπόδια και τα προσκόμματα της
διεύθυνσης της φυλακής ξεπεράστηκαν, ωστόσο τα χρήματα, χίλιες δραχμές (σ. 19),
που είχαν συγκεντρωθεί από τους εράνους και οι κρατούμενοι τα εμπιστεύτηκαν στη
διοίκηση της φυλακής, εξανεμίστηκαν. Οι διαμαρτυρίες του αρχιμανδρίτη
Μελχισεδέκ και η μήνυση που υπέβαλε δεν εξετάστηκαν, με αποτέλεσμα να
μεταφερθεί με σύντομες διαδικασίες στις φυλακές της Αίγινας, ώστε να αποσοβηθεί
το σκάνδαλο.
Το ενδιαφέρον
Δ΄ κεφάλαιο «Η Πείνα κακός σύμβουλος» θα μπορούσε να αποτελέσει μια ενότητα
μαζί με τα κεφάλαια ΙΒ´ «Ένας πολύ ευσυνείδητος παντοπώλης» και ΙΓ΄ «Πολιορκία
εγκαθείρτων», καθώς περιγράφονται οι επιπτώσεις της συμμετοχής της Ελλάδας στον
Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο (1917-1918) στην πόλη της Θεσσαλονίκης γενικότερα, αλλά
και στις φυλακές Επταπυργίου συγκεκριμένα . Η παντελής έλλειψη τροφίμων και
κατά συνέπεια η αισχροκέρδεια «συνεπλήρωσε όλα τα δεινά του πολέμου, τους
κινδύνους, την πείνα, την κακομοιριά και τας ασθένειας», σημειώνει ο Ιορδάνου
(σ. 21).
Το διαχρονικό
φαινόμενο της αισχροκέρδειας ανθεί δυστυχώς σε τέτοιες κρίσιμες περιόδους: Άνθρωποι
εστερημένοι παντός συναισθήματος αλληλεγγύης και κόκου στοργής προς τον πλησίον
… τέρατα πλεονεξίας και εγωισμού επεδίωκον να μεταβληθούν εις εφοπλιστάς από
μικρομπακάληδες και μικροφουρναραίοι, και να εξυπνήσουν εκατομμυριούχοι εντός
εικοσιτετραώρου.
Ο Ιορδάνου
συνεχίζει, αφηγούμενος, ότι όλα τα είδη πρώτης ανάγκης νοθεύονταν και οι τιμές
τους είχαν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη· από το βούτυρο έως τη ζάχαρη τα αναγκαία
αυτά τρόφιμα θεωρούνταν είδη πολυτελείας· μεγάλη έλλειψη επίσης υπήρχε στα
ψάρια, γιατί όλα προπωλούνταν στο Αγγλικά στρατεύματα. Κυρίαρχο επίσης πρόβλημα
υπήρξε η νόθευση και η τιμή του ψωμιού· η εργατική τάξη είχε βέβαια υποστεί τις
μεγαλύτερες επιπτώσεις χωρίς να έχει τη δυνατότητα να διαμαρτυρηθεί απεργώντας,
αφού στη Θεσσαλονίκη είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος19 λόγω της παρουσίας των
ξένων στρατευμάτων.
Ο συγγραφέας,
όπως αποδεικνύεται, γνωρίζει καλά τις παθογένειες της εμπορικής δραστηριότητας
την εποχή αυτή λόγω επαγγέλματος και μέμφεται τους χειρισμούς του τότε Υπουργού
Επισιτισμού και Αυτάρκειας Λεωνίδα Εμπειρίκου20 για την μη ομαλοποίησή τους. Η
ζοφερή αυτή κατάσταση στη Θεσσαλονίκη είχε τις επιπτώσεις της στο σιτηρέσιο της
φυλακής. Ο Ιορδάνου καταγγέλλει πως υπήρξε διαμαρτυρία από τους κρατούμενους
αφού είχαν μείνει νηστικοί επί σαράντα οκτώ ώρες και διαμαρτύρονταν: «θέλουμε
κουραμάνα, θέλουμε κουραμάνα» (σ. 23), και «εφ’ όσον παρήρχετο η ώρα αι κραυγαί
των καθίσταντο γοερότεραι και αι κινήσεις των απειλητικώτεραι».
Ο συγγραφέας παραδέχεται
ότι η Πολιτεία είχε φροντίσει για την επαρκή τροφοδοσία του ψωμιού στις
φυλακές, ωστόσο η διεύθυνση της φυλακής για να εξοικονομήσει προς ίδιον όφελος
τα ψωμιά αυτά καθυστερούσε τη διανομή τους στους κρατουμένους από τέσσερις έως
δεκατέσσερις ώρες, έτσι ώστε να επωφεληθεί από την τροφοδοσία δύο ημερών. Απ’
όσα περιγράφονται στο κεφάλαιο ΙΒ΄ «Ένας πολύ ευσυνείδητος παντοπώλης», η
κατάσταση για τους έγκλειστους επιδεινώνεται αφού στην πόλη εξαπλώνονται οι
επιδημίες της ισπανικής γρίπης21 και του εξανθηματικού τύφου, γεγονός που
αναγκάζει τη διεύθυνση της φυλακής να απαγορεύσει το επισκεπτήριο. Αυτό είχε ως
αποτέλεσμα οι κρατούμενοι να μην προμηθεύονται από τα συγγενικά τους πρόσωπα τα
απαραίτητα τρόφιμα, οπότε έπρεπε να αγοράζουν τα πάντα από το παντοπωλείο, που
λειτουργούσε στο προαύλιο της φυλακής από ιδιώτη, ο οποίος κατέβαλλε ενοίκιο
στο δημόσιο. Ο παντοπώλης εκμεταλλευόμενος την απαγόρευση του επισκεπτηρίου
αισχροκερδούσε εις βάρος των κρατουμένων αυξάνοντας χωρίς έλεγχο τις τιμές των προϊόντων.
Στο κεφάλαιο
ΙΓ΄ «Πολιορκία εγκαθείρκτων» κορυφώνεται η ταλαιπωρία και η αντίδραση των
καταδίκων καθώς μετά από δύο εβδομάδες στερούνται το επισκεπτήριο των
αγαπημένων προσώπων τους, έτσι «οι κατάδικοι ήρχισαν εξεγειρόμενοι» (σ. 47).
Την τρίτη εβδομάδα αποφασίζουν να συγκροτήσουν επιτροπή με ένα μέλος από κάθε
θάλαμο και να απευθυνθούν στον διευθυντή των φυλακών· στην επιτροπή μετέχει και
ο Ιορδάνου. Ο διευθυντής πράγματι ακούει το αιτήμα τους και τους διαβεβαιώνει
ότι θα ενεργήσει για να ικανοποιηθεί. Ο Ιορδάνου δεν πιστεύει πως θα έχει
αποτέλεσμα η κίνηση αυτή και επιβεβαιώνεται, καθώς προσεγγίζεται από τη
διεύθυνση με σκοπό να τον προσεταιριστούν και να διασπαστεί η συλλογική
διαμαρτυρία των κρατουμένων. Ο συγγραφέας αρνείται, αλλά στη δεύτερη συνάντηση
που έχουν με τον διευθυντή για το ίδιο ζήτημα αντιλαμβάνεται πως άλλα μέλη της
επιτροπής αυτής μεταπείσθηκαν από την διεύθυνση και επομένως η διασπαστική αυτή
τακτική επέφερε και την αποτυχία της διαμαρτυρίας.
Μέσα από τις
επόμενες ιστορίες που αφηγείται ο Ιορδάνου, δηλαδή από το πέμπτο έως και το
δέκατο κεφάλαιο, μας περιγράφει τις συνθήκες κράτησης και τις πρακτικές του
προσωπικού των φυλακών σε βάρος των εγκλείστων.
Οι καθημερινές
επιθεωρήσεις του προσωπικού στους θαλάμους των κρατουμένων γίνονται, κατά την
αφήγηση του Ιορδάνου, με σκοπό να ζητήσουν οι κρατούμενοι κάποια διευκόλυνση
δωροδοκώντας από τα υψηλόβαθμα έως τα χαμηλόβαθμα στελέχη με ανάλογα ποσά που
ήταν προκαθορισμένα. Ο συγγραφέας περιγράφει με καυστικό τρόπο τη θεατρικότητα
με την οποία επαναλαμβάνονται οι επιθεωρήσεις αυτές: «Λυγερός, πεταχτός ως
φαιδρός εραστής, σπεύδων εις συνάντησιν ποθητής φίλης, πρωΐ-πρωΐ περιέτρεχε
τους θαλάμους ο δραστήριος υπαρχιφύλαξ» (σ. 34), αλλά και το πέπλο σιωπής που σκέπαζε
την κάθε είδους διαφθορά (Κεφάλαιο Η΄ «Εξαγορά της σιωπής», σσ. 34-37). «Όλα δε
ταύτα περιβάλλοντο δι’ άκρου μυστικισμού, η δε εχεμύθεια αποτελεί το πρώτον
συστατικόν ενός καταδίκου διαγωγής καλής και δικαιούμενου αναστολής!». Εκτός
από τη δωροδοκία για προσωπικές χάρες των κρατουμένων, ο υπαρχιφύλακας
εισέπραττε και ένα καθορισμένο ποσό (πεντάδραχμο) για να επιτρέπει την
χαρτοπαιξία. Άλλωστε, όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο, οι ίδιες πρακτικές
ακολουθούνταν και από τον επόμενο στην ιεραρχία του φυλακτικού προσωπικού,
δηλαδή τον φύλακα Α’, ο οποίος όμως δωροδοκούνταν με μικρότερα ποσά. Το πλέγμα
αυτό συναλλαγής ήταν τόσο καλά εδραιωμένο, που όταν κάποιος εβραίος κρατούμενος
στις φυλακές Επταπυργίου προσπάθησε να διακινήσει καπνό μέσα στους θαλάμους,
καθώς έπρεπε καθημερινά να εξαγοράζει τόσο τον υπαρχιφύλακα όσο και τον επόμενο
τη τάξει φύλακα, αντιλήφθηκε πόσο ήταν ασύμφορο και άρχισε να δυστροπεί, προσπάθησε
δηλαδή να καταγγείλει την συναλλαγή. Η απάντηση της διοίκησης της φυλακής ήταν
να τον μεταφέρει στις φυλακές Ζακύνθου. Ο Ιορδάνου επισημαίνει άλλη μια τακτική
της διοίκησης της φυλακής, που ήδη από την εποχή αυτή είχε παγιωθεί. Δηλαδή για
την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε καταγγελιών η τακτική ήταν η μεταγωγή των
κρατουμένων σε φυλακές «των απωτάτων επαρχιών του βασιλείου»: οι λόγοι της
δικαιολογήσεως μιας τοιαύτης τραγικής μεταφοράς ενός καταδίκου εις φυλακάς,
όπου δεν ηδύνατο να τύχη της παρηγόρου αρωγής των οικείων του, συνωψίζοντο εις
τον στερεότυπον χαρακτηρισμόν αυτού ως ταραχοποιού, χασισοπότου ή χαρτοπαίκτου.
Ποιοι όμως υπέθαλπον την χαρτοπαιξίαν και την χασισοποσίαν … διότι εκεί πού δεν
υπάρχουν οι χασισοπόται και οι χαρτοπαίκται … οι φύλακες σπανίως ενθυλακώνουσι
δίδραχμα και πεντόδραχμα (κεφάλαιο Ι΄ «Εντός περιβόλου ευρέως, παρουσιάζεται
και ένας Εβραίος»). Ο συγγραφέας με το παραπάνω επιχείρημα αντικρούει τις
αντιλήψεις της εποχής ότι η διαφθορά των κρατουμένων οφείλεται στην a priori
εγκληματική φύση τους. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην μελέτη του Πετρουνάκου, ο
οποίος ασχολήθηκε με την κατάσταση των ελληνικών φυλακών διαπιστώνοντας την
προβληματική κατάσταση και πρότεινε την εξ ολοκλήρου αναδιοργάνωσή τους και όχι
μόνο την περιορισμένη αντιμετώπιση επί μέρους προβλημάτων, όπως το κτιριακό. 22
Ωστόσο ο
Πετρουνάκος, όπως άλλωστε και ο ίδιος δηλώνει, δεν είχει ιδίαν αντίληψη των
προβλημάτων διαβίωσης των κρατουμένων.23 Ο Ιορδάνου θεωρεί πως η μαρτυρία του
ως έγκλειστου μπορεί να αποκαλύψει τη ρίζα του προβλήματος τουλάχιστον σε ότι
αφορά τις φυλακές Επταπυργίου, η οποία είναι η διαφθορά του φυλακτικού
προσωπικού και η συναλλαγή των κρατουμένων μαζί τους για την ικανοποίηση ακόμη
και των πιο απλών και στοιχειωδών τους δικαιωμάτων. Ένα από αυτά, η
αλληλογραφία με τα οικεία τους πρόσωπα ελέγχονταν από την διεύθυνση της
φυλακής. Ο νεαρός συγγραφέας, λίγο μετά τον εγκλεισμό του στις φυλακές
Επταπυργίου, μη γνωρίζοντας τον αυστηρό αυτό εσωτερικό κανονισμό θα προσπαθήσει
να παραδώσει στον αδερφό του μια επιστολή για την μητέρα του (κεφ. Ε΄
«Λογοκρισία των επιστολών», σ. 23-25). Το γεγονός έγινε αντιληπτό από τους
φύλακες και ο Ιορδάνου για πρώτη φορά τιμωρείται με κράτηση στην απομόνωση.
Ο Ιορδάνου
περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα το κελί της απομόνωσης και το παρομοιάζει
με «σπήλαιο όπου εισήρχετο μια αμυδρά ακτίς φωτός». Οι συνθήκες που βίωναν οι
κρατούμενοι στην απομόνωση ήταν εξουθενωτικές: «εις τον παγετό του χειμώνος δεν
υπάρχει ούτε σκιά καλύματος, και δι’ όλης της νυκτός και ημέρας ο τιμωρούμενος
πλέει εις άγριον σκότος, χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς οίκτον και έλεος» (σ.
26). Οι συγκλονιστικές στιγμές που έζησε ο συγγραφέας προσπαθώντας να
συμπαρασταθεί και να συνεφέρει τον λιπόθυμο συγκρατούμενό του στο ίδιο κελί της
απομόνωσης ξεπερνώντας την ψυχική εξουθένωσή του, θα τον οδηγήσουν να
χαρακτηρίσει το κελί αυτό «Τάφον των ζωντανών» και να δώσει τον τίτλο αυτό και
στο βιβλίο του. Στη συνέχεια του κεφαλαίου αυτού πληροφορούμαστε ότι τους
έγκλειστους στην απομόνωση θα προσεγγίσει κρατούμενος –ευνοούμενος της
διεύθυνσης– και θα τους ζητήσει χρηματικό αντάλλαγμα για να τους βγάλει από την
απομόνωση. Οι δύο, μετά από έντονες διαμαρτυρίες στον διευθυντή των φυλακών για
τον εκβιασμό αυτό, θα βγουν από την απομόνωση μετά από διαταγή του διευθυντή.
Κατά τον Ιορδάνου, το περιστατικό αυτό του εκβιασμού υπήρξε ενορχηστρωμένο από
τον ίδιο τον διευθυντή, ο οποίος, όταν αντιλήφθηκε ότι μπορεί να προκύψει
σκάνδαλο, θέλοντας να τους κατευνάσει, τους χάρισε το υπόλοιπο της τιμωρίας
στην απομόνωση και τιμώρησε τον ευνοούμενό του κρατούμενο. Εφόσον ο Ιορδάνου
είχε καταγγείλει συγκρατούμενό του που απολάμβανε της εύνοιας της διεύθυνσης,
θεωρούνταν πια μη εμπιστεύσιμος και για τον λόγο αυτό μεταφέρεται σε άλλο θάλαμο,
τον θάλαμο 8. Ο συγγραφέας περιγράφει πώς τα μικρότερα νούμερα στην αρίθμηση
των θαλάμων υπεδείκνυαν και αθλιότερες συνθήκες διαβίωσης.
Η συνεχής
μεταφορά του κρατουμένου, όπως είναι φυσικό, από θάλαμο σε θάλαμο σκοπό είχε να
κάμψει το ηθικό του και να τον περιθωριοποίησει (κεφ. Ζ΄ «Τρόπος του δίδειν τα
παπούτσια στο χέρι», σ. 31-34).
Στα κεφάλαια
ΙΑ΄ «Τελειόποιησις μέσων απολυμάνσεως», ΚΒ΄ «Τραγικός θάνατος καταδίκου», Λ΄
«Δαρμοί και εκδιώξεις» και ΛΑ΄ «Τα Σόδομα και τα Γόμορα», ο συγγραφέας
συμπεριέλαβε τα βαναυσότερα περιστατικά βίας κατά την περίοδο εγκλεισμού του
στο Επταπύργιο. Οι κρατούμενοι ήταν αντιμέτωποι με κάθε λογής απρόκλητη βία.
Στο ΙΑ΄ κεφάλαιο, οι κρατούμενοι προσκαλούνται από τον γιατρό της φυλακής στο
προαύλιο με σκοπό να απολυμάνουν τα ρούχα τους. Ωστόσο και εδώ ο τρόπος που
πραγματοποιείται η απολύμανση αυτή θα την μετατρέψει από ένα μέτρο υγιεινής σε
μέθοδο εξευτελισμού των κρατουμένων, αφού καλούνται σε κοινή θέα να βγάλουν τα
ρούχα τους και όπως ήταν αναμενόμενο αρνούνται. Έτσι ξεκινά ο εμπαιγμός τους
και κατόπιν ξυλοδαρμός, ώστε να προχωρήσει η απολύμανση των ρούχων. Το
αποτέλεσμα είναι πως ευτελισμένοι, δαρμένοι και σε κακές συνθήκες περιμένουν να
παραλάβουν τα ρούχα τους, τα οποία όμως λόγω της απολύμανσης έχουν μετατραπεί
σε κουρέλια. Απάνθρωπη κακοποίηση θα υποστεί κρατούμενος και στην ιστορία που
περιγράφεται στο κεφάλαιο Λ΄ «Δαρμοί και εκδιώξεις». Ο κρατούμενος με καταγωγή
από την Χαλκιδική θα κλειστεί στον «Νερολόγο», όπως τον κατονομάζει ο Ιορδάνου.
Φαίνεται, από την περιγραφή ότι ο χώρος αυτός είναι διαφορετικός μάλλον από τα κελιά
της απομόνωσης, τα οποία περιέγραφε σε προηγούμενα κεφάλαια ο συγγραφέας, ίσως
γιατί ο άγριος ξυλοδαρμός του κρατουμένου με κάθε είδους όργανο από μια ομάδα
φυλάκων έπρεπε να μην γίνει αντιληπτός από το πλήθος των κρατουμένων. 24
Ο μόνος
μάρτυρας του περιστατικού, ένας νεαρός κρατούμενος που βρέθηκε για λίγη ώρα
στον ίδιο χώρο, εκτός από το ψυχολογικό σοκ που υπέστη προσπάθησε να
διαμαρτυρηθεί αλλά απειλήθηκε. Ο Ιορδάνου διαμαρτυρήθηκε και ο ίδιος και φυσικά
τιμωρήθηκε και εκείνος με τη σειρά του. Το περιστατικό έληξε με την παρέμβαση
του δικηγόρου Αθανασίου Αγγελάκη, στον οποίο ο Διευθυντής ισχυρίστηκε πως δεν
γνώριζε όσα θλιβερά είχαν συμβεί. Εκτός από τις κακοποιήσεις αυτές όμως θα
προκύψει και ο θάνατος ενός καταδίκου, όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο ΚΒ΄
«Τραγικός θάνατος καταδίκου». Εδώ μια ομάδα κρατουμένων που θα κατηγορηθούν από
συγκρατούμενό τους για κλοπή θα κλειστούν στην απομόνωση. Ο Ιορδάνου περιγράφει
πώς βασανίστηκαν και ξυλοκοπήθηκαν, ώστε να ομολογήσουν την υποτιθέμενη κλοπή.
Η συμπαράσταση και αλληλεγγύη των υπολοίπων κρατουμένων, οι οποίοι γνώριζαν την
αθωότητά τους κινητοποίησε τον τότε γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος
(ΣΕΚΕ), Νίκο Σαργολόγο, 25 να διαμαρτυρηθεί και να απειλήσει τον διευθυντή των
φυλακών με καταγγελία στον τύπο για τους βασανισμούς. Η ομάδα των κρατουμένων
βγήκε από την απομόνωση, όμως ο γηραιότερος εξ αυτών απεβίωσε τρεις μέρες
αργότερα υποκύπτοντας στα τραύματα του.
Στο τελευταίο
κεφάλαιο ΛΑ´ του βιβλίου, «Τα Σόδομα και τα Γόμορα», αποτυπώνεται μια άλλη
προβληματική πτυχή στις φυλακές Επταπυργίου, ο συγχρωτισμός δηλαδή νεαρών
κρατουμένων μαζί με εκείνους μεγαλύτερης ηλικίας και βαρύτερης ποινής. Ο
συγχρωτισμός αυτός οδηγούσε αρχικά τα «παιδιά της αμαρτίας», όπως περιγράφονται
από τον Ιορδάνου, στην χασισοποτία και λόγω της εξάρτησης αυτής κατόπιν και
στην σεξουαλική εκμετάλλευση από το φυλακτικό προσωπικό. Ένα τέτοιο περιστατικό
περιγράφεται και εδώ, όπου ο έφηβος κρατούμενος οδηγείται από τον φύλακα στα
«νέα μαγειρεία» και το γεγονός της κακοποιήσης γίνεται αντιληπτό από τους
κρατούμενους. Οι διαμαρτυρίες τους είναι έντονες, φτάνουν μάλιστα να
καταγγείλουν το συμβάν στον Γενικό Γραμματέα της Διοικήσεως Μακεδονίας
Κωνσταντίνο Γαρδίκα,26 ο οποίος, παρόλο που είχε αφιχθεί ως πολλά υποσχόμενος
λόγω των σπουδών του, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, δεν ευαισθητοποιήθηκε. Έτσι
ο νεαρός αρχικά απομονώνεται στο νοσοκομείο και αργότερα μεταφέρεται στις
φυλακές Αβέρωφ.
Εξίσου
ενδιαφέροντα είναι τα κεφάλαια, ΙΔ΄ «Περί θρεπτικών ιδιοτήτων και γευστικότητος
του μπακαλάου», ΙΕ´ «Όνειρον εαρινής νυκτός», ΙΣΤ΄ «Πρωτομαγιά», ΚΑ΄ «Ένας
καπνεργάτης δερόμενος», ΚΓ΄ «Επίσκεψις αρχιάτρου», που εστιάζουν στον
διαχωρισμό πολιτικών και ποινικών κρατουμένων . Ο διαχωρισμός αυτός ήταν σαφής
στη συνείδηση των κρατουμένων, παρ’ όλο που τότε δεν ήταν ακόμη θεσμοθετημένη
μια τέτοια διάκριση (σ.100). Ο νεαρός συγγραφέας μαζί με άλλους κρατούμενους
διαμαρτύρονται κατά τον έλεγχο που διενεργείται από τον ιατρό της φυλακής, αυτή
τη φορά, για την ποιότητα των γευμάτων, την ανεπάρκεια και τις αυξημένες τιμές
των τροφίμων στο παντοπωλείο της φυλακής.
Οι διαμαρτυρίες
τους θα εξοργίσουν τον Διευθυντή των φυλακών, ο οποίος θα τους τιμωρήσει με
εγκλεισμό στην απομόνωση. Ο Ιορδάνου κατονομάζει το κελί τους «Δίπορτο». Οι
τιμωρημένοι κατόρθωσαν να επιβιώσουν στο σκοτεινό αυτό κελί χάρη στην
ευσπλαχνία και την γενναιοδωρία ενός συγκρατούμενο τους, ο οποίος τους
εξασφάλισε τροφή και καπνό. Αυτοσχεδιάζοντας οι ίδιοι κατασκευάζουν ένα
αυτοσχέδιο λυχνάρι από ένα σαρδελοκούτι με λίγο βαμβάκι για φυτίλι.
Με αυτόν τον
ισχνό φωτισμό φωτίζουν τον ανήλιαγο αυτό χώρο προσπαθώντας με τη φαντασία τους
να καταπραΰνουν την άσχημη ψυχολογική τους κατάσταση. Έτσι θα προκύψει για τον
Ιορδάνου το «Όνειρον εαρινής νυκτός», κατά το οποίο θα ονειρευτεί την Εργατιά,
θα συνομιλήσει μαζί της και αυτή θα τον καλέσει να στρατευτεί στον αγώνα για τα
δίκαια της εργατικής τάξης. Από το όνειρο θα τον βγάλει ο συνδικαλιστής Άγγελος
Βαφειάδης, αντιπρόεδρος των υποδηματεργατών. Οι πολιτικοί κρατούμενοι, που
αναφέρονται από τον Ιορδάνου, είναι κυρίως μέλη εργατικών σωματείων ή στελέχη
του ΣΕΚΕ, όπως ο Βαφειάδης, ο δάσκαλος Ασβεστάς, ο καπνεργάτης Αυγουστής
Χατζηαργυρόπουλος, ο Παναγιώτης Ζέκος και ο Νίκος Σαργολόγος. Ο συγγραφέας θα
αφιερώσει ένα κεφάλαιο στην περιπέτεια του καπνεργάτη, το δύσκολο επάγγελμα
του, την εκμετάλλευση που υφίσταται, τις συνεχείς κινητοποιήσεις και τις
διώξεις.
Περιγράφει με
αφορμή την περιπέτεια του Χατζηαργυρόπουλου την επίπτωση της ανθυγιεινής
εργασίας του στην υγεία του. Προφανώς αυτό δεν είναι άσχετο με τις ογκούμενες
και επαναλαμβανόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις των καπνεργατών τα χρόνια αυτά
στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Έτσι βρίσκει την
ευκαιρία να αναφέρει τον θάνατο του Ζέκου, ο οποίος πεθαίνει στις φυλακές
Καβάλας το 1920. Το σωματείο άλλωστε των καπνεργατών το οποίο εκπροσωπεί ο
Ζέκος θα είναι από τα πιο δυναμικά την εποχή αυτή, παίζοντας αποφασιστικό ρόλο
στη συγκρότηση του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, του οποίου ο Ζέκος θα είναι
ο Γενικός Γραμματέας το 1917-1918.
Η προσέγγιση
του συγγραφέα από τους πολιτικούς κρατούμενους που βρίσκονται στο Επταπύργιο
φαίνεται πως προέκυψε από τις συνεχείς διαμαρτυρίες του Ιορδάνου για τις
συνθήκες κράτησης, αλλά και από την αποφασιστικότητα που επέδειξε για μεγάλο
χρονικό διάστημα να μην συνεργαστεί με τη διοίκηση της φυλακής, παρά τις
πολλαπλές κρούσεις που του έγιναν. Μια από αυτές θα του γίνει κατά τον
τελευταίο αυτό εγκλεισμό του στην απομόνωση, αλλά και πάλι θα είναι αρνητικός.
Επειδή ο συγγραφέας κατάλαβε γρήγορα πως η αποτελεσματικότερη αντίδραση για την
προάσπιση των δικαιωμάτων του είναι η καταγγελία μέσω του τύπου ή προς τον
εισαγγελέα, η διεύθυνση της φυλακής προσπάθησε να αποσοβήσει τη δημοσιοποίηση
των παρεκτροπών της μέσω του προσεταιρισμού. Τον μεσολαβητή παίζει κάθε φορά
είτε κάποιο μέλος του φυλακτικού προσωπικού, συνήθως υψηλόβαθμο, είτε κάποιος
κρατούμενος ευνοούμενος της διεύθυνσης. Κάτι αντίστοιχο εξελίσσεται και στα
κεφάλαια ΙΘ΄ «Ανακρίσεις βωβών» και ΚΗ´ «Ο επιστημονικός κόσμος».
Όπως
αντιλαμβανόμαστε, ο Ιορδάνου έδωσε μεγάλη βαρύτητα στο θέμα του τύπου και στο
να συμπεριλάβει στην αφήγησή του τα άρθρα με τα οποία καταγγέλλονται από τον
ίδιο ή από άλλους οι τραγικές συνθήκες κράτησης στις φυλακές Επταπυργίου.
Αναρωτιέται κανείς πώς υπήρχε η ευχέρεια, όταν επρόκειτο για δικές του
καταγγελίες, να φτάσουν στον τύπο, και αν επρόκειτο για καταγγελίες τρίτων, πώς
γνώριζε ότι υπήρξαν, όντας κρατούμενος, και τις κατέγραψε. Η μόνη λογική
εξήγηση, που άλλωστε ίσχυσε στις γνωστές μας περιόδους εγκλεισμού πολιτικών
κρατουμένων, είναι ότι μέσα από την τακτική της ομαδοποίησης και οργάνωσης που
είχαν οι κρατούμενοι αυτοί κατόρθωναν να περάσουν στον τύπο τις καταγγελίες
τους για άσχημες συνθήκες κράτησης, βασανιστήρια κτλ. Η πληροφόρηση για
συγκεκριμένα άρθρα και η αποδελτίωση που έκανε ο Ιορδάνου είτε έγινε κατορθωτή
μέσα από αυτά τα κανάλια ή μέσω καλά πληροφορημένου έμπιστου προσώπου του, όπως
π. χ. ο δικηγόρος του.
Ο συγγραφέας
ολοκληρώνει τις ιστορίες του για τη ζωή των κρατουμένων καταγράφοντας τον τρόπο
που γίνονται αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης οι κρατούμενοι από όσους
δραστηριοποιούνται επαγγελματικά τόσο μέσα όσο και έξω από τον χώρο των
φυλακών. Το φυλακτικό προσωπικό μετατρέπει την οποιαδήποτε ανάγκη των
εγκλείστων σε ευκαιρία για οικονομική τους αφαίμαξη και εξαπάτηση, όπως
παραδείγματος χάρη την επιθυμία τους να επικοινωνήσουν, να τηλεγραφήσουν για
την εποχή εκείνη, με συγγενικά πρόσωπα (κεφ. Κ΄ «Έχουσι γνώσιν οι φύλακες» σ.
80-81).
Ο Ιορδάνου
επισημαίνει και την παρακράτηση από την διεύθυνση της φυλακής δωρεών που
γίνονταν. Συγκεκριμένα αναφέρεται στη γενναιόδωρη προσφορά πεντακοσίων δραχμών
από τον Κωνσταντίνο Ρώμπαπα,27 έμπορο και τότε πρόεδρο των συντεχνιών, με σκοπό
να διανεμηθούν στους κρατουμένους, πράγμα που ποτέ δεν συνέβη. Εκτός τούτου,
στα παραπάνω κεφάλαια περιγράφεται πώς και συγκεκριμένοι κρατούμενοι κατάφερναν
να εκμεταλλεύονται συγκρατούμενούς τους, κυρίως διαφημίζοντας τις δήθεν επαφές
τους με ισχυρούς παράγοντες που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν στην αποφυλάκισή
τους. Συνήθως αυτοί ήταν και οι ευνοούμενοι της διεύθυνσης της φυλακής, οπότε
είχαν την άνεση να κινούνται ελεύθερα στους χώρους της. Πολλές φορές οι
κρατούμενοι αυτοί λειτουργούσαν ως πράκτορες δικηγόρων, οι οποίοι ήταν,
υποτίθεται, οι πλέον κατάλληλοι να παράσχουν νομική υποστήριξη στους
ανυποψίαστους κρατούμενους. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτές της
προσπάθειας εξαπάτησης τόσο των ογδόντα Βουλγαρόφωνων κρατουμένων, οι οποίοι
κατηγορούνταν για λιποταξία, όσο και των μουσουλμάνων κρατουμένων που
κατηγορούνταν για τις σφαγές στο
Δοξάτο και
είχαν μεταφερθεί στις φυλακές Επταπυργίου. Από τους Βουλγαρόφωνους ζητήθηκαν,
κατά τον Ιορδάνου, οκτακόσιες με χίλιες δραχμές από τον καθένα με την υπόσχεση
να απαλλαγούν από κάθε δίωξη. Όσον αφορά τους μουσουλμάνους, ο Ιορδάνου
περιγράφει πώς τον προσέγγισε ο αρχιφύλακας ζητώντας του να γίνει ο μεσολαβητής
για τον δικηγόρο ανεψιό του, έτσι ώστε να εισπράξει κι εκείνος, ο Ιορδάνου,
μερίδιο από το ποσό. Ο νεαρός συγγραφέας κρίθηκε κατάλληλος για να πείσει τους
μουσουλμάνους, διότι γνώριζε τουρκικά, αλλά και γιατί οι ίδιοι τον σέβονταν και
τον εκτιμούσαν. Όμως αρνήθηκε, παρόλο που ο ίδιος εκφράζεται με απαρέσκεια για
τις πράξεις, την συμμετοχή τους δηλαδή στη σφαγή του Δοξάτου. Ο συγγραφέας
περιγράφει λεπτομερώς πώς, με την ανοχή πάντα της διεύθυνσης, υπήρχε ένα πλέγμα
πρακτόρων συγκεκριμένων δικηγόρων προς άγρα πελατείας ανάμεσα στους
ευκολόπιστους κρατούμενους, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς να απαλλαγούν.
Οι ίδιοι οι
δικηγόροι απολάμβαναν συνήθως τη ζωή τους και ήταν «δι’ όλης της ημέρας
εξηπλωμένοι εις το ρακοπωλείον κάποιου Χατζή μακράν των φυλακών και
εμεθύσκοντο», εμφανίζονταν δε στις φυλακές μόνο όταν επρόκειτο για σοβαρή
αφαίμαξη (κεφ. ΚΕ΄ «Συνέχεια άνευ τέλους», σ. 99). Ρόλο διαμεσολαβητή ή
πράκτορα δικηγόρου έπαιξε και στρατιωτικός αρχιμανδρίτης «του εμπέδου Σερρών»
επισκεπτόμενος τις φυλακές Επταπυργίου και προσπαθώντας να προωθήσει τον
δικηγόρο συγγενή του ως τον πλέον κατάλληλο για να τους εξασφαλίσει βασιλική
χάρη. Έτσι τους πρόετρεψε να πουλήσουν ό,τι πολυτιμότερο έχουν για να
εξασφαλίσουν την αμοιβή του.
Ο Ιορδάνου μαζί
με συγκρατούμενό του θα στείλουν επιστολή διαμαρτυρίας στον ριζοσπάστη
καταγγέλλοντας τον αρχιμανδρίτη για τα παραπάνω και για την αγόρευσή του υπέρ
της διεξαγωγής της Μικρασιατικής εκστρατείας, διακηρύσσοντας ότι «η Ορθόδοξη
εκκλησία ευλογεί τα όπλα των Ελλήνων» (κεφ. ΚΣΤ΄ «Ρασοφόρος πράκτωρ δικηγόρου»,
σ. 102). Οι συντάκτες της επιστολής εύστοχα διερωτώνται από πότε ο θεός και η
εκκλησία ευλογούν πολέμους κατά των άλλων, και μέμφονται γι’ αυτό τον πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο.28 Ίσως η πιο κωμική, όχι όμως λιγότερο
αποκαλυπτική, είναι η περιγραφή της «φιλάνθρωπης» γηραιάς κυρίας, η οποία
διατυμπανίζοντας τις επαφές της με κομματικούς παράγοντες προσπαθεί να
εξαπατήσει τους κρατούμενους, υποσχόμενη και αυτή την γρήγορη αποφυλάκιση τους.
Αλλά η μόνη της σκέψη είναι πώς θα κατορθώσει να ζήσει στην πρωτεύουσα την
πολυτέλεια και την χλιδή με τα χρήματα των κρατουμένων.
Τέλος στο
κεφάλαιο ΚΘ΄ «Μια θρασύτατη κλοπή», ο Ιορδάνου θα αναδείξει την αρκετά μεγάλη
σε έκταση κλοπή καπνού και τσιγάρων από το παντοπωλείο της φυλακής με δράστη
κρατούμενο ευνοούμενο της διεύθυνσης. Η αναφορά της κλοπής στην εφημερίδα To
Φως θα αναγκάσει τον διευθυντή των φυλακών να αποστείλει επιστολή στην ίδια
εφημερίδα για να διασκεδάσει τις κατηγορίες του αρθρογράφου για το πώς ο
κρατούμενος αυτός κυκλοφορούσε ελεύθερα, ώστε να κατορθώσει να διαπράξει την
κλοπή. 29
Η εξήγηση που
δίνεται είναι πως ο εν λόγω κρατούμενος κυκλοφορούσε ελεύθερα στο προαύλιο της
φυλακής επειδή απασχολούνταν σε διάφορες τεχνικές εργασίες για την επισκευή των
φυλακών. Κατά τον Ιορδάνου οι εξηγήσεις αυτές αποτελούν σοφιστείες για να
καλύψουν το γεγονός ότι η διεύθυνση της φυλακής επέτρεπε σε ευνοούμενούς της να
μεταβαίνουν στην πόλη ελεύθερα.
Οι διαπιστώσεις
Η μαρτυρία του
Γεωργίου Ιορδάνου και οι διαπιστώσεις του για τον μεσαιωνικό τρόπο λειτουργίας
των φυλακών Επταπυργίου Θεσσαλονίκης ξεπερνούν τη χρονική περίοδο στην οποία
έχουν καταγραφεί, αφού έρχονται να προστεθούν τόσο στις προφορικές μαρτυρίες
ανθρώπων που βρέθηκαν έγκλειστοι στο Επταπύργιο ως πολιτικοί κρατούμενοι σε
μεταγενέστερες εποχές, όσο και σε αυτά που διαπίστωσαν και κατήγγειλαν με
αναφορές τους οι γνωστοί, αντιεισαγγελείς τότε, Χρυσούλα Γιαταγάνα και
Κωνσταντίνος Λογοθέτης, οι οποίοι πραγματοποίησαν τις έρευνές τους από το 1985
έως το 1986.
Κυρίως
διαπιστώνεται ότι η διασπαστική τακτική του διαχωρισμού σε συνεργάσιμους ή μη,
σε ευνοούμενους ή μη, η οποία ακολουθήθηκε από τη διεύθυνση των φυλακών για να
μπορεί να κρατά τους έγκλειστους υπό τον έλεγχό της, διαμόρφωσε ένα ισχυρό
πλέγμα συναλλαγής και διαφθοράς, που εμπόδισε τη βελτίωση των συνθηκών
κράτησης. Σχετικά πρόσφατα, ο πολιτικός κρατούμενος Μίλτος Μυρώνης θα περιγράψει και ο ίδιος το
φαινόμενο της διάσπασης για την εξουδετέρωση μιας διαμαρτυρίας με την απομόνωση
των πρωτεργατών και την μεταγωγή τους σε άλλες φυλακές το 1950. Ο ίδιος
αφηγείται : «Εγώ είμαι πάλι στο 7-8, στον ίδιο θάλαμο, και τότε ξεκινάμε την
απεργία, για τα τρόφιμα και για όλη την κατάσταση […] ξεκίνησε η απεργία, οπότε
ήρθαν μια μέρα αυτοί μέσα στο θάλαμο […] μάς παίρνουνε από κει πέρα όσους
ήμασταν ή από τους άλλους θαλάμους και μας πάνε στο αναρρωτήριο όλους. Ενώ στους
υπόλοιπους κρατούμενους, τους λένε «Τι θέλετε;», λέει «Αυτό το πράγμα»,
«Εντάξει σας το λύνουμε». Τους λύσανε το πρόβλημα και έλυσαν την απεργία». Ο ίδιος
πληροφορητής επισημαίνει ακόμη το πρόβλημα της σίτισης των κρατουμένων, άρα και
την οικονομική τους εκμετάλλευση από τον εκάστοτε ενοικιαστή του δικαιώματος
λειτουργίας του παντοπωλείου των φυλακών, γεγονός που συμπίπτει με τη διήγηση
του Ιορδάνου «[…] ό,τι θέλαν σερβίραν, δεν υπήρχε κανένας έλεγχος πουθενά,
έτσι; Υπήρχε η κυριαρχία του μπακάλη· ήταν ένας μπακάλης εκεί απ’ έξω τον οποίο
είχανε συμφωνία αυτοί, ο Π., και παίρνανε οι κρατούμενοι ό,τι θέλανε
μεσολαβούντων των φυλάκων· από κει και ο μπακάλης έγινε πλουσιότατος τότε. Είχε
αγοράσει και λεωφορεία μετά και λοιπά […] από τους 700 - 800 κρατούμενους που
είχε το Εφταπύργιο μέσα».30
Αργότερα, την
περίοδο της δικτατορίας, ο πολιτικός κρατούμενος Νάντης Χατζηγιάννης θα
επισημάνει τη διαφοροποίηση των πολιτικών από τους ποινικούς κρατούμενους, όσον
αφορά την αντιπετώπιση των μεθόδων της διεύθυνσης των φυλακών: «μας έβλεπαν ότι
είμαστε ομάδα, οι ποινικοί ήταν ο κα θένας μόνος του. Δεν είχανε, δεν ήταν
οργανωμένοι, ήταν ο καθένας, κοιτούσε το δικό του το τομάρι. Όλοι ήταν χαφιέδες
προς την υπηρεσία, προς τους φύλακες, όλοι καταδίδαν μεταξύ τους, ο ένας τον
άλλονα». 31
Δηλαδή όταν στα
χρόνια του εμφυλίου, μετεμφυλιακά και επί δικτατορίας του 1967, περιόδους κατά
τις οποίες η πολιτική κράτηση έλαβε μεγάλες διαστάσεις, οι πολιτικοί κρατούμενοι
στο Επταπύργιο φρόντιζαν να έχουν τη δική τους οργάνωση, να ομαδοποιούνται για
να διευθετήσουν τα πρακτικά προβλήματα της καθημερινότητας. Έτσι κατάφερναν να
πετύχουν από τη διεύθυνση των φυλακών κάποια βελτίωση των συνθηκών κράτησής
τους. Ωστόσο αυτό δεν συνέβαινε με τους ποινικούς κρατούμενους, οι οποίοι ήταν
ευκολότερο να δελεαστούν ή να απειληθούν με μεταγωγή, ώστε τελικά να
διασπαστούν και να χειραγωγηθούν, όπως με οξύνοια περιέγραψε ο Ιορδάνου στις
αληθινές του ιστορίες.
Αλλά, μετά την
περίοδο της δικτατορίας του 1967, όταν εξέλειπαν οι πολιτικοί κρατούμενοι, όλα
τα παραπάνω εξακολούθησαν να υφίστανται για τους ποινικούς. Στα μέσα της
δεκαετίας του 1980, η έρευνα που διεξήγαγε ο αντιεισαγγελέας Κωνσταντίνος
Λογοθέτης οδηγεί στα ίδια πικρά συμπεράσματα, σύμφωνα με την αφήγησή του: «…να
μην υπάρχει περίθαλψη. Για να υπάρχει περίθαλψη έπρεπε να υποστούν και να
υποκύψουν στον εκβιασμό κάποιων εκ του προσωπικού, για να σου δώσουμε το
φάρμακο, για να μπορέσεις να πάρεις τηλέφωνο την μάνα σου, οποιονδήποτε άλλον.
Ξέρετε στην φυλακή, θα μου επιτρέψετε να επισημάνω κάτι που ίσως δεν είναι πολύ
γνωστό, στην φυλακή συγκεκριμένα, απλά και αυτονόητα δικαιώματα δικά σας και
δικά μου είναι αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων με το τότε προσωπικό». «…και όπου
υπάρχει διαπραγμάτευση αργά ή γρήγορα θα υπεισέλθει διαφθορά. Γιατί λοιπόν να
σου κάνω την χάρη έτσι! Θα σου κάνω την χάρη αν μου κάνεις εσύ αυτό. Κι όταν
λέμε αυτό, δυστυχώς δεν θα ήθελα να πω παραπάνω, εκτός αν με ρωτήσετε εσείς, το
αυτό δεν τελειώνει στα χρήματα, όταν είσαι στην διάθεση για τα πάντα από
κάποιους συγκεκριμένους, τότε επεκτεινόταν στο σεξουαλικό, είχαμε βιασμούς
αγοριών και κοριτσιών εκεί μέσα. Πράγματα τα οποία τα είδα εγώ με τα μάτια
μου…». 32
Η αναφορά
επίσης της αντιεισαγγελέως Χρυσούλας Γιαταγάνα, η οποία πρώτη άνοιξε τον χορό
των αποκαλύψεων για τις συνθήκες κράτησης και τη σωρεία ποινικών αδικημάτων που
τελούνταν στις φυλακές Επταπυργίου εις βάρος των κρατουμένων θα είναι εξίσου
συγκλονιστική. 33 Και οι διαπιστώσεις αυτές δεν διαφέρουν ουσιαστικά σε τίποτε
από όσα περιγράφει ο Ιορδάνου στο βιβλίο του και αναλύθηκαν παραπάνω. Παρόλο
τον σάλο που προκάλεσαν στην κοινή γνώμη οι αναφορές-καταγγελίες των
αντιεισαγγελέων (1985-86) για την επικρατούσα κατάσταση, ακόμη και τα τελευταία
έτη λειτουργίας των φυλακών στο Επταπύργιο, οι καταγγελίες για τις χείριστες
συνθήκες κράτησης δεν θα εξαλειφθούν. Συγκεκριμένα υπάρχει η περίπτωση της
Ολλανδής υπηκόου Petronella Van Kuijik, η οποία θα βρεθεί έγκλειστη στις
φυλακές Επταπυργίου, λόγω ενός διοικητικού προστίμου, το οποίο αρνήθηκε να
πληρώσει. Η κράτησή της θα διαρκέσει οκτώ μήνες, από 7-10-1988 έως 17-5-1989,
δηλαδή λίγο πριν μεταφερθούν οι φυλακές στα Διαβατά. Μετά την αποφυλάκισή της
θα καταγγείλει την Ελλάδα για την κράτησή της αυτή στην «Ευρωπαϊκή Επιτροπή για
τα Δικαιώματα του Ανθρώπου». 34
Η Ολλανδή
κρατούμενη θα περιγράψει με λεπτομέρεια τις συνθήκες που βίωσε σε ένα κελί
διαστάσεων 15 × 6 μέτρων μαζί με άλλες δέκα με δεκαοκτώ κρατούμενες. Καταθέτει
πως τρεις ή τέσσερις από αυτές είχαν μαζί τους τα παιδιά τους, κάποιες ήταν
εκδιδόμενες, άλλες ουσιοεξαρτημένες ή ψυχικά ασθενείς, οι οποίες όμως δεν
λάμβαναν κάποια ιδιαίτερη ιατρική φροντίδα, παρόλο που υπήρχε ψυχίατρος στις
φυλακές. Οι ισχυρισμοί της θα γίνουν δεκτοί και στην χώρα μας θα επιβληθεί για
πρώτη φορά χρηματικό πρόστιμο που έφτανε μάλιστα το ποσό των είκοσι πέντε
εκατομμυρίων δραχμών.
Η υπόθεση αυτή
και η καταδίκη της χώρας στις 19-2-1992 καταδεικνύει την μακροχρόνια απουσία
πρόθεσης βελτίωσης των συνθηκών κράτησης στις φυλακές Επταπυργίου. Τα κυριότερα
αίτια προσδιορίστηκαν μέσα από τις παρατηρήσεις του Ιορδάνου και τις «αληθινές
του ιστορίες»· η διαφθορά και η χρηματική συναλλαγή είχαν διαβρώσει τόσο το
φυλακτικό προσωπικό όσο και τους κρατούμενους που συναλλάσσονταν μαζί τους. Η
παγίωση του φαινομένου αυτού χωρίς την ουσιαστική παρέμβαση από την πλευρά του
οργανωμένου κράτους θα επιτρέψει, ακόμη από την εποχή του Ιορδάνου, στον τότε
διευθυντή των φυλακών να δηλώσει στον νεαρό συγγραφέα «Εγώ δε φοβούμαι κανένα και
δε λογαριάζω και κανένα, μέχρι υπουργό» (σελ. 93).
Ήδη από τον
πρόλογο, ο συγγραφέας δηλώνει ότι «φυλακαί ως αι του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης
δεν εφευρέθησαν δια πολίτας Έλληνας, έστω τους κακουργοτέρους ημών». Δυστυχώς
όμως θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν μέχρι το 1989, όταν η Ολλανδή κρατούμενη
θα τις καταγγείλει ως «μεσαιωνικές φυλακές».35
Η αξία της
μαρτυρίας του Γεωργίου Ιορδάνου έγκειται στην οξυδέρκεια με την οποία εντόπισε
ήδη πριν από το 1920, λόγω των βιωμάτων μέσα στο Επταπύργιο, το πρόβλημα των συνθηκών κράτησης, στην ευθύβολη
κριτική του και στον καταγγελτικό του λόγο.Είναι κρίμα που δεν μπόρεσε να
ολοκληρώσει την προσπάθειά του με την έκδοση του δεύτερου μέρους. Ωστόσο, ακόμη
κι έτσι, μας «εμπιστεύτηκε» τη δύσκολη προσωπική του διαδρομή, σε μια ταραγμένη
κοινωνικά και πολιτικά περίοδο για την πόλη μας και τη χώρα γενικότερα, μέσα
από το βιβλίο του «Από τον τάφον των Ζωντανών αληθινές ιστορίες παρμένες από τη
ζωή ενός καταδίκου», το οποίο αξίζει να διαβαστεί πια εν συνόλω και όχι
αποσπασματικά, όπως γίνονταν μέχρι τώρα.
*Άρθρο της
Μαρίας Χορταρούδη στο συλλογικό τόμο «Κολοφών» προς τιμή του καθηγητή Ευθύμιου
Κ. Λίτσα, έκδοση της Ελληνικής Παλαιογραφικής Εταιρείας, Θεσσαλονίκη 2024
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Για τον λόγο
αυτό η μελέτη για το Επταπύργιο μέσα από τη συμμετοχή μου στην Ομάδα Προφορικής
Ιστορίας Επταπυργίου και την προετοιμασία της Έκθεσης της ΟΠΙΕ: Επταπύργιο:
Βιώματα, Μνήμες, Κατοικήσεις, 19-9-2020 – 02-10-2020, σε συνδιοργάνωση με την
Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, με οδήγησε στην αναζήτηση του βιβλίου του
Ιορδάνου, ως της παλαιότερης από όσο γνωρίζουμε μαρτυρίας έγκλειστου στη φυλακή
του Επταπυργίου. Έτσι ανάμεσα στα άλλα συνοδευτικά των προφορικών μαρτυριών
τεκμήρια που συμπεριλαμβάνονταν στην Έκθεση υπήρχε και το τρίτο κεφάλαιο του
βιβλίου με τίτλο «Των Αγίων Πατέρων το ανάγνωσμα», το οποίο αφορούσε στην
προσπάθεια δημιουργίας της εκκλησίας των φυλακών του Επταπυργίου, του Αγίου
Ελευθερίου.
2. Κώστας
Φουντανόπουλος, Εργασία και εργατικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη. Ηθική οικονομία
και συλλογική δράση στο Μεσοπόλεμο, Νεφέλη, Αθήνα 2005, σ. 319-323
3. Παναγιώτης
Χ. Ζιώγας, Γεώργιος Μ. Παπαηλιάκης, Μια διδασκαλική παρουσία στα Άνω Πορρόϊα
(1908-1909), Θεσσαλονίκη 2015, σ. 316-319 και 321-324.
4. Κωνσταντίνος
Πλαστήρας, «Η πρώτη λογοτεχνική δεκαετία μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης
(1912-1922)», η Θεσσαλονίκη μετά το 1912, Πρακτικά Συμποσίου, Δήμος
Θεσσαλονίκης / ΚΙΘ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 369-367.
5. Θωμά
Κοροβίνη (επιμ.), Θεσσαλονίκη 1912-2012: Μέσα στα στενά σου τα σοκάκια, Αθήνα,
Μεταίχμιο 2012, σ. 297
6. Αικατερίνη
Γιανουκάκου, οθωμανικές Φυλακές: Γεντί Κουλέ, (δ. δ.), Πανεπιστήμιο Μακεδονίας,
Σχολή Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών, Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και
Ανατολικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 107, υποσ. 89.
7. Ντίνος
Χριστιανόπουλος, «Ο συγγραφέας Γιώργος Ιορδάνου και το βιβλίο του για το Γεντί
Κουλέ», Εντευκτήριο τ. 1 (1987) 3-6.
8. Δημήτριος Θ.
Κύρου, ο διχασμός (βασιλικοί-βενιζελικοί) και τα τραγικά γεγονότα της
Λιαριγκόβης (αρναίας) (1916-1917), Αρναία 2021, σ. 109-114.
9. Γιάννης
Γκλαβίνας, «Οι μουσουλμάνοι της Δράμας (1913-1924): πληθυσμιακά δεδομένα,
κοινωνική διαστρωμάτωση, εκλογική συμπεριφορά και κοινοτική οργάνωση», η δράμα
της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Πρακτικά 6ης Επιστημονικής Συνάντησης,
Δήμος Δράμας - ΔΕΚΠΟΤΑ , Δράμα 2017, σελ. 101-115.
10. http://pandektis.ekt.gr/dspace/handle/10442/5828
https://anemourion.blogspot.com/2\
017/05/blog-post_800.htm (τελευταία ανάκτηση 28-11-2022).
11. Ιστορικό
Αρχείο Μακεδονίας, Αρχείο Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, JUST001.05 ΔΙΚ.1.5/2010
τόμος 1-300/1918 α/α 114 & α/α 197.
12.
https://www.eeth.gr/articles/34/ta-pro-tis-idrusews.html. (Τελευταία ανάκτηση
28-11-2022).
13. Ο Ιορδάνου
δεν αναφέρει ποιο έργο του Lobrozo εννοεί. Πιθανότατα όμως πρόκειται για το
Εγκληματίας άνθρωπος του 1876.
14. Στο ίδιο
φύλλο του ριζοσπάστη (έτος Β´, αρ. 628) υπάρχει άρθρο σχετικό με τα του
εορτασμού της Πρωτομαγιάς στη Θεσσαλονίκη. Η άδεια που είχε δοθεί προέβλεπε συντονισμένο
εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς στο θέατρο «Πάνθεον» και με συγκεκριμένους
ομιλητές.
15. Αικ.
Γιανουκάκου, οθωμανικές Φυλακές, ό. π., σ. 104.
16. Εφημ.
Μακεδονία, αριθ. 515, 4. 4. 1913 & 5. 4. 1913.
17. Χρήστος
Παπαγιάννης, η παραβατικότητα στη Θεσσαλονίκη και η νέα Ελληνική διοίκηση
(1912-1922), (δ. δ.), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή,
Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 41.
18. Νίκος Ε.
Παπαοικονόμου, «Μελχισεδέκ Μακρής, ένας πράκτορας του Μακεδονικού αγώνα από την
Χαλκιδική», ΠαΓΧαΛΚιδιΚοΣ ΛοΓοΣ, τ. 17, σ. 14:
http://doumbia-istoria.blogspot.com/2013/02/blog-post.html?m=1 (τελευταία
ανάκτηση 25-11-2022).
19. Γιώργος Θ.
Μαυρογορδάτος, 1915: ο Εθνικός διχασμός, Αθήνα, Πατάκη, 2015, σ. 286-289.
20.
http://www.ggk.gov.gr/?p=899 (τελευταία ανάκτηση 24-11-2022)
21. Αλέξανδρος
Δάγκας, Για μια κοινωνική ιστορία της υπαίθρου: η περιφέρεια Θεσσαλονίκης στον
20ό αιώνα, η περίοδος ώς το 1945, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 181-182.
22. Ιωάννου Π.
Πετρουνάκου, τα απόκρυφα των φυλακών μας, Β΄ έκδοση, Αθήνα, Τυπογραφείο Μιχαήλ
Ι. Σαλίβερου, χ. χ., σ. 4. Η πρώτη έκδοση, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει
στον πρόλογό του, είχε τον τίτλο Φυλακαί και Φυλακισμένοι, και εκδόθηκε το 1894.
Ο Πετρουνάκος διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση των φυλακών σε διάφορες χρονικές
στιγμές. Σε μια από τις αναφορές του με αριθ. 173/2, την οποία απέστειλε στον Ελευθέριο
Βενιζέλο τον Σεπτέμβριο του 1928, σημειώνει ότι του ζητήθηκε και το 1905 από
τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης να προτείνει μέτρα για την αναδιοργάνωση των
φυλακών. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε πως το αχρονολόγητο έργο του «Τα
απόκρυφα των φυλακών μας» θα πρέπει να εκδόθηκε κοντά σε αυτήν την χρονολογία.
23. Ό. π., σ.
8.
24. Βασίλης
Κονιόρδος, «Φρούριο Επταπυργίου. Έρευνα στοιχείων και συμπληρωματικές
παρατηρήσεις που συμβάλλουν σε μια νέα προσέγγιση του μνημείου κατά την μελέτη
αποκατάστασής του», το έργο της αποκατάστασης των ιστορικών κτισμάτων στη
βόρεια Ελλάδα, α΄ Επιστημονική Συνάντηση. Μνημείο και Περιβάλλον. Επιστημονική περιοδική
έκδοση για την αρχιτεκτονική κληρονομιά και το περιβάλλον, Θεσσαλονίκη 1995, σ.
54-65.
25. Αλέξανδρος
Δάγκας, ο χαφιές: το κράτος κατά του κομμουνισμού. Συλλογή πληροφοριών από τις
υπηρεσίες ασφαλείας, 1927 , Αθήνα, Επίκεντρο, 1995, σ. 43-44.
26.
http://www.ggk.gov.gr/?p=899 (τελευταία ανάκτηση 24-11-2022).
27. Για τον Κ.
Ρώμπαπα, βλ. Κύργιερης – Γιαννόπουλος και Σια (ιδιοκτήτες), Ελληνικός οδηγός,
Αθήνα 1920, σ. 32.
28. Θεοδόσης
Τσιρώνης, Εκκλησία πολιτευομένη. ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας της Ελλάδος
(1913-1941), Αθήνα, Επίκεντρο, 2010, σ. 102.
29. Εφημ. To
Φώς, αρ. 2858, 23-11-1919. Ο Ιορδάνου καταγράφει όλη την επιστολή του τότε
διευθυντή των φυλακών Επταπυργίου Δ. Μαρόπουλου σχετικά με την κλοπή αυτή, στο
βιβλίο του όμως ως έτος αναγράφεται (ίσως από τυπογραφικό λάθος) το 1916.
30. Αρχείο
ΟΠΙ-Επταπυργίου, Συνέντευξη Μίλτου Μυρώνη στη Μαρία Χορταρούδη, 18-12-2018.
31. Αρχείο
ΟΠΙ-Επταπυργίου, Συνέντευξη Φερδινάνδου (Νάντη) Χατζηγιάννη στην Αγγελική Κήτα
και τη Δανάη Θεοδωράκη, 2-10-2018.
32. Αρχείο
ΟΠΙ-Επταπυργίου, Συνέντευξη Κωνσταντίνου Λογοθέτη στους Μαρία Χορταρούδη &
Βασίλη Κονιόρδο, 19/10/2019.
33. Χρυσούλα
Γιαταγάνα, Γεντί-Κουλέ: η απολογία, εκδ. Μολύβι, 2018, σ. 16 και 173.
34. Μαρία Ανδρ.
Γαλανού, Σωφρονιστική μεταχείριση και δικαιώματα των τελούντων υπό κράτηση
προσώπων, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σχολή Νομικών, Οικονομικών
και Πολιτικών επιστημών, Τμήμα Νομικής, Αθήνα, 2010, σ. 301.
35. Ό.π., σ.
301-302 και στην ιστοσελίδα του «Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»:
https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22display%22:[2],%22itemid%22:[
%22001-46407%22]}2310 (τελευταία ανάκτηση 20-12-2022)





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.