Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Το έπος του "ΟΧΙ" και η Θεσσαλονίκη

Εβδομήντα έξι χρόνια από την απόκρουση των εισβολέων στα αλβανικά βουνά -Οι πρώτες μέρες του πολέμου στη Θεσσαλονίκη
του Σπύρου Κουζινόπουλου
Συμπληρώνονται εβδομήντα έξι χρόνια από τη μέρα που ο περήφανος και αδούλωτος λαός μας, βροντοφώναξε το ΟΧΙ στους φασίστες Ιταλούς εισβολείς, δημιουργώντας το έπος των αλβανικών βουνών και στέλνοντας σε όλη την ανθρωπότητα το μήνυμα της υπερηφάνειας, της αξιοπρέπειας, της  τιμής και της ελευθερίας. Τιμώντας την ηρωϊκή εκείνη επέτειο, παρουσιάζουμε το αφιέρωμα που ακολουθεί. Πολύ περισσότερο που εκείνο το περήφανο "ΟΧΙ" του ελληνικού λαού είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε.

Με φορτηγά μεταφέρονταν οι πολίτες για να καταταγούν και να πολεμήσουν
Σήμερα, που ο ελληνικός λαός δοκιμάζεται από τα σκληρά μέτρα και τις φορτικές πιέσεις των δανειστών, οι οποίοι προσπαθούν να υπονομεύσουν ακόμη και την εθνική μας ανεξαρτησία, οφείλουμε να διδασκόμαστε από το παράδειγμα των πατεράδων και των παππούδων μας. Οι οποίοι, σφυρηλατώντας την εθνική τους ενότητα και ομοψυχία, προτίμησαν να θυσιάσουν τη ζωή τους στα πεδία των μαχών κι αργότερα, στα χρόνια της σκλαβιάς, να ορθώσουν το ανάστημά τους μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα, παρά να υποδουλωθούν, παρά να υποκύψουν. 
Μια τέτοια ενότητα, μια παρόμοια ομοψυχία χρειάζεται και στις μέρες μας. Ένα ανάλογο και βροντερό ΟΧΙ απαιτείται. Για να ξεπεραστούν οι συνέπειες της κρίσης που στραγγαλίζει τον ελληνικό λαό. Για να σταματήσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που απαιτούν τα ξένα "αφεντικά", αδιαφορώντας αν τσακίζονται και οδηγούνται στην ανεργία οι νέοι μας και στην απόγνωση τα άλλοτε «περήφανα γηρατειά».                                        

Η φασιστική εισβολή
Στις 3 τα μεσάνυχτα της 28ης Οκτωβρίου ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Ελλάδα κόμης Γκράτσι, επιδίδει στον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά το ιταμό τελεσίγραφο για την άνευ όρων παράδοση της χώρας μας. Η απάντηση ήταν η αναμενόμενη από έναν λαό που έμαθε πάντα να αγωνίζεται για την εθνική του ανεξαρτησία. Λίγο αργότερα, στις 6 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας, ξύπνησαν την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ τα ανακοινωθέντα από το ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών ανέφεραν: "Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα ... Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους". Οι εφημερίδες ξεσήκωναν τον κόσμο "’Ελληνες εις τα όπλα!" και οι πολίτες της χώρας, άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, μαθητές, εργάτες, διανοούμενοι και καταστηματάρχες, πανηγύριζαν στους δρόμους. Αυτό ήταν το ιστορικό "ΟΧΙ" που γεμάτη υπερηφάνεια και φιλότιμο φώναξε η μικρή και φτωχή χώρα μας απέναντι στην ισχυρή φασιστική Ιταλία του Μουσσολίνι.
Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψαν στις 19 Απριλίου του 1941 οι αγγλικές εφημερίδες: «Στο εξής δεν θα λέγεται ότι οι ’Ελληνες επολέμησαν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες επολέμησαν σαν ’Ελληνες». Ήταν η αναγνώριση του αγώνα που έδωσε ο ελληνισμός με πενιχρά μέσα απέναντι σε μια πάνοπλη στρατιά. Και η νίκη ήρθε γιατί οι στρατιώτες μας  πολέμησαν με φρόνημα και λεβεντιά, με ελληνική ψυχή.  

Η Θεσσαλονίκη τις πρώτες ώρες κήρυξης του πολέμου
Η Αθηνά Δερμεντζόγλου μας άφησε μία σημαντική περιγραφή για την πρώτη μέρα του πολέμου στη Θεσσαλονίκη Εκείνο το πρωϊνό της 28ης Οκτωβρίου. Το θυμάμαι καλά. Ο ουρανός ήταν θολός, συννεφιασμένος. Θαρρείς και προμηνούσε τη θύελλα που ερχόταν. Η οδός Αγίου Δημητρίου και η πλατεία ως κάτω, μοσχομύριζε ακόμη κερί και λιβάνι. Δύο μέρες πριν οι Θεσσαλονικείς στις 26 Οκτωβρίου γιόρτασαν τον Πολιούχο τους. 

Θαρρώ ήταν πρωί Δευτέρας, οι άνθρωποι  ξένοιαστοι κατηφόριζαν για τις δουλειές τους, όπως κάθε μέρα, από τα σοκάκια της Ακροπόλεως της οδού Ολυμπιάδος και του Τσινάρ Μαχαλά, όπως έλεγαν τότε τα στενά δρομάκια, με τα καλντερίμια πίσω από την πλατεία με τα παλιά τούρκικα σπίτια.           Όταν ξαφνικά σαν βροντή, σαν κεραυνός, ακούστηκε από στόμα σε στόμα η φοβερή λέξη: πόλεμος, πόλεμος! Και πριν περάσουν λίγες ώρες, ακούστηκαν οι στριγκές φωνές των σειρήνων και ο κόσμος πάγωσε. 1


Το θαύμα της ελληνικής αντίστασης
Όπως γράφει ο διακεκριμένος Γερμανός ιστορικός Χάϊντς Ρίχτερ: «Όταν άρχισε η επίθεση (σ.σ. του Μουσολίνι κατά της Ελλάδος), το κυρίαρχο κλίμα στην ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία ήταν βαθύτατα ηττοπαθές. Η Ιταλία ήταν σε κάθε περίπτωση μια μεγάλη δύναμη και φαινόταν ότι θα νικούσε την Ελλάδα με ευκολία. Στην πραγματικότητα όμως, οι δύο αντίπαλοι στο Αλβανικό Μέτωπο ήταν ισοδύναμοι. Αυτό που συνέβη στη συνέχεια έμοιαζε με θαύμα».
Σύμφωνα με τον μετέπειτα διοικητή της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στους Έλληνες αντάρτες, του ταξίαρχου Μάγερς, «Ο ελληνικός λαός ήταν αυτός που πολέμησε και αντιμετώπισε αποτελεσματικά τον εχθρό, περισσότερο απ΄ ότι ο τακτικός στρατός. Η αποφασιστικότητα του λαού ανάγκασε τον στρατό να μπει δυναμικά στη μάχη. Ο λαός προχωρούσε παρά τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς του στρατού, οι οποίοι δεν ήταν μόνο απρόθυμοι και ανίκανοι να πολεμήσουν, αλλά δεν είχαν και το σθένος για να οδηγήσουν τον ελληνικό στρατό στην αντιμετώπιση του εισβολέα». 2 

Ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους
Ο λαός με το άκουσμα της ιταλικής επίθεσης ξεχύνεται στους δρόμους. Ένας άνεμος πατριωτικής και αγωνιστικής έξαρσης συνεπαίρνει όλους, μεγάλους και μικρούς, άνδρες και γυναίκες, πλούσιους και φτωχούς. Εκείνες οι μεγαλειώδεις στιγμές εθνικής ανάτασης, που έζησαν οι πατεράδες και οι παππούδες μας, δεν ήταν χωρίς εξήγηση. 
Ο σοφός καθηγητής Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, από τους πρώτους καθηγητές και οργανωτές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από το 1926 ακόμη, όταν αυτό ιδρύθηκε, θα γράψει για κείνη τη μέρα: «Η 28η του Οχτώβρη ήταν μεγάλη λαϊκή μέρα. Οι στενοί δρόμοι της Θεσσαλονίκης έβραζαν από νεολαία. Ο λαός πήγαινε να χτυπήσει τον Ιταλό γιατί πίστευε πως μαζί χτυπάει το Μεταξά, μαζί με το φασισμό και τον παλιοελλαδισμό. Στην ψυχή του δεν ξεχώριζε τον Ιταλό που πήγαινε να κάψει το σπίτι του, από το Μεταξά που του είχε στουμπώσει το στόμα κι είχε βάλει να καθίσουν στο κεφάλι του οι πιο αντιπαθητικοί κι οι πιο στείροι του τόπου. Αυτό εξηγούσε το παράφορο πέταγμα του Ρωμιού, τις επιτυχίες του στην Αλβανία. Ενώ τα παιδιά κόρωναν από μένος πολεμικό εκεί πάνω, εμείς μεθούσαμε από τη φλόγα τους και λυσσομανούσαμε αντικρίζοντας τους βομβαρδισμούς στα πρόχειρα καταφύγιά μας, παραμιλούσαμε πως όλα άλλαξαν και πως γεννιέται καινούρια Ελλάδα. 3

Η ζωή στη Θεσσαλονίκη κυλούσε κανονικά
Με την κήρυξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, τα σινεμά της Θεσσαλονίκης δεν σταμάτησαν να λειτουργούν. Απλώς έκαναν μόνο δύο απογευματινές προβολές. Τους πρώτους μήνες του 1941, παρά τους συχνούς βομβαρδισμούς της πόλης από τα ιταλικά αεροπλάνα, τα κεντρικά σινεμά εξακολουθούσαν να λειτουργούν και να προβάλουν ταινίες γαλλικές και αμερικανικές. 4
Η ζωή στη Θεσσαλονίκη τις πρώτες μέρες του πολέμου κυλούσε κανονικά. Οι εκκλησίες γέμιζαν από πιστούς που προσεύχονταν για την απόκρουση της φασιστικής επίθεσης κατά της Ελλάδος αλλά και την υγεία των δικών τους που πολεμούσαν στα αλβανικά βουνά. Οι ειδήσεις από το μέτωπο, με τις συνεχείς επιτυχίες των στρατευμένων μας, ενθουσίαζαν τους πολίτες. Θα γράψει η Αθηνά Δερμεντζόγλου:
Το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, ώρα την ώρα. Κάθε βράδυ στο ναό του Αγίου Δημητρίου, εκεί με το φως των κεριών, γινόταν κατανυκτικές παρακλήσεις που γέμιζαν τις ψυχές των πιστών με θάρρος και ελπίδα. Το όνομα της Παναγίας βρισκόταν σε κάθε στόμα. Οι πιο πιστοί μιλούσαν καθημερινά για θαύματα. Έβλεπαν το όραμα της Μεγαλόχαρης σε πόρτες και παράθυρα. Και ήταν πολλοί που πίστευαν στην παρουσία του Αγίου Δημητρίου να στέκει ορθός πάνω στα τείχη της Θεσσαλονίκης. Τα νέα από το μέτωπο έφθαναν γρήγορα, ο κόσμος παραληρούσε από ενθουσιασμό. Τα θέατρα, οι εφημερίδες, με χιούμορ διακωμωδούσαν κάθε μέρα το φαντασμένο Μουσολίνι και τους φρατέλους του με τα φτερά. Τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο μέρα – νύχτα εμψύχωναν τους στρατιώτες μας, ήταν η ψυχή των πολεμιστών μας. Ώρα της καλή εκεί πάνω. 5  

Ενθουσιασμός και εθνική έξαψη
Τις πρώτες μέρες του πολέμου, ο ενθουσιασμός και η εθνική έξαψη είναι διάχυτα σε κάθε εκδήλωση των Θεσσαλονικέων, στους δρόμους και στις πλατείες, στις συζητήσεις στις αγορές Καπάνι και Μοδιάνο, στις γειτονιές, παντού. Γρήγορα όμως, μαζί με τα καλά νέα, που οι νίκες του στρατού μας στα αλβανικά βουνά, έρχονται και τα κακά. Είναι οι πρώτοι τραυματίες, που αρχίζουν να καταφθάνουν από το μέτωπο στο Σιδηροδρομικό Σταθμό, οι πρώτοι νεκροί.
Στις εφημερίδες της εποχής, οι στήλες με τον τίτλο «τετιμημένοι νεκροί», αρχίζουν και πυκνώνουν, όπως πυκνώνουν και οι κατάλογοι με τα ονόματα των τραυματιών που νοσηλεύονται στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης αλλά και των γειτονικών πόλεων της Μακεδονίας. 
Ας παρακολουθήσουμε την περιγραφή που μας δίνει η Ελευθερία Δροσάκη:
Λίγο καιρό μετά από την κήρυξη του πολέμου άρχισαν να κυκλοφορούν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης οι τραυματισμένοι στρατιώτες που έβγαιναν από τα νοσοκομεία με άδεια αναρρωτική. Με κεφάλια μπανταρισμένα, με χέρια κρεμασμένα από το λαιμό, με κορμιά στηριγμένα πάνω σε πατερίτσες και με καροτσάκια αναπηρικά που τα έσπρωχναν άλλοι. Όλοι τους βλέπαμε με δέος και με θαυμασμό. Στο μεταξύ ο στρατός μας στο μέτωπο προχωρούσε, κάθε νίκη του τη γιορτάζαμε με μεγάλο ενθουσιασμό. Οι καμπάνες χτυπούσαν. 
Οι εφημεριδοπώλες έτρεχαν και φώναζαν με έκτακτα παραρτήματα κι εμείς τα παιδιά, τρέχαμε να τους προσπεράσουμε, να φέρουμε πριν από αυτούς την είδηση στα σπίτια μας. Τραγουδούσαμε, όπως όλος ο κόσμος, τα σατιρικά για το Μουσολίνι τραγούδια και χορεύαμε μέσα στους δρόμους……
Μετά από κάθε νίκη τα νοσοκομειακά τρένα που έφερναν τραυματίες στο Σταθμό, έρχονταν όλο και πιο συχνά. Ταξίδευαν πάντα νύχτα, χωρίς κανένα φως για να μη δέχονται αεροπορικές επιθέσεις και τα ξημερώματα άδειαζαν τα 20 κατάμεστα από τραυματίες βαγόνια τους στο Σταθμό της Θεσσαλονίκης. Ύστερα έφευγε το τρένο πίσω πάλι για τη Φλώρινα να φέρει και άλλους. Και δεν έφερναν μόνο Έλληνες, έφερναν και Ιταλούς. Εκτός όμως από τα νοσοκομειακά ερχόντουσαν και άλλα τρένα που έφερναν αιχμαλώτους. 6

Οι εφημερίδες εμψυχώνουν τους Θεσσαλονικείς
Από τις πρώτες μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης («σαν έτοιμες από καιρό»), απηχώντας και αναπαράγοντας τη γενικότερη εθνική έξαρση, θα αναλάβουν όχι μόνο να καλύψουν τα νέα του μετώπου, αλλά και να εμψυχώσουν τον πληθυσμό με άρθρα και χλευαστικούς για τις ήττες των Ιταλών τίτλους.  
Τα σώματα των εφημερίδων αυτών αποτελούν για όλη αυτή τη φάση, από το ιστορικό «Όχι» ως την είσοδο των Γερμανών στην πόλη, πολύτιμη πηγή για την ανάπλαση του σφυγμού της καθημερινής ζωής στη Θεσσαλονίκη εν καιρώ πολέμου. Ένα ψηφιδωτό που το συνθέτουν οι βομβαρδισμοί, οι συναγερμοί, η απαγόρευση κυκλοφορίας, οι έρανοι, οι Ιταλοί αιχμάλωτοι, οι Έλληνες τραυματίες, οι πανηγυρισμοί στους δρόμους μετά από κάθε χαρμόσυνο άγγελμα από το μέτωπο, οι φωτογραφίες-ντοκουμέντα από τον βομβαρδισμό της Αγίας Σοφίας κλπ.8 
Οι Θεσσαλονικείς δημοσιογράφοι Β. Βεντούρα, Κ. Δημάδης, Τ. Οικονομίδης, Ι. Ταχογιάννης κ.α., που βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή του πυρός», με αποκλειστικές ανταποκρίσεις τους από το μέτωπο, μεταδίδουν στις εφημερίδες της πόλης τις ειδήσεις του πολέμου. Φυσικά οι εφημερίδες αυτές γίνονται ανάρπαστες.  Όπως σημείωνε ο Γιώργος Βαφόπουλος:
Οι εφημερίδες είχαν κι΄ όλας αναγγείλει τις πρώτες επιτυχίες των προφυλακών μας και τούτο ήταν μια μικρή χαρά μέσα στη μεγάλη μας θλίψη… Οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο είχαν προσθέσει στην προσδοκία της νίκης κι΄ ένα τόνο θριάμβου…. Οι Θεσσαλονικείς έσκυβαν κάθε πρωί πάνω στην εφημερίδα να διαβάσουν πρώτα τα ονόματα των τραυματιών και έπειτα τις ειδήσεις του πολέμου…. 

Ηρωϊσμός σε καιρό λογοκρισίας
Πάντως, η πληροφόρηση στον πληθυσμό για την έκβαση του πολέμου, παρέχεται «με το σταγονόμετρο», καθώς η λογοκρισία φιλτράρει όλες τις ειδήσεις που δημοσιεύονται στις εφημερίδες της εποχής. Το αποτέλεσμα είναι να οργιάζει το λεγόμενο «ράδιο αρβύλα» και για πολλά γεγονότα να υπάρχει υπερβολική διόγκωση, ενώ για άλλα παντελής άγνοια. Να τι έγραψε σχετικά η Ελευθερία Δροσάκη:
Τον καιρό του πολέμου κανείς δεν μπορούσε να ξέρει τι ακριβώς γινόταν, ακόμα και μέσα στη Θεσσαλονίκη. Ότι μαθαίναμε, ήταν από μεγαλοποιημένες διαδόσεις. Οι εφημερίδες δεν έγραφαν λεπτομέρειες, γιατί όλα αυτά ήταν στρατιωτικά μυστικά και μάλιστα «εν καιρώ πολέμου». Τα ανακοινωθέντα ήταν λακωνικότατα. Κάπως έτσι:«Χτες εγένετο αεροπορική επιδρομή εις Θεσσαλονίκην. Θύματα δεν υπήρχον. Ζημίαι ελάχισται. Κατερρίφθη εν βομβαρδιστικόν». 10

 Σημειώσεις
1..Αθηνά Δερμεντζόγλου, Πλατεία Διοικητηρίου 1940-1999, εκδόσεις Μπίμπης, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ.25-262.
2. Xeinz A. Richter, Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της. Μεσόγειος. Αθήνα 2009, σ. 273.
3. Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Ο χειμώνας του 1941-1942. σ. 66-67
4. Κώστας Τομανάς, Οι κινηματογράφοι της παλιάς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ.177-182
5. Αθηνά Δερμεντζόγλου, Πλατεία Διοικητηρίου 1940-1999, εκδόσεις Μπίμπης, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ.26-276. 
6. Eλευθερία Δροσάκη, Εν Θεσσαλονίκη…,Αθήνα 1985, σ.21-227.
7. Μανώλης Κανδυλάκης, «Η συμβολή του τύπου στον πόλεμο του 1940». Εφημερίδα Ελληνικός Βορράς, 28-10-19808.
8. Γιώργος Αναστασιάδης, Η Θεσσαλονίκη των εφημερίδων, Έκφραση, Θεσσαλονίκη 1994, σ.739.
9. Γιώργος Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, τομ. 2ος, 1971, σ.122 και 12610.
10. Ευάγγελος Χεκίμογλου, «Η Θεσσαλονίκη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου: Συσσίτια και καταφύγια», Θεσσαλονίκη, Επιστημονική επετηρίδα. 5ος τόμος, Θεσσαλονίκη 1999, σ.285 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου