Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

Η πείνα του 1941-1942 στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη

του Σπύρου Κουζινόπουλου
Μία από τις πρώτες και φοβερότερες επιπτώσεις της τριπλής κατοχής που επιβλήθηκε στη χώρα μας από τη ναζιστική Γερμανία και τους Ιταλούς και Βούλγαρους συμμάχους τους, ήταν το μαρτύριο της έλλειψης τροφίμων που γνώρισαν τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας και πρωτίστως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Πείνα ανελέητη, που ξεπάστρεψε δεκάδες χιλιάδες Έλληνες στα τριάμισι χρόνια της μαύρης χιτλερικής σκλαβιάς, κυρίως το χειμώνα του 1941-1942, τον “μαύρο χειμώνα της Ελλάδος” όπως αποκλήθηκε. 

Ο άγριος και θανατηφόρος λιμός που γνώρισε η χώρα μας εκείνη τη μαύρη τετραετία, οφείλονταν στο γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στα ελληνικά χώματα οι κατακτητές, επιδόθηκαν στην καταλήστευση των πρώτων υλών, των τροφίμων και των πλουτοπαραγωικών πηγών της χώρας. 1


Φτώχεια και δυστυχία

Από τις πρώτες κιόλας μέρες της Κατοχής, φτώχεια και δυστυχία ξαπλώνονται παντού. Τα αποθέματα σε τρόφιμα, οι πρώτες ύλες και ποικίλα άλλα είδη, που φυλάγονταν στις κρατικές αποθήκες, κατάσχονται και διαρπάζονται ως λεία πολέμου, ενώ τα οικονομικά βάρη της διατροφής των κατοχικών στρατευμάτων, που πέφτουν στους αδύνατους ώμους των Ελλήνων, προκαλούν την εξαθλίωση της χώρας. Αλλά και τα λίγα προϊόντα και είδη πρώτης ανάγκης που παράγονται στην καταστραμμένη χώρα με το σκληρό μόχθο του ελληνικού λαού, μεταφέρονται στη Γερμανία και Ιταλία ή διοχετεύονται στη μαύρη αγορά. Έτσι με την έναρξη της σκλαβιάς αρχίζει η ζωή να γίνεται μέρα με τη μέρα δυσκολότερη. 

Δεν πέρασαν λίγες εβδομάδες από τη γερμανική εισβολή και οι ελλείψεις βασικών αγαθών άρχισαν να γίνονται εμφανείς στις μεγάλες πόλεις. Δεν ήταν μόνο η άνοδος των τιμών που ενόχλησε αρχικά, καθώς γρήγορα παρατηρήθηκε τόσο μεγάλη έλλειψη αγαθών, ώστε τα παραδοσιακά, εντεταταλμένα προς τούτο καταστήματα, τα μπακάλικα, τα μανάβικα, τα κρεοπωλεία, άδειαζαν ολοένα και περισσότερο από τα προϊόντα τους και πολλές φορές ξεχνούσαν τόσο αποτελεσματικά την αποστολή τους, ώστε οι ιδιοκτήτες τους βρίσκονταν στην ανάγκη να αναζητήσουν νέο επάγγελμα.... 2

Κι ενώ όλος σχεδόν ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης αρχίζει από τον πρώτο μήνα της Κατοχής να διαπιστώνει την απουσία από την αγορά βασικών ειδών διατροφής, υπάρχουν και κάποιοι που μοιράζουν αφειδώς τρόφιμα, με προφανείς σκοπούς. Έτσι, μετά τις 24 Μαίου 1941, οπότε ιδρύεται η Βουλγαρική Λέσχη, προσπαθεί  με παροχές σε τρόφιμα και είδη ιματισμού να προσελκύσει οπαδούς. Η Λέσχη βρισκόταν στην οδό Κομνηνών 4 και πρόεδρός της είναι ο Ντουσάν Γκέτσκου, υποψήφιος δήμαρχος της πόλης στις εκλογές του 1935.  3

Μερικοί από τους λόγους που η κατεχόμενη Ελλάδα έμεινε χωρίς τρόφιμα, ήταν εκτός από την αρπαγή όλων των πόρων της χώρας από τιους Γερμανούς, ο ναυτικός αποκλεισμός από το βρετανικό πολεμικό ναυτικό, καθώς και οι καταστραμμένες εντελώς συγκοινωνίες που δεν διευκόλυναν τη μεταφορά των προϊόντων. Εξαιτίας όλων αυτών, το ψωμί που πλέον ήταν κατασκευασμένο από άθλιο καλαμπόκι συνεχώς λιγόστευε, τα τρόφιμα εξαφανίζονται, οι τιμές τους έπαιρναν καθημερινά τον ανήφορο. Το κρέας γίνονταν ολοένα και πιό σπάνιο, το λάδι, τα αυγά, το τυρί, επίσης τα χορταρικά και τα φρούτα. Το επακολούθημα ήταν η πείνα. 4


Η καταλήστευση της εθνικής οικονομίας

Οι επισιτιστικές δυσχέρειες στην κατεχόμενη Ελλάδα, άρχισαν από τις πρώτες ημέρες και έβαιναν αυξανόμενες με επιταχυνόμενους ρυθμούς ως το φθινόπωρο του 1941. Δεν είχαν όμως ακόμη τις διαστάσεις και τη μορφή της λιμοκτονίας. Τις απέκτησαν από το Σεπτέμβριο. Η Μεγάλη Πείνα εισέβαλε απότομα και παρουσίασε την αιχμή της το δίμηνο Δεκεμβρίου 1941-Φεβρουαρίου 1942. Από την άνοιξη του 1942 σημειώθηκε ύφεση. Αλλά το τρομερό εξάμηνο Οκτωβρίου 1941- Μαρτίου 1942 υπήρξε τόσο εξουθενωτικό, ώστε άφησε βαριά τη σφραγίδα του στη χώρα για πολλά χρόνια. 5

Οι Γερμανοί, με την άφιξή τους στη Θεσσαλονίκη κατάσχεσαν όλα τα εμπορεύματα στο λιμάνι της ως λεία πολέμου, καθώς είχαν επεκτείνει τον ορισμό της «λείας πολέμου» πέρα από τα είδη που ανήκαν στον ελληνικό και το βρετανικό στρατό και σε μια σειρά άλλων αγαθών της ιδιωτικής οικονομίας της χώρας ανάμεσά τους και όλα τα εμπορεύματα που ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν βρεθεί κατά την είσοδο των Γερμανών και των Ιταλών στις αποθήκες των τελωνείων ή στις αποθήκες των τραπεζών. 6

Με τα χωρίς αντίκρυσμα κατοχικά μάρκα, που έδιναν οι Γερμανοί στις συναλλαγές τους, καταληστεύονταν η αγορά, από την οποία οι κατακτητές προμηθεύονται τα είδη διατροφής. Δεσμεύονται τα κράουτ και τα καρτόφελ (λάχανα και πατάτες) και μένουν, μόνον για λίγο καιρό για τους κατακτημένους τα σπανάκια και τα κολοκυθάκια. 7

To πρόβλημα μεγάλωνε από το γεγονός ότι οι κρατικές αποθήκες τροφίμων στο σύνολό τους ήταν ανύπαρκτες για να διοχετευθούν προϊόντα στη λαϊκή κατανάλωση, 8

Η λεηλασία από Γερμανούς και Ιταλούς

Την έλλειψη ειδών διατροφής, η δωσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου, αλλά και οι “αρχές” που με την έγκριση των κατακτητών είχαν τοποθετηθεί στη Θεσσαλονίκη, προσπαθούν να την αποδώσουν σε κερδοσκόπους και λαθρέμπορους, αποκρύπτοντας το κύριο αίτιο της απουσίας τροφίμων από την αγορά, που ήταν η λεηλασία τους από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. 9

Από τους πρώτους μήνες της Κατοχής, η ζάχαρη, το σιτάρι, το σαπούνι και το λάδι είναι δυσεύρετα και πανάκριβα. 10  Στις 25 Ιουλίου 1941, ανακοινώνεται ότι: «Αύριο οι φούρνοι δεν θα έχουν ψωμί». 11  Είναι χαρακτηριστικό ένα δημοσίευμα της Νέας Ευρώπης, που απευθυνόμενη στην Αγορανομία, έγραφε:  «Ελέχθη ότι θα διενέμετο διά των παντοπωλών λάδι και σαπούνι, αλλά μολονότι παρήλθον ημέραι και εβδομάδαι, τα είδη αυτά δεν φαίνονται παρά εις την μαύρην αγοράν… ». 12

Η έλλειψη των αγαθών στις πόλεις, πέρα από τη διαρπαγή των κρατικών αποθεμάτων από τους κατακτητές και τα σοβαρά προβλήματα στις μεταφορές, χερσαίες και θαλάσσιες, οφείλονταν κατά ένα μεγάλο μέρος και στον συμμαχικό αποκλεισμό, καθώς τα πολεμικά σκάφη που περιπολούσαν στη Μεσόγειο, δεν επέτρεπαν τον ανεφοδιασμό για κανένα είδος, ιδιαίτερα σε σιτηρά. 13

Ο πληθυσμός σε όλη τη χώρα, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ζει εφιαλτικές στιγμές αναζητώντας κάποιο ξεροκόμματο έστω για να κορέσει την πείνα του. Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι ακόμη από την ιδρυτική διακήρυξη του ΕΑΜ, στις 28 Σεπτεμβρίου 1941, ένας από τους λόγους δημιουργίας του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου ήταν η “αντιμετώπισης της εις βάρος του ελληνικού λαού ασκουμένης ληστείας από τους ξένους κατακτητάς”. 14  Ενώ  και στο σχετικό διάγγελμα που είχε απευθύνει  το ΕΑΜ στις 10 Οκτωβρίου 1941, περιγράφονταν με τα πιό μελανά χρώματα η κατάσταση που διαμορφώθηκε:

“Οι Γερμανοί και Ιταλοί και οι Βούλγαροι φασίστες κατακτητές ληστεύουν το βιό μας, ατιμάζουν τις γυναίκες μας και τα κορίτσια μας, δολοφονούν κατά εκατοντάδες. Η πείνα, η εξαθλίωση φτάσαν στο απροχώρητο. Δεκάδες χιλιάδες είναι κιόλας οι νέοι φυματικοί. Εκατοντάδες χιλιάδες οι προφυματικοί. Τα παιδιά μας χλωμά, πεινασμένα, ζητάνε το πρωί ψωμί που δεν έχουμε να τους δώσουμε. Με κόπο, επιστρατεύοντας τις τελευταίες δυνάμεις, σερνόμαστε στους δρόμους. [...]

Το ψωμί, το λάδι, τα όσπρια, τα σταφύλια, τα χορταρικά, έχουν εξαφανιστεί. Μήνες οι φτωχοί έχουν να δουν γάλα, αυγό, κρέας, ψάρι. Τριάντα δράμια ψωμί μας έδινε η ψευτοκυβερνηση των προδοτών λακέδων. [...]. Ολόκληρη η φυλή μας απειλείται, το χειμώνα που μας έρχεται με την εξόντωση, τον αφανισμό, αν μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια...” 15 

 Η πείνα, είχε ρημάξει τον πληθυσμό των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Κι έτσι πολλοί Θεσσαλονικείς που είχαν συγγενείς στην ύπαιθρο της Μακεδονίας, έστελναν τα παιδιά τους εκεί για να τα απαλλάξουν από το φοβερό αυτό μαρτύριο, δεδομένου ότι στα χωριά υπήρχαν ακόμη αγροτικά προϊόντα που κατάφερναν οι αγρότες να τα κτύβουν από τους Γερμανούς. Ένα από εκείνα τα παιδιά, ήταν και ο Περικλής Σφυρίδης. Και όπως αφηγήθηκε στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Ψυχή μπλέ και κόκκινη, είχε ο ίδιος αδυνατίσει τόσο πολύ από τις στερήσεις, ώστε ο πατέρας του τον έστειλε στο Όμπαρ, τη σημερινή Νέα Αραβησσό, κοντά στα Γιαννιτσά, όπου ήταν εγκατεστημένος ο αδελφός της γιαγιάς του Αγγελικής. 16

Η δύσκολη εμπειρία του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Μια ανάλογη, ακόμη πιό δύσκολη εμπειρία, είχε και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, όταν το χειμώνα του 1942 εντεκάχρονο παιδί, συνόδευσε έναν θείο του που με τα πόδια αποφάσισε να μεταβεί στη Σίνδο, 17 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη για να πουλήσει μερικούς δίσκους των 78 στροφών, υπολογίζοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζε λίγο ψωμί. Παντού υπήρχαν χιόνια και ο Χριστιανόπουλος, που αντί για παπούτσια φορούσε τερλίκια, γρήγορα έγιναν μούσκεμα τα πόδια του. Και όπως εξιστόρησε:

"Σε οικτρή κατάσταση, ύστερα από ώρες, φτάσαμε στη Σίνδο, όπου ο θείος είχε ελπίδα να πουλήσει τους δίσκους και να πάρει κανένα ψωμί, λίγο τυρί ή καμιά κότα. Εγώ βέβαια, ήμουν του θανατά. Δεν είχα βγει ποτέ στη ζωή μου από τη Θεσσαλονίκη, δεν είχα περπατήσει τόσα χιλιόμετρα, είχα εξοντωθεί, άλλωστε ήμουν και πεινασμένος, είχα να φάω τρεις μέρες. Αλλά φαίνεται ότι ο καλός Θεός μας λυπήθηκε. Μια γυναίκα, καθώς περνούσαμε έξω από ένα σπίτι, από τα πρώτα του χωριού, άνοιξε το παράθυρο, μας είδε και λέει: “Καλέ, τίνος είναι αυτό το παιδάκι, αυτό κοντεύει να πεθάνει. Έλα παιδάκι μου μέσα, να σου δώσω να φας”. 17

Οι γερμανικές εκθέσεις της Διοίκησης Θεσσαλονίκης - Αιγαίου επισήμαναν από το Σεπτέμβριο του 1941 το πρόβλημα και τόνιζαν τις ελλείψεις της πόλης σε ελαιόλαδο και ζάχαρη, ενώ τους Γερμανούς απασχολούσε κυρίως το ζήτημα της συγκέντρωσης σιτηρών και η κάλυψη πρωτίστως των αναγκών των στρατευμάτων τους, στο πλαίσιο της πολιτικής οικειοποίησης και χρήσης των αναγκαίων πόρων. 18

Ώρες ατελείωτες στην ουρά για λίγη μπομπότα ή νερόβραστη σούπα

Ψάχνοντας τροφή στους σκουπιδοτενεκέδες

Η πείνα, άρχισε από το φθινόπωρο του 1941 να παίρνει τέτοιες διαστάσεις στις μεγαλουπόλεις, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ώστε τα παιδιά να ψάχνουν στους σκουπιδοτενεκέδες για αποφάγια, κάποια άλλα να περιμένουν κοντά στις εισόδους υπηρεσίας των μεγάλων ξενοδοχείων και μερικοί να τριγυριζουν γύρω από τις πόρτες των εστιατορίων. Μερικοί σαδιστές Γερμανοί αξιωματικοί βασάνιζαν τα πιτσιρίκια πετώντας τους αποφάγια από τα μπαλκόνια και παρακολουθώντας τα να τσακώνονται μεταξύ τους. Την προσοχή των πεινασμένων μικρών, προσέλκυαν οι στρατιώτες που έτρωγαν ελιές στο δρόμο.  Μόλις έφτυνε κάποιος ένα κουκούτσι ελιάς, τα παιδιά ορμούσαν να το πιάσουν. Το πιο γρήγορο το έβαζε στο στόμα του και το έγλυφε ώσπου να μείνει το ξύλο. 19

Μία χαρακτηριστική περιγραφή των πεινασμένων παιδιών, μας άφησε η Λιλίκα Νάκου: «Κοίταξα τα παιδιά… Πώς να τους χαλάσει κανένας το χατίρι; Μοιάζανε ολόιδια με μικρούς ζωντανούς σκελετούς: το πετσί στο κορμάκι τους ήταν τόσο τραβηγμένο, που έλεγες πως θα σκιστεί μόλις κουνηθούνε. Έλεγες πως τα κόκαλα θα βγούνε μέσα από το ξεραμένο δέρμα τους! Τους μετρούσες τα πλευρά. Και, άμα, γελούσανε, τότε ήταν που σου ερχόνταν να κλαις, σαν τα κοίταζες. Τραβιόντανε το πετσί τους εδώ στα μάγουλα, έτσι που σκεφτόσουνα πως θα πονούσανε δίχως άλλο, καθώς γελούσανε. Αδύνατο να μην πονάνε. Και τα μάτια τους, φλογισμένα από την πείνα, ήταν καρφιά –σαν σε κοιτάζανε– που μπαίνανε στην καρδιά. […] Μα ήταν και πολλά, που, ακίνητα, ωχρά, με μάτια κλειστά, μένανε ώρες έτσι, σαν πεθαμένα. Γι’ αυτό και κανένας δεν καταλάβαινε πότε πεθαίνανε.» 20

Οι θάνατοι από πείνα

Αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης που περιγράψαμε πριν, ήταν να ανέβει σε δυσθεώρητα ύψη ο αριθμός των θανάτων στα μαύρα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής από το καθεστώς πείνας και δυστυχίας που είχαν επιβάλλει οι χιτλερικοί κατακτητές. Σύμφωνα με τις έρευνες που έγιναν στα βιβλία θανάτων των Ληξιαρχείων Αθηνών και Πειραιά, φαίνεται ότι περισσότεροι από 30.000 θάνατοι από ένα σύνολο 67.334 θανάτων όλη την περίοδο 1940 – 1945, σημειώθηκαν τα έτη 1941 – 1942. Υπήρχε μια κορύφωση των θανάτων τους τελευταίους μήνες του 1941 και τους πρώτους του 1942 και η αύξηση αυτή οφειλόταν στην πείνα. Αντίστοιχα στο Δήμο  Πειραιά από το Νοέμβριο του 1941 ως το Μάρτιο του 1942 σημειώθηκε το 26,97% όλων των θανάτων της περιόδου 1940 – 1945. 21

Στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένων των  Ληξιαρχείων Θεσσαλονίκης, Αμπελοκήπων, Αγίου Παύλου, Καλαμαριάς, Νεαπόλεως, Σταυρουπόλεως και Συκεών, φαίνεται ότι, την περίοδο 1941 - 1944, 3.090 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από ασιτία, δηλαδή 1,5% στο σύνολο του πληθυσμού.  22

Σύμφωνα με τις καταγραφές, μόνο στο Ληξιαρχείο Θεσσαλονίκης, το 1942 σημειώθηκαν 1.785 θάνατοι από πείνα και εξάντληση, τη στιγμή που ο  Δήμος Θεσσαλονίκης είχε πραγματικό πληθυσμό 226.147 κατοίκους. 23  

Ο συνολικός αριθμός θανάτων στο Δήμο Θεσσαλονίκης το 1942 ήταν 8.190, δηλαδή, τετραπλάσιοι του 1941 και περίπου διπλάσιοι των δύο επόμενων χρόνων. Οι θάνατοι από πείνα και εξάντληση ήταν ένα ποσοστό 21,8% των συνολικών θανάτων της χρονιάς, το οποίο είναι ιδιαίτερα υψηλό. Υπήρχε μια κατακόρυφη αύξηση των θανάτων από υποσιτισμό, τους μήνες από Φεβρουάριο μέχρι Ιούλιο και ιδιαίτερα κατά το Μάρτιο και τον Απρίλιο. 24

Από το συνολικό αριθμό των θανόντων το 22% ήταν γυναίκες και το υπόλοιπο άντρες. Σε σχέση με την ηλικία, ένα ποσοστό 4,9 % ήταν μωρά μέχρι ενός έτους, ενώ το 33,6 % ήταν ενήλικες από 50 έως 85 ετών, με υψηλότερη συχνότητα θανάτων στις ηλικίες 50 - 70. 25

Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου Σελίδες Κατοχής που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Απόστολος Βακαλόπουλος, Νέα Ελληνική Ιστορία (1204-1985), Θεσσαλονίκη 202, Βάνιας, σ. 420

2. Γιώργος Μαργαρίτης, "Η Κατοχή της πείνας και των στερήσεων" στο Κατοχή και Αντίσταση 1941-1945, χ.χ., Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, σ. 53

3. Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης 1921-1944, Νησίδες, Σκόπελος 1996, σ.223

4. Απόστολος Βακαλόπουλος, Νέα Ελληνική Ιστορία, ό.π. σ. 421

5. Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, τ. 1ος, Κατοχή: η μεγάλη νύχτα, Αθήνα 2011, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, σ. 177  

6.  Ελευθερία Δροσάκη, Εν Θεσσαλονίκη... από τον πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση, Εντός, Αθήνα 1985, σ. 36. Επίσης, Γιώργος Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο...ό.π., σ. 56,

7.  Κώστας Τομανάς, Χρονικό, ό.π., σ.224 

8.  Δημοσθένης Κούκουνας, "Ιστορία της Κατοχής", 9η συνέχεια, ένθετο στην εφημερίδα Νέα Σελίδα, 14 Ιανουαρίου 2018, σ. 29  

9.  Ενδεικτικά τα δημοσιεύματα της φιλοχιτλερικής εφημερίδας της Θεσσαλονίκης Νέα Ευρώπη όλο το καλοκαίρι του 1941, που καλούσε άλλοτε «Όσους κατέχουν εμπορεύματα» (19-4-1941),  άλλοτε απευθύνονταν στους «Αποκρύπτοντες δημητριακά και άλλα προϊόντα» (11-6-1941), ενώ απέδιδε περίπου στις ... σκοτεινές δυνάμεις την εξαφάνιση του ψωμιού και των αλεύρων «Μυστήριον για το ψωμί και την απόκρυψη αλευριού»  (13 Ιουλίου 1941).,   

10.  Γιώργος Καφταντζής, Το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 57.

11.  Κώστας Τομανάς, Χρονικό, ό.π., σ.222 

12. Εφημερίδα Νέα Ευρώπη, 3 Ιουλίου 1941

13. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα - Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941 -1944, τ. α΄, Αθήνα 1995, σ. 199, Μαρία Καβάλα, Η Θεσσαλονίκη στη Γερμανική Κατοχή (1941 – 1944): Κοινωνία, Οικονομία, Διωγμός Εβραίων, διδακτορική διατριβή που εκπονήθηκε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης με επιβλέπουσα καθηγήτρια την κ. Έφη Αβδελά, Ρέθυμνο 2009, σ.202

14. Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης, συλλογή κειμένων από το ιστορικό τμήμα της Κ.Ε. Του ΚΚΕ, Αθήνα 1981, Σύγχρονη Εποχή, σ. 16

15. Περιοδικό Εθνική Αντίσταση, Συλλογή Πρώτη, Απρίλιος 1962, σ. 18

16. Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλέ και κόκκινη, Αθήνα 1996, Καστανιώτης, σ. 56-59

17. Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ' εθέσπισεν, Θεσσαλονίκη 1999, Ιανός, σ. 219-220.

18. Bundesarchiv – Militärarchiv Freiburg (στο εξής MA RW) 40/160: Bfh. Saloniki - Agais, MB Ia, 4 Σεπτεμβρίου 1941.

19. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 62.

20. Λιλίκα Νάκου, Η κόλαση των παιδιών, Εστία, Αθήνα 1999, σ. 128. 

21.  Μαρία Καβάλα, «Επιβίωση βιολογική και πνευματική», Ο φόρος του αίματος στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Ξένη κυριαρχία, αντίσταση και επιβίωση, (επιμ. Βασίλης Γούναρης, Πέτρος Παπαπολυβίου), Θεσσαλονίκη 2001 , Παρατηρητής,, σ. 15 – 40.

22.  Ληξιαρχείο Δήμου Θεσσαλονίκης, Βιβλία Α΄- Π, 1942, απογραφή τιου πληθυσμού της Ελλάδος της 16 Οκτωβρίου 1940, Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Αθήνα 1950, σ. 163 – 167.

23.  Στέλιος Γεωργιάδης, Θεσσαλονίκη η ανυπότακτη, ό.π., σ. 135-136

24.  Μαρία Καβάλα, Η  Θεσσαλονίκη στη Γερμανική κατοχή (1941 – 1944): Κοινωνία, οικονομία, διωγμός Εβραίων, Διδακτορική διατριβή που εκπονήθηκε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρέθυμνο 2009, Πανεπιστήμιο Κρήτης, σ. 184 

25.  Ληξιαρχείο Δήμου Θεσσαλονίκης, Βιβλία θανάτων Α΄- Π΄, 1942 και .Μαρία  Καβάλα, ό.π., σ. 190


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.