Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Μοίραζε θανατικές καταδίκες σαν … κουφέτα

 Το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης την περίοδο 1946-1949

Οι στρατοδίκες του Εκτάκτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης... "εν δράσει"

Για να κατανοήσουμε την ευκολία με την οποία τα Έκτακτα Στρατοδικεία στα «πέτρινα χρόνια» του Εμφυλίου μοίραζαν σαν κουφέτα τις θανατικές ποινές παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τη Διπλωματική Εργασία που είχε εκπονήσει ο Ποθητός Βαρβαρήγος το 2019 στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ τον Απρίλιο του 2019 υπό τον τίτλο «Κρατική Καταστολή στη Θεσσαλονίκη του Εμφυλίου».

Όπως εξηγεί στα συμπεράσματα της μελέτης του ο συγγραφέας, τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνη τη  μαύρη και σκοτεινή περίοδο, «φαίνεται να εξηγούν τη βιαιότητα μιας τυφλής τρομοκρατίας γαλουχημένης στα αντικομουνιστικά μπλόκα της Κατοχής. Κάθε κοινωνική εκδήλωση προερχόμενη από τον κόσμο της Αντίστασης βρέθηκε στο στόχαστρο. Τα δημοφιλή στην περιοχή έντυπα της Αριστεράς και τα χειραφετημένα εργατικά σωματεία δέχτηκαν το αμείλικτο χτύπημα, τόσο από τους τοπικούς «κυνηγούς κεφαλών» όσο και από τους επαγγελματίες της κρατικής καταστολής».

Ειδικά για το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης που με αποφάσεις του έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα πίσω από το Γεντί Κουλέ εκατοντάδες αγωνιστές του αντιστασιακού και κομμουνιστικού κινήματος, αναφέρει ο Ποθητός Βαρβαρήγος στη διπλωματική του εργασία:

Η δίκη της "Στενής Αυτοάμυνας", Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1947

«Το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, μαζί με τα άλλα 24 τοπικά στρατοδικεία σε όλη την ελληνική επικράτεια, αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της κρατικής καταστολής στη διάρκεια του εμφυλίου. Στην πράξη, η λειτουργία των έκτακτων στρατοδικείων συνέβαλε στη μετατροπή της τρομοκρατίας, των πρώτων μεταπολεμικών μηνών, σε «κυβερνητική ρυθμιστική δράση» στο πλαίσιο της έννομης τάξης του «κράτους δικαίου», όπως αυτό προέκυψε μετά τις πρώτες εθνικές εκλογές του 1946.1

Ειδικότερα, η εφαρμογή της ποινικής καταστολής από τα στρατοδικεία ήταν το ιδανικότερο περιτύλιγμα της κρατικής αυταρχικότητας. Μιας αυταρχικότητας που ιεραρχούσε ως βασικές προτεραιότητες, τόσο την αποτελεσματικότητα της καταστολής των αντιφρονούντων, όσο και την εξοικονόμηση χρόνου και κρατικών πόρων υπό το βάρος των ιδιαίτερων συνθηκών του πολέμου.2
Με λίγα λόγια, η οργάνωση της καταστολής των στρατοδικείων δεν βασίστηκε στις αρχές της νομιμότητας του κράτους δικαίου, αντίθετα προσαρμόστηκε στις συνολικές μεταπτώσεις του συσχετισμού δυνάμεων στο κοινωνικό-πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο. Με οδηγό τον παραπάνω συλλογισμό θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε και να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης. Με μια σύντομη και λιτή περιγραφή ο Ριζοσπάστης ενημέρωνε τους αναγνώστες του, στις 2 Ιουλίου 1946, για τη συγκρότηση Έκτακτου Στρατοδικείου στην πόλη της Θεσσαλονίκης: «Στο υπουργείο Δημόσιας Τάξεως ελήφθη τηλεγράφημα από τη Θεσσαλονίκη όπου αναγράφεται ότι συγκροτήθηκε εκεί και άρχισε να λειτουργεί από σήμερα έκτακτο στρατοδικείο».
3

Βασική αρμοδιότητα του Στρατοδικείου ήταν η εφαρμογή των διατάξεων του Γ΄ Ψηφίσματος, που είχε ψηφιστεί στη Βουλή τον προηγούμενο μήνα, και του Α.Ν. 509, από τον Δεκέμβριο του 1947 και μετά. Στα επόμενα τρία χρόνια από την ίδρυση του τοπικού Στρατοδικείου πάνω από 4.000 άνθρωποι πέρασαν από τις αίθουσες του. Απ’ αυτούς οι 477 καταδικάστηκαν σε θάνατο, σε 307 επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη και σ’ έναν μεγάλο αριθμό, ο οποίος ξεπερνάει τους 800 ανθρώπους, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης που έφταναν μέχρι τα 20 χρόνια. 4

H διαδικασία του εγκλεισμού, ωστόσο, ήταν κοινή για όλους τους κατηγορουμένους, μιας και το Γ΄ Ψήφισμα όριζε ότι η προφυλάκιση όλων ανεξαιρέτως μπορούσε να διαρκέσει για «απεριόριστο χρονικό διάστημα».5

Πολύ σύντομα, στις 12 Ιουλίου, το στρατοδικείο επέβαλε την πρώτη του θανατική καταδίκη σε δυο αγρότες από το χωριό Περιστέρι, κοντά στο Κιλκίς. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η άμεση ανταπόκριση των στρατοδικών στην ανάγκη εφαρμογής σκληρών μέτρων, πραγματοποιήθηκε με σκοπό να εμπεδωθεί η κρατική αποφασιστικότητα για την υλοποίηση των θανατερών κελευσμάτων του Γ΄ Ψηφίσματος.6

H προχειρότητα και η βιασύνη στην κατασκευή του κατηγορητηρίου στην υπόθεση των πρώτων εκτελεσμένων του εμφυλίου, έρχονται να ισχυροποιήσουν την παραπάνω διαπίστωση. Συγκεκριμένα, οι δυο χωρικοί κατηγορήθηκαν «δια συγκρότησιν ένοπλων ομάδων τεινουσών εις απόσπασιν μέρους της Επικρατείας». Τα ενοχοποιητικά στοιχεία στάθηκαν τέσσερα σκουριασμένα όπλα που βρέθηκαν στα χωράφια των κατηγορουμένων, τα οποία κανένας από τους μάρτυρες κατηγορίας δεν μπόρεσε να συνδέσει με την υπόθεση αφού στην περιοχή δεν υπήρχαν οργανωμένες ένοπλες ομάδες παρά «μερικοί καταδιωκόμενοι δημοκρατικοί πολίτες».7

Μέχρι το φθινόπωρο του 1946, ο ακήρυχτος πόλεμος της υπαίθρου μεταφέρθηκε στις αίθουσες των δικαστηρίων. Κοντινά χωριά, όπως ο Σοχός, η Ορμύλια, η Μελίκη κ.ά., τροφοδοτούσαν το στρατοδικείο με κατηγορούμενους από τους κοινωνικούς χώρους της επαρχίας που πρόσκεινταν στην Αριστερά. Όσοι γλύτωναν από τις επιθέσεις και τους εξευτελισμούς οδηγούνταν σε δίκη για παραβιάσεις του Γ΄ Ψηφίσματος. Αρκούσε η ανεύρεση μιας ξιφολόγχης ή μιας δεσμίδας φυσιγγίων ώστε να παραπεμφθεί ο οποιοσδήποτε με την κατηγορία της συμμετοχής «εις ομάδα» και της παράνομης κατοχής όπλων. Φαίνεται, επίσης, πως η αυστηρότητα του στρατοδικείου εξαντλήθηκε στους δύο χωρικούς από το Κιλκίς, καθώς οι στρατοδίκες αρκετά σπάνια κατέφευγαν στη θανατική ποινή, παρά τις προσπάθειες των βασιλικών επιτρόπων, οι οποίοι γενικά κρατούσαν άκαμπτη στάση στην επιβολή αυστηρών ποινών. Ωστόσο, δεν έλειψαν οι σκληρές και εξοντωτικές ποινές. Για παράδειγμα, η κατοχή μιας ξιφολόγχης τιμωρούνταν με 10ετή φυλάκιση και «δήμευσιν του ημίσεως της ακινήτου περιουσίας» και η υπόνοια επαφής με «ομάδα συμμοριτών» με 20ετή φυλάκιση. 8

Ο αιμοδιψής Βασιλικός Επίτροπος Ταμβακάς καταθέτει ως μάρτυρας κατηγορίας σε δίκη

Όσοι αθωώνονταν, συνήθως «λόγω αμφιβολιών», είχαν ήδη βιώσει τις ασφυκτικές συνθήκες της δίκης, του εγκλεισμού και τις επιθετικές ενέργειες του εμπλεκόμενου προσωπικού των Σωμάτων Ασφαλείας. Στη συνέχεια επέστρεφαν στιγματισμένοι στα χωριά τους όντας αναγκασμένοι να αποκλείσουν κάθε πιθανότητα αντίστασης. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι τα στρατοδικεία, σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον, λειτούργησαν συμπληρωματικά της καταστολής των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς στην κοντινή επαρχία και συνέβαλαν στη αποστράτευση πολλών μάχιμων και υποψήφιων στελεχών. Το έκτακτο στρατοδικείο πρωτοστάτησε στην επισημοποίηση της τρομοκρατίας κατά της Αριστεράς και εντός του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης. Αν και τα επίσημα γραφεία της ΚΟΘ, του ΕΑΜ και της Λαϊκής Φωνής συνέχιζαν να λειτουργούν κανονικά, οι ανοιχτές δράσεις των στελεχών, όπως τονίζει ο Πασχαλούδης «δεν είναι δυνατό να γίνουν κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν», καθώς, «με την παραμικρή παράβαση του Γ΄ Ψηφίσματος, στρατοδικείο».9

Πράγματι, οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτική πράξη ή προπαγάνδιση πολιτικών απόψεων βρέθηκε στο στόχαστρο του τοπικού στρατοδικείου. Τον Νοέμβριο του 1946 ένας κάτοικος Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση επειδή μοίραζε προκηρύξεις πολιτικού περιεχομένου. 10

Λίγες μέρες πριν, εξαιτίας μια λογομαχίας, το στρατοδικείο καταδίκασε σε ένα έτος φυλάκιση τον έναν από τους δυο εμπλεκόμενους κι αυτό γιατί αναφέρθηκε στην ΟΠΛΑ. 11

Τα παραπάνω παραδείγματα, μαζί με άλλα, που μπορούμε να αντλήσουμε από τα πρακτικά των δικών, μαρτυρούν μια εξοντωτική καταστολή ακόμα και «των πιο απλών δραστηριοτήτων», μέσα σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον που γινόταν ολοένα και πιο αποπνικτικό. 12

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι η ολιγομελής παρουσία κατηγορουμένων στις δίκες καθώς η πλειοψηφία των υποθέσεων αφορούσε μεμονωμένα περιστατικά με 2-3 εμπλεκόμενους. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι μαζικές δίκες των αριστερών οργανώσεων της Καλαμαριάς, το καλοκαίρι του 1946. Σ’ αυτές βρέθηκαν κατηγορούμενοι περίπου 30 μέλη «της αχτίδος του ΚΚΕ του τομέως Αλλατίνι» και 15 «επονίτες» της τοπικής λέσχης. 13

Ως μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν χωροφύλακες και αστυνομικοί οι οποίοι έκαναν λόγο για πολιτική συγκέντρωση «άνευ σχετικής αδείας».14  Τελικά το στρατοδικείο επέβαλε ποινές φυλάκισης σε όλους τους κατηγορούμενους από 3 έως 18 μήνες. 15

Αυτές οι δίκες, με τις ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες, στάθηκαν ο προάγγελος των μεγάλων στρατοδικείων που θα ακολουθήσουν τα επόμενα τρία χρόνια. Το πιο σημαντικό όμως είναι, ότι η λειτουργία του ποινικό-κατασταλτικού συστήματος στην πόλη, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1946, έρχεται να επιβεβαιώσει το γεγονός, πως κάθε προσπάθεια συνδιαλλαγής των κρατικών αρχών με οποιαδήποτε έκφανση της Αριστεράς ήταν πια αδύνατη. H λειτουργία του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης το 1947 στράφηκε, από τις μεμονωμένες περιπτώσεις του προηγούμενου έτους, στην ανοιχτή καταστολή των κατοίκων της πόλης που διέθεταν στέρεες βάσεις στο κοινωνικό πλέγμα της τοπικής Αριστεράς. Συγκεκριμένα τους πρώτους μήνες διεξήχθησαν οι δυο μεγάλες δίκες των «στρατολόγων». Στην πρώτη, του Ιανουαρίου, δικάστηκαν 19 κατηγορούμενοι και στη δεύτερη, ένα μήνα μετά, 27 κατηγορούμενοι. Επρόκειτο, στην πλειοψηφία τους, για μέλη της Κομματικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης, τα οποία εκείνη την περίοδο προσπαθούσαν να συγκροτήσουν ένα υποτυπώδες δίκτυο στρατολογίας επίλεκτων στελεχών, προκειμένου αυτά να επανδρώσουν τον Δημοκρατικό Στρατό της ευρύτερης περιοχής.16


 Όμως το στρατοδικείο προσπάθησε να στοιχειοθετήσει ένα κατηγορητήριο, όπου να συμπεριλαμβάνονται όλες οι τοπικές οργανώσεις της Αριστεράς. Χαρακτηριστικά, οι συντάκτες του Αγωνιστή επισήμαιναν ότι πίσω από τις πραγματικές διαστάσεις της δίκης κρυβόταν «η συστηματική προσπάθεια για ενοχοποίηση του ΚΚΕ και των λαϊκών οργανώσεων».
17

Για τον σκοπό αυτό οι στρατοδίκες και ο επίτροπος πίεζαν με επίμονες ερωτήσεις τους κατηγορουμένους ώστε οι τελευταίοι να επιβεβαιώνουν τη συμμετοχή τους στο ΚΚΕ και στην Εθνική Αλληλεγγύη. 18

Τις περισσότερες φορές οι κατηγορούμενοι δήλωναν χωρίς περιστροφές την πολιτική τους ιδιότητα και περιέγραφαν τη διαδικασία της εξόδου στο βουνό, τονίζοντας τους πολλούς κινδύνους που αντιμετώπιζαν στην πόλη. Από την άλλη, οι μάρτυρες κατηγορίας, χωροφύλακες και άνθρωποι της ασφάλειας, έπλαθαν φανταστικές ιστορίες γύρω από τη «σατανική οργάνωση» των κατηγορουμένων, αναδεικνύοντας ως βασικό ενοχοποιητικό στοιχείο τις απολογίες που πάρθηκαν στα τμήματα.

Δίκη μαθητριών στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Στο εδώλιοι και στη συνέχεια στο απόσπασμα φορώντας τη μαθητική ποδιά...
19

Το κατηγορητήριο οργανώθηκε πάνω σε αντιφάσεις και εικασίες γνωστών βασανιστών της αστυνομίας, όπως ο υπαξιωματικός Παρθενίου, γνωστός και ως «κομμουνιστοφάγος» στην Καλαμαριά. 20  Τελικά το στρατοδικείο έστειλε 3 κατηγορούμενους από την πρώτη ομάδα στο εκτελεστικό απόσπασμα και τους υπόλοιπους τους καταδίκασε με μικρότερες ποινές. 21

H δεύτερη ομάδα στάθηκε πιο τυχερή, καθώς «οι θανατικές ποινές που ζητούσε ο βασιλικός επίτροπος μεταβλήθηκαν σε ισόβια κάθειρξη». Αφορμή γι’ αυτήν την εξέλιξη στάθηκε η παρουσία της επιτροπής του ΟHΕ στην πόλη, με αίτημα της οποίας ανεστάλησαν όλες οι θανατικές καταδίκες.22

Τους επόμενους μήνες, η λειτουργία του στρατοδικείου πέρασε στη φάση της προσαρμογής στα νέα δεδομένα, τα οποία δημιούργησε η κλιμάκωση του πολέμου. Μέσα από τις συνεχείς δίκες διαφαίνεται η προσπάθεια των τοπικών δικαστικών αρχών να εκτιμήσουν την κατάσταση και κυρίως να προσδιορίσουν τον εχθρό που είχαν να αντιμετωπίσουν. Από ένα σημείο και μετά ήταν φανερό ότι δεν αρκούσε η τροφοδοσία του δικαστηρίου με ανθρώπους από την επαρχία καθώς ήταν ανάγκη η ποινική καταστολή να πλαισιώσει τις προσπάθειες των καταδιωκτικών αρχών της πόλης για τον εντοπισμό και την εξάρθρωση των «αόρατων» δυνάμεων που δρούσαν στην «πολύπαθη πόλι». Στη διάρκεια αυτών των προσπαθειών βρέθηκαν αρκετά εξιλαστήρια θύματα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Κούλα Ελευθεριάδου, η οποία, χωρίς να αποποιηθεί την πολιτική της ταυτότητα, αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία για τη δράση των αριστερών οργανώσεων, παρά τους απροκάλυπτους εκβιασμούς των στρατοδικών. Παραθέτουμε ενδεικτικά ένα απόσπασμα του διαλόγου: «-Μας λες ποιοι είναι οι παραπάνω από σένα να τους πιάσουμε να τους τουφεκίσουμε και να ησυχάσει ο τόπος και να γλυτώσεις και συ. ΄H φοβάσαι μη σε σκοτώσει το Κόμμα! –Το Κόμμα μου δεν είπε ποτέ να σκοτώσω κανέναν». 23

H ειλικρινής και έντιμη στάση της Ελευθεριάδου, δεν ήταν αρκετή ώστε να γλυτώσει τη θανατική καταδίκη. Το στρατοδικείο, στηριζόμενο σε αβάσιμες και ατεκμηρίωτες κατηγορίες, την καταδίκασε μαζί με άλλον έναν σύντροφό της «2 φορές σε θάνατο». Οι στρατοδίκες, με αυτήν την παράλογη και εκδικητική ποινή, ήθελαν να στείλουν ένα ηχηρό μήνυμα αποφασιστικότητας με βασικούς αποδέκτες τόσο την τοπική κοινωνία, όσο και τον «εσωτερικό εχθρό», που δρούσε ακόμα στην αφάνεια. Όλοι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί βρίσκονταν επί ποδός πολέμου και το μόνο που απέμενε ήταν να εντοπιστεί ο εχθρός.  Αυτός, τελικά, βρέθηκε μετά το μεγάλο χτύπημα της Στενής Αυτοάμυνας και την επακόλουθη εξάρθρωσή της. Στις 28 Αυγούστου του 1947, ξεκίνησε η δίκη 67 κατηγορουμένων για την επίθεση στους αεροπόρους στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο συνεδρίασε στο κτίριο της Σχολής Βαλαγιάννη, σε κεντρικό σημείο της πόλης. 24

Στην εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, που στην πλειοψηφία τους ήταν αξιωματικοί της αεροπορίας, δεν καταθέτονταν πάντα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για την ασφαλή διάγνωση της κατηγορίας. Στη στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου απουσίαζε οποιαδήποτε εξατομίκευση της πράξης, καθώς για τους στρατοδίκες προείχε, τις περισσότερες φορές, η ανάδειξη της ενοχής του ΚΚΕ και συγκεκριμένα της απόδοσης ηθικής αυτουργίας στον Ζαχαριάδη και στα «ανώτατα στελέχη» του κόμματος 25  και, επιπλέον, η θεμελίωση της αξιόποινης πράξης του «αντεθνικού» εγκλήματος. Μάλιστα, ένας υπομοίραρχος της Ασφάλειας, και μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη, αναπαρήγαγε με ευκολία το αόριστο κατηγορητήριο της «αντεθνικότητας»:  «Είναι γεγονός ότι από το 1923 το ΚΚΕ παρεχώρησε την Μακεδονίαν είς τους Σέρβους και Βουλγάρους και εις το σλαβικόν μπλοκ και όπως εξελίχθησαν τα γεγονότα η θέσις αυτή παραμένει αμετάβλητος. Δεν μπορώ να υποστηρίξω ότι τα κατώτερα μέλη εγνώριζον τους σκοπούς της οργανώσεως, τα ανώτερα στελέχη όμως, όπως ο Αλβανός, ήσαν εν γνώσει αυτών και ειργάζοντο ασυνειδήτως εναντίον της πατρίδας των».26

Από την άλλη, οι καταθέσεις των περισσότερων κατηγορουμένων έμοιαζαν με δηλώσεις μετανοίας και αποκήρυξης κάθε πρότερης ακτιβιστικής δραστηριότητας. Παράλληλα δεν έλειπαν και εκείνοι που αποκάλυπταν πολλά χρήσιμα στοιχεία για τη λειτουργία και την οργάνωση της ομάδας, παραβιάζοντας κάθε αρχή εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας.27

Με τους παραπάνω ο βασιλικός επίτροπος ξεκινούσε έναν διάλογο, ο οποίος κατέληγε σε ένα κήρυγμα ηθικολογικού χαρακτήρα. Παραθέτουμε ένα ενδεικτικό απόσπασμα από ένα σχόλιο του βασιλικού επιτρόπου σε έναν μετανοημένο κατηγορούμενο: «Ήσουν και συ πτωχός όπως και ο περισσότερος κόσμος, αλλά έπρεπε και εσύ όπως και το μεγαλύτερον μέρος αυτού να φέρης την φτώχεια σου με υπερηφάνεια και να μη λερωθείς με τέτοια εγκλήματα. Επί πλέον όμως έπρεπε να σκεφθής την γυναίκα σου και τα παιδιά σου που έρχονται εδώ και παρακολουθούν την κατάντια σου». 28

 Όσοι από τους κατηγορούμενους στάθηκαν με θάρρος μπροστά στους στρατοδίκες προσπάθησαν να αντικρούσουν την κατηγορία του «αντεθνικού» εγκλήματος, να διαψεύσουν κάθε εμπλοκή του κόμματος και να προσδιορίσουν το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της δράσης τους. 29

Σχετικά με το τελευταίο ο «Τάκης», κεντρικός διοικητής της οργάνωσης κατέθετε τα εξής: «Εγώ δεν είμαι ουρανοκατέβατος εγκληματίας. Εμένα με έσπρωξε στην θέσι αυτή μια κατάστασι. Ο κόσμος λοιπόν περιμένει να δη ποιοι λόγοι με έσπρωξαν εις την διάπραξι των πράξεων αυτών». 30  Για να λάβει, στη συνέχεια, την ειρωνική και επιθετική απάντηση του βασιλικού επιτρόπου: «Οι λόγοι είναι γνωστοί. Να αρπάξετε την αρχήν δια να κυλίσετε κατόπιν την πατρίδα μας εις το αίμα και να φέρετε τους σλαύους εις τα ιερά χώματα της Μακεδονίας». 31


Στις 14 Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος του στρατοδικείου συνταγματάρχης Ξενοφών Αμανίτης, «και ενώ η φρουρά παρουσίαζεν όπλα», ανακοίνωσε τις ποινές για τους κατηγορουμένους της Στενής Αυτοάμυνας. Απ’ αυτούς, οι 52 καταδικάστηκαν σε θάνατο, 6 «εις ισόβια δεσμά», ένας σε «πρόσκαιρα δεσμά» 15 ετών και 8 απαλλάχτηκαν. 32  Οι θανατικές καταδίκες επιβλήθηκαν για παραβιάσεις των τριών πρώτων άρθρων του Γ΄ Ψηφίσματος, του Α.Ν. 453/1945 και άλλων συντακτικών πράξεων και προσωρινών νόμων, που δεν επικυρώθηκαν ποτέ, όπως είναι γνωστό, από την ελληνική Βουλή. 33

Σε γενικές γραμμές το στρατοδικείο στάθηκε αυστηρό απέναντι στο σύνολο των κατηγορουμένων αφού πολλοί από τους καταδικασθέντες σε θάνατο δήλωσαν μετανοημένοι ζητώντας την επιείκεια των στρατοδικών. Τελικά, από τους 52, οι οποίοι εκτελέστηκαν σε τρεις ομάδες τον Οκτώβριο, κατάφεραν να γλυτώσουν μόνο 5. 34 Σε αυτούς δόθηκε χάρη διότι αναγνώρισαν την άμεση εμπλοκή του κόμματος στις πρακτικές της οργάνωσης, καθώς οι «εντολές» δεν δινόντουσαν μόνο από τον «Τάκη» και τον Αλβανό, αλλά και «από το Μακεδονικόν γραφείον του ΚΚΕ».35

Μετά τη δίκη της Στενής Αυτοάμυνας ακολούθησαν κι άλλες μαζικές δίκες ως αποτέλεσμα της γενίκευσης των κατασταλτικών μέτρων στους τελευταίους μήνες του 1947. Στις 25 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη των μελών της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας, η οποία είχε εξαρθρωθεί ένα μήνα πριν. Στη μεγάλη αίθουσα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, όπου συνεδρίασε το έκτακτο στρατοδικείο, βρέθηκαν 72 κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους και 5 γυναίκες. Ο κύριος χώρος της δίκης διαμορφώθηκε με όρους στρατιωτικής σύγκρουσης, αφού «δια συρματοπλέγματος απεμονώθησαν οκτώ σειραί καθισμάτων ίνα χρησιμεύσουν ως εδώλια κατηγορουμένων». Επιπλέον, γύρω από τους τελευταίους ήταν παραταγμένοι στρατιώτες και στον χώρο ανάμεσα στα εδώλια και στους στρατοδίκες εκτίθονταν σαν λάφυρα πολέμου τα όπλα που βρέθηκαν στις γιάφκες της οργάνωσης. 36

Και σ’ αυτήν τη δίκη έγινε προσπάθεια να αποδειχτεί η σύνδεση της δικαζόμενης οργάνωσης με τους «αντεθνικούς σκοπούς» του ΚΚΕ, μέσω της άκριτης δαιμονοποίησης των κατηγορουμένων. Οι μάρτυρες κατηγορίας έθεταν στο δικαστήριο κάθε ενέργεια των δραστών, που θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της «αντικειμενικής υπόστασης» του σχεδιαζόμενου εγκλήματος. Αν και τα αποκαλυπτόμενα στοιχεία ήταν αρκετά, π.χ., μυστικά καταφύγια, όπλα, τυπογραφεία, προκηρύξεις κ.ά., δεν αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση αξιόποινης συμπεριφοράς. H υπεράσπιση, στηριζόμενη σ’ αυτήν την πραγματικότητα, τόνισε ότι οι ενέργειες των κατηγορουμένων δεν αντιστοιχούσαν σε κάποιον κυρωτικό κανόνα, ούτε επιβουλεύονταν κάποιο έννομο αγαθό. 37

Ο βασιλικός επίτροπος στην τελική του αγόρευση έλεγε χαρακτηριστικά για τους μάρτυρες υπεράσπισης ότι ζητούσαν «επιμόνως και φορτικώς δράσιν, ως απόδειξιν των δικαζομένων αδικημάτων». 38

Παρά τις συνεπείς θέσεις της υπεράσπισης, ο βασιλικός επίτροπος τοποθέτησε την αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος εντός συγκεκριμένων ορίων, όπως είχαν τεθεί από το Γ΄ Ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο κάθε προπαρασκευαστική πράξη αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της αξιόποινης ενέργειας. Μέσα σ’ ένα κλίμα τόσο φορτισμένο, λοιπόν, η έκτακτη ανάγκη νομιμοποιούσε την επέκταση της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος σε πράξεις μη θεσμικά οριοθετημένες. Από τη μακροσκελή ομιλία του λοχαγού Σπυρόπουλου δεν έλειψαν και οι υπερβατικές αντιλήψεις του Έθνους ως νομιμοποιητικού παράγοντα: «Διότι το αδίκημα τούτο δεν προσβάλλει απλώς μίαν αποκρυσταλωθείσαν κατάστασιν αγαθών και συμφερόντων. Υπονομεύει κυρίως την κοινωνίαν, την πολιτείαν, το Έθνος, την φυλήν, την ζώσαν ενότητα όλων των εν τη χώρα ζώντων ανθρώπων και συγκρούεται  προ της αξίας της ολότητος». 39

Με την τελική απόφαση καταδικάστηκαν σε θάνατο 28 κατηγορούμενοι, 16 σε ισόβια και 13 σε πρόσκαιρα δεσμά άνω των 10 ετών. Για τις καταδικαστικές αποφάσεις αρκούσε ο συνωμοτικός και πολιτικός χαρακτήρας της οργάνωσης χωρίς να έχει προπαγανδιστεί ανοιχτά οποιαδήποτε επιθετική πρωτοβουλία ενάντια στο κράτος. Άλλωστε, κάτι τέτοιο επιβεβαιωνόταν και από τις καταθέσεις των κατηγορουμένων που με αμέριστη ειλικρίνεια παρείχαν κάθε βοήθεια στη δικαστική διαλεύκανση της υπόθεσης: «Γι’ αυτό και μου φαίνεται βαρειά η κατηγορία που μου αποδίδεται ότι εργάσθηκα για την απόσπασιν της Μακεδονίας […] Οργανωθήκαμε επειδή στις συνοικίες μας χτυπούσανε!». 40 

Όπως είδαμε προηγουμένως, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος αποτέλεσε πολλές φορές μια μακρά διαδικασία, κατά την οποία έπρεπε να συνδεθεί η «εγκληματική πράξη» με ένα οργανωμένο σχέδιο της αντίπαλης παράταξης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αποδεικτική διαδικασία γινόταν αντικείμενο κυβερνητικής προπαγάνδας ώστε να πειστεί η διστακτική κοινή γνώμη για την άμεση σύμπλευση της κομμουνιστικής «ανταρσίας» με τους «προαιώνιους εχθρούς» του έθνους. Όμως η κατάσταση στο πεδίο της δικαστικής καταστολής διαφοροποιήθηκε το 1948, αφού η έκδοση του Α.Ν. 509 «έλυσε» τα χέρια των στρατοδικών, απλοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τη διαδικασία. H απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος και η ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, επέτρεψαν τη διεξαγωγή συνοπτικών δικών. Έτσι, ποικίλες αριστερές συλλογικότητες, πολλές απ’ τις οποίες λειτούργησαν ως ένα ύστατο καταφύγιο των τελευταίων ψηγμάτων της τοπικής Αριστεράς, βαφτίστηκαν με ονόματα, που παρέπεμπαν στις αριστερές οργανώσεις της περιόδου, όπως «παράνομο ΕΑΜ», «παράνομη ΕΠΟΝ», «Συνδικαλιστική ή Εργατική Αχτίδα», κ.ά., προκειμένου η δικαστική δίωξη να εμπίπτει αυτομάτως στις αντικομουνιστικές διατάξεις του νόμου. Στο διάστημα από το 1948 έως το 1949 διεξήχθησαν χιλιάδες υποθέσεις στο τοπικό στρατοδικείο. Μάλιστα, οι δίκες με πολυπληθείς ομάδες κατηγορουμένων ήταν μια συνηθισμένη εικόνα, λόγω της εμφάνισης νέων μέτρων και της εντατικοποίησης της καταστολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα στρατοδικεία 9 μεγάλων οργανώσεων της τοπικής Αριστεράς μπορέσαμε να υπολογίσουμε ένα μέσο όρο κατηγορουμένων στο στρατοδικείο που αγγίζει τους 40 ανθρώπους. H ποινική διαδικασία ακολουθούσε το ίδιο μοτίβο και με τα υπόλοιπα στρατοδικεία της χώρας. Συγκεκριμένα, η δίωξη ασκούνταν συλλογικά και αφορούσε πολυάριθμα και βαριά εγκλήματα χωρίς να διασφαλίζεται η εξατομίκευση της ποινικής μεταχείρισης των υπόπτων. Στο τελευταίο απέβλεπαν και οι κατηγορούμενοι, όπως ένα μέλος της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης, το οποίο στην επισήμανση του προέδρου ότι οι πράξεις του «εμπίπτουν στο ψήφισμα», απάντησε ως εξής: «Στην αρχή μου είπανε ότι η δουλειά μας θα ήτανε οικονομική και σύμφωνα μ’ αυτή τη πράξι υπολόγιζα να πάγω φυλακή για παράνομο έρανο…». 41

Ωστόσο, το στρατοδικείο ήταν αμείλικτο, αφού και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι καταδικάζονταν σε θάνατο, τηρώντας αυστηρά το γράμμα τόσο του Α.Ν. 509, όσο και του Γ΄ Ψηφίσματος. Στην πραγματικότητα, το τεκμήριο ενοχής αποτελούσε η άρνηση αποκήρυξης των «επιλήψιμων ιδεών», χωρίς να γίνεται καμία προσπάθεια διερεύνησης των ευθυνών των κατηγορουμένων στην τέλεση της επίσημα δικαζόμενης ενέργειας, μετατρέποντας, πολύ απλά, το δικαστήριο σε χώρο αντιπαράθεσης πολιτικών απόψεων. Άλλωστε, η παρακάτω δήλωση του ίδιου μέλους, από τη δίκη της ΚΟΘ, αρκούσε για την επιβολή της θανατικής ποινής: «Ήμουνα κομμουνίστρια… Πίστευα… Ό,τι έκανα το έκανα για να βοηθήσω το κόμμα». 42

Υπήρξαν, βέβαια, και περιπτώσεις όπου οι κατηγορούμενοι αρνούνταν να προβούν σε αποκήρυξη της ενστερνιζόμενης ιδεολογίας τους, διότι πίστευαν ότι ο αγώνας τους αποσκοπούσε στον «δια πολιτικών μέσων κατευνασμό» και στην καλλιέργεια «ευρύτερης αντίληψης της κοινής γνώμης για την ειρήνευση». 43

Ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το στρατοδικείο δεν δίσταζε να επιβάλλει τη θανατική ποινή, επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση του Αλιβιζάτου, ότι «σε τελευταία ανάλυση, γίνονταν γενικά δίκες ιδεών και μόνο παραπληρωματικά δίκες πράξεων». 44

Επιπλέον, η προσπάθεια αποφυγής κάθε αποκήρυξης και καταγγελίας των αξιόποινων ενεργειών, αρκούσε για την ένταξη της συγκεκριμένης ομάδας κατηγορουμένων στην ηγεσία της δικαζόμενης οργάνωσης, δηλαδή στους «κυρίως ενόχους». Αυτοί, κατά κανόνα, καταδικάζονταν σε θάνατο. Αντίθετα, οι υπόλοιποι για να καταδικαστούν σε μια ελαφρύτερη ποινή έπρεπε η δήλωση της μεταμέλειάς τους να είναι όπως η παρακάτω: «Έσφαλα και βροντοφωνάζω ότι ημάρτησα και ζητώ την ευκαιρία να ξεπλύνω το αίσχος της προδοσίας μου πολεμώντας μαζί με τον αδελφόν μου χωροφύλακα εις την Κομοτινήν και τους άλλους ήρωας που κάνουν τον αγώνα κατά των σλαυοκινήτων πρακτόρων του συμμοριτισμού». 45

Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά στις περιπτώσεις εκείνες όπου στο τοπικό στρατοδικείο βρίσκονταν κατηγορούμενοι για ένοπλες επιθέσεις. Τα μέλη των ομάδων κρούσεων, καθώς και οι δολιοφθορείς που εισέρχονταν στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να διεξάγουν καταδρομικές επιθέσεις στα μετόπισθεν, είχαν ελάχιστες, αν όχι μηδαμινές, πιθανότητες να γλυτώσουν από το εκτελεστικό απόσπασμα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των τριών σαμποτέρ, οι οποίοι συνελήφθηκαν τον Μάρτιο του 1948 έπειτα από μια περιπετειώδη καταδίωξη με πυροβολισμούς, εκρήξεις χειροβομβίδων και τραυματισμούς ανδρών της χωροφυλακής. Το κατηγορητήριο για τους συλληφθέντες ήταν συντριπτικό, καθώς οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν οι χωροφύλακες που τους καταδίωξαν και τους αφόπλισαν. Ωστόσο, φαίνεται ότι τα κατατιθέμενα στοιχεία των κατασταλτικών αρχών δεν αρκούσαν για την ποινική διαδικασία. Το στρατοδικείο, παραβιάζοντας κάθε δικαστική δεοντολογία, προέβη στο στιγματισμό και στο διασυρμό των κατηγορουμένων με κατασκευασμένες κατηγορίες, άγνωστων μαρτύρων, χωρίς να υπάρχει κάποια σύνδεση με την εκδικαζόμενη υπόθεση. 46

Τέτοιες ανυπόστατες κατηγορίες, που τις περισσότερες φορές ξεπερνούσαν κάθε φαντασία, δημιουργούσαν έναν επικοινωνιακό θόρυβο στο πλαίσιο της κλιμάκωσης της καταστολής, ειδικότερα λίγο καιρό μετά την επίθεση του Δημοκρατικού Στρατού στην πόλη. Για τον βασιλικό επίτροπο ήταν μια υπόθεση «απλή», διότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο νόμος είναι εξαιρετικά άτεγκτος. Αυτό, άλλωστε, το γνώριζαν και οι συνήγοροι, οι οποίοι απλά ζήτησαν την «επιείκειαν» του δικαστηρίου. Μόλις λίγες μέρες μετά τη σύλληψη της ομάδας κρούσης το στρατοδικείο ανακοίνωσε τις ποινές. Καταδικάστηκαν και οι τρεις σε θάνατο για παραβίαση του πρώτου άρθρου του Γ΄ Ψηφίσματος. 47

Μετά τον κανονιοβολισμό της Θεσσαλονίκης, τον Φεβρουάριο του 1948, το τοπικό στρατοδικείο λειτούργησε, για ακόμα μια φορά, συμπληρωματικά στην εκκαθάριση της ευρύτερης περιοχής από τα τελευταία υπολείμματα της επιτιθέμενης δύναμης του αντιπάλου. Όμως ο πιο σημαντικός του ρόλος, σε αυτήν την υπόθεση, ήταν η αυταρχική θωράκιση της πόλης, εντείνοντας το ασφυκτικό πλαίσιο καταστολής, με κύριο στόχο την πειθάρχηση εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων, για την ενίσχυση του οποίου έδρασε μεγάλη δύναμη του Δημοκρατικού Στρατού στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. 48

Συγχρόνως, η δημόσια διαπόμπευση των αιχμαλώτων στους κεντρικούς δρόμους της πόλης αποτέλεσε προπομπό της σκληρότητας που θα επέδειχνε το στρατοδικείο, ενώ, από την άλλη, οι αποδοκιμασίες και ο χλευασμός του συγκεντρωμένου πλήθους είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχολογία των κατηγορουμένων. 49

Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, ότι στις διαδικασίες του εκφοβισμού και της εκδικητικής εκτόνωσης, έλαβε μέρος και το στρατοδικείο μιας και οι αρχές είχαν φροντίσει να τοποθετήσουν τα «λάφυρα» της μάχης του Λαγκαδά μπροστά από τα έδρανα των κατηγορουμένων και το πυροβόλο σε περίοπτη θέση πλάι στους στρατοδίκες. 50 

Όπως αναμενόταν το κατηγορητήριο για τα 128 αιχμάλωτα μέλη του Δημοκρατικού Στρατού ήταν βαρύ: «συνωμοσία, συμμετοχή εις ομάδας, προσβολή διά βίας των αρχών, κατοχή πυρομαχικών και φόνος». 51

Ως μάρτυρες κατηγορίας, πέρα από τους στρατιωτικούς που συμμετείχαν στη μάχη, βρέθηκαν άνθρωποι των τοπικών κρατικών μηχανισμών, όπως «ΜΑΥδες» και ενωμοτάρχες της χωροφυλακής, οι οποίοι αντικατέστησαν τις παρακρατικές συμμορίες της ευρύτερης περιοχής,.52

H χρησιμότητα όλων αυτών ήταν σημαντική στη στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου, αφενός διότι ήταν γνώστες της περιοχής και της τοπικής κοινωνίας κι αφετέρου επιβεβαίωναν το αριστερό παρελθόν των κατηγορουμένων. Ειδικά αυτό το τελευταίο μπορούσε να καταρρίψει το βασικό επιχείρημα αθωότητας των κατηγορουμένων, δηλαδή τη βίαιη στρατολόγηση. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι στις καταθέσεις αυτές κρύβονταν προσωπικές διαμάχες και αντιπάθειες, χρονολογημένες από την Κατοχή και την περίοδο της τρομοκρατίας. Ήταν τέτοιο το μίσος κάποιες φορές που δεν έλειψαν και οι υπερβολές, όπως στην κατάθεση ενός γεωργού «υπηρετών εις τα Μ.Α.Υ.»,ο οποίος κατηγόρησε τρεις από τους αιχμαλώτους για τον φόνο «1600 αθώων πολιτών» και για λεηλασίες στο χωριό του. 53 

Στις απολογίες των κατηγορουμένων η βίαιη στρατολόγηση κατέστη μόνιμη επωδός, και τις περισσότερες φορές η στιχομυθία με τον βασιλικό επίτροπο κατέληγε σε αποκηρύξεις των «συμμοριών», καθώς και σε συκοφαντίες του Δημοκρατικού Στρατού, που είχαν σχέση με βιασμούς και φόνους αμάχων. Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι δέχονταν πιεστικές ερωτήσεις προκειμένου να ομολογήσουν την εμπλοκή των γειτονικών βαλκανικών κρατών στην επίθεση, τόσο στον στρατηγικό σχεδιασμό όσο και στον ανεφοδιασμό με όπλα. 54

H δημοσιοποίηση των ομολογιών αυτών περί «σλαβικής συνωμοσίας», καθώς και των διάφορων αποκηρύξεων από τον τοπικό φιλοκυβερνητικό Τύπο, είχε τεράστια ψυχολογική σημασία για την κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Το ίδιο συμβαίνει και στα πρακτικά, καθώς, όπως επιβεβαιώνει και η Κόφφα, σ’ αυτά καταγράφονταν μόνο ό,τι ενοχοποιούσε τον Δημοκρατικό Στρατό και το ΚΚΕ. 55

Έτσι, πολύ δύσκολα μπορούμε να έχουμε μια ξεκάθαρη εικόνα της δίκης, η οποία υποθέτουμε ότι ήταν μια διαδικασία στυγνής τρομοκράτησης απελπισμένων ανθρώπων και συστηματικής συκοφάντησης του αντιπάλου.   Από τους 128 κατηγορούμενους, οι 52 καταδικάστηκαν σε θάνατο, 7 σε ισόβια, 8 σε μικρότερες ποινές και 44 «απηλλάγησαν». 56

Από τα ελάχιστα στοιχεία που μας παρέχει ο τοπικός Τύπος διαπιστώνουμε ότι στην απαλλαγή ενός κατηγορούμενου οδηγούσε η κατάθεση πιστοποιητικού από το αστυνομικό τμήμα με το οποίο αναφερόταν «η βιαία στρατολογία», καθώς και το τεκμηριωμένο εθνικόφρον παρελθόν. 57

Σε άλλη περίπτωση ο ίδιος ο πρόεδρος του στρατοδικείου εμπλεκόταν στη διαδικασία της πιστοποίησης του κοινωνικού φρονήματος των κατηγορουμένων με, όχι και τόσο, αδιάσειστα στοιχεία: «Ο κ. πρόεδρος δηλοί περί της κατηγορουμένης ταύτης ότι είναι δεδομένον ότι απήχθη βιαίως και ότι είναι κόρη ελληνοπρεπούς πατρός».  58

Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι στρατοδίκες, σε πείσμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, δεν δίστασαν να εκδώσουν αθωωτικές αποφάσεις, για ανήλικους κατηγορούμενος, πάντα, βέβαια, με την απαραίτητη δήλωση μεταστροφής: «Ο κατηγορούμενος Ν.Χ., 14 ετών, δηλοί εις το δικαστήριον "ότι αγαπά την Ελλάδα"». 59

H λειτουργία του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνθήκες εκτάκτου ανάγκης είχε ως αποτέλεσμα τη μετατροπή ενός μηχανισμού απόδοσης δικαιοσύνης σε στυλοβάτη καταστολής οποιαδήποτε κοινωνικής κινητοποίησης ενάντια στο κράτος και σε θεσμοθετημένο φορέα τρομοκράτησης των κατοίκων της πόλης. Σε τελική ανάλυση, το τοπικό στρατοδικείο χρησίμευσε στην αποτελεσματική θωράκιση των μετόπισθεν, μιας ιδιαίτερα νευραλγικής περιοχής, του πολεμικού μετώπου της κεντρικής Μακεδονίας. Τέθηκε επικεφαλής, δηλαδή, στην επιβολή της κρατικής καταστολής, με τον νομιμοποιητικό μανδύα της έννομης επικύρωσης, συμβάλλοντας στη σταδιακή αποδόμηση ολόκληρων κοινωνικών ομάδων, που θεωρούνταν απειλή για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τέλος, στις αίθουσες του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης εδραιώθηκε χιλιάδες φορές μια από τις κύριες και ζωτικές αρχές της εθνικοφροσύνης, σύμφωνα με την οποία ο πολιτικός αντίπαλος πρέπει να στέκεται απέναντι στη δικαιοσύνη ως «αντεθνικό στοιχείο» και «σατανικός μισθοφόρος» των Σλάβων. Ήταν αυτή η «αντεθνική» αναπαράσταση των κατηγορουμένων που χρησίμευσε στο να βιομηχανοποιηθούν οι θανατικές καταδίκες και να αναδειχτεί το «εθνοσωτήριο» έργο του στρατοδικείου από τις φυλλάδες του τοπικού Τύπου.

 

Παραπομπές

1. Βλ. στο σημείο αυτό τον ορισμό της καταστολής του Davenport σύμφωνα με τον οποίο «η καταστολή ορίζεται ως εκείνη η κυβερνητική ρυθμιστική πράξη που στρέφεται εναντίον εκείνων που αμφισβητούν τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας». Αναφέρεται στο Jacqueline H. R. deMeritt, «The Strategic Use of State Repression and Political Violenece», στο Oxford Research Encyclopedia of Politcs, online publication day: October 2016, σελ. 5.

2 Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, οι στρατηγικές συμβιβασμού από μια κυβέρνηση, κρίνονται τις περισσότερες φορές ως δαπανηρές και γι’ αυτό επιλέγεται η ανοιχτή καταστολή χωρίς οποιουδήποτε τύπου παραχωρήσεις. Στο ίδιο, σελ. 4.

 3. Ριζοσπάστης, 2 Ιουλίου 1946. Μαζί με την ανακοίνωση της ίδρυσης του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης καταγράφεται και η πρώτη δίκη, η οποία αφορούσε 17 μέλη της ΕΠΟΝ «δια παράνομον συγκέντρωσιν».

4. Νικόλαος Σ. Μιχιώτης, Τα Έκτακτα Στρατοδικεία της περιόδου 1946-1960. Εν ονόματι του Βασιλέως…, Αθήνα 2007, σελ. 210. Για μια πιο ολοκληρωμένη και λεπτομερή καταγραφή των ποινών του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, βλ. Δόμνα Κόφφα, «H λειτουργία των Έκτακτων Στρατοδικείων του Εμφυλίου: η περίπτωση της Θεσσαλονίκης», εισήγηση στο Διαστάσεις του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας. Πάντειο Πανεπιστήμιο, Δεκέμβριος 2016. Στις περιπτώσεις των ποινών φυλάκισης, όπου εντοπίζονται κάποιες διαφορές με τα στοιχεία του Μιχιώτη, η Κόφφα σημειώνει ότι «222 ή στο 5% επιβλήθηκαν πρόσκαιρα δεσμά, δηλαδή 10 με 20 χρόνια, 58 άτομα ή στο 1,4% καταδικάστηκαν σε ειρκτή, δηλαδή 5 με 10 χρόνια, σε 738 ή στο 18% επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης από ένα μήνα μέχρι 5 χρόνια, το 38% ή 1608 κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι αλλά απαλλάχθηκαν πάσης ποινής και 728 άτομα ή το 17% κρίθηκαν αθώοι».

5. Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί, σελ. 504.

6. Ιδιαίτερα εκείνων, που αφορούσαν τα πρώτα τρία άρθρα σχετικά με την τιμωρία των «αυτονομιστικών» ενεργειών και κάθε τύπου επαναστατικής δράσης.

 7. Ριζοσπάστης, 18 Ιουλίου 1946. H εκτέλεση των πολιτικών κρατουμένων ερμηνεύτηκε από τον συντάκτη του άρθρου ως μια «καθαρή εκδικητική ενέργεια και προσπάθεια για να πτοηθεί ο δημοκρατικός λαός της Β. Ελλάδας».

8. Βλ. Ελληνικός Βορράς, 17 Αυγούστου 1946 και 19 Οκτωβρίου 1946.

9. Πασχαλούδης, ό.π., σελ. 180-181.

10. Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών (ΔΣΑ), Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αρ.απ. 84/1946.

11. ΔΣΑ, Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αρ.απ. 13/1946.

12.  Κόφφα, ό.π.

13. Ελευθερία, 17 Ιουλίου 1946.

14.  Ελληνικός Βορράς, 25 Ιουλίου 1946.

15. Ελληνικός Βορράς, 26 Ιουλίου 1946.

16. Πασχαλούδης, ό.π., σελ. 168-169.

17. Αγωνιστής, 23 Ιανουαρίου 1947.

18. Αγωνιστής, 28 Ιανουαρίου 1947. 

19. Αγωνιστής, 2 Φεβρουαρίου 1947.

20. Γεώργιος Ανδρέαδης, Καλαμαριά μου αξέχαστη, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 108.

21. Ελληνικός Βορράς, 2 Φεβρουαρίου 1947. Από τους τρεις εκτελέστηκαν οι δυο, καθώς ο «τρίτος καταδικασθείς 16ετής Ο.Δ. δεν εξετελέσθη, διότι κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ανεστάλη η εκτέλεσις αυτού».

22. Πασχαλούδης, ό.π., σελ. 189. Ο βασιλικός Επίτροπος στην αγόρευσή του στοχοποιούσε τις πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς και ζητούσε την ενοχή όλων των κατηγορουμένων με βάση το άρθρο 2 του Γ’ Ψηφίσματος, το οποίο επισύρει αυτομάτως τη θανατική ποινή. ΔΣΑ, Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αρ.απ. 10/1947.

23.  Ενότητα, 3 Μαϊου 1947.

24. Γιώργος Αναστασιάδης, Το παλίμψηστο του αίματος. Πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη (1913-1968), Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 222. 

25. Ελληνικός Βορράς, 2 Σεπτεμβρίου 1947.

26. Ελληνικός Βορράς, 30 Αυγούστου 1947.

27. Ελληνικός Βορράς, 7 Σεπτεμβρίου 1947. Ο επίλογος της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου μπορούσε να τελειώσει κάπως έτσι: «Μετανοώ με όλην μου την ψυχή κ. Πρόεδρε διά τα όσα έκανα. Hθέλησαν να μας βουτήξουν εις το έγκλημα για να ωφεληθούν οι μεγαλόσχημοι αρχηγοί της λαοκρατίας». Το πομπώδες ύφος των απολογιών, ωστόσο, μας κάνει επιφυλακτικούς για την αξιοπιστία των όσων μετέφεραν οι ανταποκριτές των φιλοκυβερνητικών εφημερίδων από τα στρατοδικεία.

28. Ελληνικός Βορράς, 9 Σεπτεμβρίου 1947.

29. Ο Ακίνδυνος Αλβανός, τομέαρχης του ανατολικού τομέα, δεν δίστασε να λοιδορήσει μπροστά στους στρατοδίκες εκείνους τους συντρόφους του που δήλωσαν μετανοημένοι για το παρελθόν τους: «Θέλω να παρατηρήσω κάτι, το οποίον όμως δεν είναι προς τιμήν των συγκατηγορουμένων μου. Ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς ντρέπονται να πουν ότι ήσαν εαμίται». Στη συνέχεια, όπως μας μεταφέρει ο συντάκτης της εφημερίδας «απαγγέλει έναν διθυραμβικόν ύμνον υπέρ του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ». Ελληνικός Βορράς, 10 Σεπτεμβρίου 1947.

30 Ελληνικός Βορράς, 9 Σεπτεμβρίου 1947.

31 Στο ίδιο.

32. Ελληνικός Βορράς, 16 Σεπτεμβρίου 1947.

33. ΔΣΑ, Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αρ.απ. 216/1947.

34 Ελληνικός Βορράς, 24 Οκτωβρίου 1947.

35. Ωστόσο, για τα στελέχη αυτά υπάρχουν διάχυτες υποψίες για συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές, ήδη από το στάδιο των ανακρίσεων.

36. Ελληνικός Βορράς, 26 Νοεμβρίου 1947. Βλ. και την προσωπική μαρτυρία του Γ. Τριάρχου στο Αναστασιάδης, ό.π., σελ. 228-229.

37. Για την αρχή εκτέλεσης  του εγκλήματος, ένα από τα αμφιλεγόμενα ζητήματα στον χώρο του ποινικού δικαίου, βλ. Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, «H αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος», στο Προβλήματα της απόπειρας στο ποινικό δίκαιο, Πρακτικά Α΄ Επιστημονικής Συνάντησης των Τομέων Ποινικών Επιστημών των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Κομοτηνής, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 25. Το ζήτημα, εντός της ιστορικής του διάστασης, απασχόλησε και τον Αλιβιζάτο, Οι πολιτικοί θεσμοί, σελ. 502-503.

38. Ελληνικός Βορράς, 9 Δεκεμβρίου 1947.

39 Στο ίδιο.

40. Ελληνικός Βορράς, 3 Δεκεμβρίου 1947. Και στις ερωτήσεις των στρατοδικών που αφορούσαν την τροφοδοσία τους από τα γειτονικά κράτη της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, απαντούσαν ότι δεν το πίστευαν διότι δεν το «είδαν με τα μάτια τους».

41. Μακεδονία, 27 Νοεμβρίου 1948.

42. Στο ίδιο.

43. Βλ. το στρατοδικείο του «Παράνομου ΕΑΜ», Ελληνικός Βορράς, 13 Οκτωβρίου 1948 και το στρατοδικείο των υπολειμμάτων του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, Μακεδονία, 19 Μαΐου 1949.

44.  Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί, σελ. 517.

45. Μακεδονία, 27 Νοεμβρίου 1948. Φυσικά, δεν έλειψαν και τα οικογενειακά δράματα εντός του δικαστηρίου, όταν συγγενείς των καταδικασθέντων, υπό την εμφανή ανοχή των στρατοδικών, τους πίεζαν τους δικούς τους να προβούν σε αποκηρύξεις και «αποδοκιμασία των κακούργων». Μακεδονία, 4 Δεκεμβρίου 1948.

46.Ελληνικός Βορράς, 5 Μαρτίου 1948. Εις βάρος ενός από τους συλληφθέντες εμφανίστηκε ένας συγχωριανός του, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι συμμετείχε στην γνωστή επίθεση του Λιτόχωρου, φόνευσε δυο στρατιωτικούς και απήγαγε δυο κορίτσια τα οποία «αφού εβίασεν ακολούθως έσφαξε».

47.  ΔΣΑ, Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αρ.απ. 69/1948.

48.  ΔΣΑ, Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αρ.απ. 70/1948. Σύμφωνα με έναν ταγματάρχη του κυβερνητικού στρατού, και μάρτυρα κατηγορίας στο στρατοδικείο, η ενίσχυση του «καταπεπτωκότος ηθικού των εντός της πόλης συμμοριτών» ήταν ένας από τους βασικούς σκοπούς της επιχείρησης.

49.  Για τη «θλιβερή πομπή» των αιχμαλώτων στην Εγνατία οδό, βλ. Αναστασιάδης, ό.π., σελ. 236-241.

50.  Ελληνικός Βορράς, 28 Φεβρουαρίου 1948.

51.  Στο ίδιο.

52.  Βλ. για τις ένοπλες ομάδες της υπαίθρου στο Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 227-230.

53.  Ελληνικός Βορράς, 29 Φεβρουαρίου 1948. Είναι γεγονός, επίσης, ότι σε μια τόσο ξεκάθαρη υπόθεση, οι στρατοδίκες επέτρεψαν τις καταθέσεις από τυχάρπαστους μάρτυρες κατηγορίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση ενός «αυθορμήτως» παρουσιασθέντος μάρτυρα, «παραδοθείς συμμορίτης προ τριμήνου», ο οποίος κατέθεσε εις βάρος οκτώ συγχωριανών του.

54.  Ελληνικός Βορράς, 7 Μαρτίου 1948.

55. Κόφφα, ό.π.

56.  Ελληνικός Βορράς, 21 Μαρτίου 1948.

57. Ελληνικός Βορράς, 7 και 11 Μαρτίου 1948. Οι περιπτώσεις των γυναικών αποτέλεσαν ιδιαίτερη περίπτωση καθώς αυτές μπορούσαν να απαλλαγούν, αν αποδείκνυαν ότι έπεσαν θύμα βιασμού από τον Δημοκρατικό Στρατό. Μάλιστα, για τον σκοπό αυτό το στρατοδικείο διέταξε εξέταση των κατηγορουμένων γυναικών από ειδικό ιατροδικαστή. H περίπτωση της Μ.Π., η οποία αρνήθηκε «το κύρος της ιατροδικαστικής εξέτασης», ήταν μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις που αρνήθηκαν να προβούν σε συκοφάντηση του Δημοκρατικού Στρατού και δημοσιεύτηκαν στον Τύπο. Ελληνικός Βορράς, 16 Μαρτίου 1948.

58. Ελληνικός Βορράς, 11 Μαρτίου 1948.

59. Ελληνικός Βορράς, 16 Μαρτίου 1948. Ακόμα κι αυτές οι αθωώσεις χρησίμευαν ως εργαλείο προπαγάνδας του κρατικού μηχανισμού. Μέσω αμφίβολης ποιότητας, στοιχείων σχετικά με το πώς «εχρησιμοποιούντο τα ανήλικα παιδιά» από τον Δημοκρατικό Στρατό, προσπαθούσαν να προκαλέσουν τη συγκινησιακή φόρτιση της, ευάλωτης σε τέτοια θέματα, τοπικής κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.