Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Όταν επαναφέρεται η διαιρετική τομή Δεξιά-Αριστερά


Έργο του Τζορτζ Γκρος
του Πολυμέρη Βόγλη*
Στις πρόσφατες εκλογές οι ψηφοφόροι απέρριψαν το κατασκευασμένο εκβιαστικό δίλημμα ευρώ ή δραχμή και καταψήφισαν τα δύο κόμματα που επέβαλαν την πολιτική του Μνημονίου. Η διαπίστωση αυτή είναι σωστή, αλλά δεν είναι αρκετή για να «διαβάσει» το αποτέλεσμα των εκλογών. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου ξαναχαράζουν τον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας, επαναφέροντας τη διαιρετική τομή Δεξιά-Αριστερά.

Στη δεκαετία του 1990 πολλοί ήταν εκείνοι που υποστήριζαν ότι η διαίρεση Δεξιά-Αριστερά ήταν ξεπερασμένη. Το ρήγμα στην ελληνική κοινωνία που είχε δημιουργηθεί στη δεκαετία του 1940 είχε σε μεγάλο βαθμό γεφυρωθεί και άρα οι πολιτικές αντιθέσεις που τροφοδοτούσε είχαν ατονήσει. Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων αποδυνάμωσε την Αριστερά και δημιούργησε μια νέα ιδεολογική και πολιτισμική πραγματικότητα. Επιπλέον, και ίσως το πιο σημαντικό, η ίδια η ελληνική κοινωνία είχε μεταμορφωθεί σε σχέση με το παρελθόν. Τα μεσαία στρώματα (δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, κ.ά.) διογκώθηκαν και ισχυροποιήθηκαν σε ένα περιβάλλον τριτογενοποίησης της οικονομίας και για την εκπροσώπηση αυτών των στρωμάτων έριζαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Ήταν η εποχή που ο πολιτικός χάρτης σε Ελλάδα και Ευρώπη ξαναχαράχτηκε, με άξονα αναφοράς το λεγόμενο Κέντρο. Η σταδιακή ιδεολογική και πολιτική σύγκλιση των δύο μεγάλων κομμάτων δημιούργησε ένα ιδεατό «Κέντρο», το οποίο έκφραζε τα συμφέροντα της μεσαίας τάξης και έδωσε όνομα σε μια νέα πολιτική γεωγραφία: την Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά.
Στην εποχή του Μνημονίου, όπως έδειξαν και οι εκλογές, ο πολιτικός χάρτης άλλαξε γρήγορα και δραματικά. Ο χρόνος της Ιστορίας ξαφνικά «πύκνωσε». Οι βίαιες κοινωνικές αλλαγές που έφερε το Μνημόνιο δημιούργησαν αντίστοιχης έντασης πολιτικές ανατροπές. Σε όλο αυτό το πλέγμα των φαινομένων στα οποία αναφερόμαστε για να περιγράψουμε την κρίση (ανεργία, φτώχεια, ύφεση, απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων) αποτυπώνεται η διάλυση των μεσαίων στρωμάτων που αποτέλεσαν τον στυλοβάτη των δύο μεγάλων κομμάτων. Τα μεσαία στρώματα που επεκτάθηκαν, είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να ανεβαίνει και πίστεψαν στην υπόσχεση της διαρκούς βελτίωσης της κοινωνικής και οικονομικής θέσης τους, είδαν τις προσδοκίες τους μέσα σε δύο χρόνια να διαγράφονται βίαια. Το όραμα της κοινωνικής ανόδου, το οποίο τροφοδότησε τις μεταπολεμικές γενιές,  ξαφνικά καταστρέφεται και η μοναδική βεβαιότητα είναι η ακριβώς αντίστροφη: οι ίδιοι και τα παιδιά τους αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα της καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Η ταχεία αποδιάρθρωση της μεσαίας τάξης διευρύνει το χάσμα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και η βίαιη εκπτώχευση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού τροφοδοτεί την οργή και το φόβο. Σε ένα τέτοιο τοπίο κοινωνικής κρίσης και πόλωσης οι πολιτικές-ιδεολογικές γραμμές ξαναχαράζονται και επανεμφανίζεται η διαιρετική τομή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.
Ενδεικτικό της νέας πολιτικής πραγματικότητας είναι η μετατόπιση της Δεξιάς προς τα δεξιά. Δεξιότερα της ΝΔ εμφανίζονται πλέον υπολογίσιμες δυνάμεις, ενώ τα φιλελεύθερα κόμματα της δεξιάς παράταξης δεν κατάφεραν να εκπροσωπηθούν στη Βουλή. Επιπλέον, η ίδια η ΝΔ μετακινήθηκε ξεκάθαρα σε πιο συντηρητικές θέσεις εμφανιζόμενη ως το κόμμα των «νοικοκυραίων», του «νόμου και της τάξης», του εθνικολαϊκισμού και της ξενοφοβίας. Στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, ο καταποντισμός του ΠΑΣΟΚ πιστοποιεί την κατάρρευση της Κεντροαριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχτηκε στο νέο πολιτικό πρωταγωνιστή, ο οποίος υπερασπίζεται τον κόσμο της εργασίας, το κράτος πρόνοιας και την κοινωνική αλληλεγγύη. Η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εντυπωσιάζει, αλλά δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Εδράζεται στην κοινωνική δυναμική που αναπτύχθηκε όλους τους προηγούμενους μήνες σε εκατοντάδες μικρά και μεγάλα μέτωπα που δημιούργησε η ελληνική κοινωνία απέναντι στο Μνημόνιο. Οι πρωτοφανείς σε όγκο διαδηλώσεις και γενικές απεργίες, οι πλατείες, οι απεργίες, οι συνελεύσεις κατοίκων σε γειτονιές έδειχναν ότι η ελληνική κοινωνία ήταν αποφασισμένη να αντιπαλέψει το Μνημόνιο παρά τους εκβιασμούς, την καταστολή και την κατασυκοφάντηση.
Η καταβαράθρωση των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων δεν ήταν απλώς μια ψήφος τιμωρίας για την εφαρμογή του Μνημονίου, αλλά και μια απόρριψη της πολιτικής όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, την πολιτική ταυτισμένη με τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαπλοκή, τα σκάνδαλα. Το ποσοστό που συγκέντρωσαν δείχνει μια πρωτοφανή κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, με άλλα λόγια το χάσμα ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και την κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, και πέρα από τις εκλογές, η κινητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, ο πολλαπλασιασμός των πεδίων δημόσιας παρέμβασης (περιοδικά, πρωτοβουλίες, ιστότοποι, social media), η συμμετοχή των πολιτών σε δημόσιες συζητήσεις, δείχνουν μια κοινωνία που ανακαλύπτει εκ νέου το πολιτικό και αντανακλούν την ανάγκη για μια νέα, διαφορετική πολιτική.
Η νέα διαιρετική τομή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς δεν αφορά το παρελθόν, αλλά το μέλλον. Αφορά τι κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε: βασισμένη στην ιδιωτικοποίηση, την ευελιξία, την ανασφάλεια, τις ανισότητες και την ξενοφοβία ή στον ξανασχεδιασμό του παραγωγικού ιστού της χώρας, την προάσπιση του δημοσίου και του κοινού, τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής, την ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας; Η επιστροφή στην προ Μνημονίου εποχή είναι και αδύνατη και ανεπιθύμητη. Έχουμε την ευκαιρία να ξανασχεδιάσουμε το μέλλον, αναγνωρίζοντας τις αποτυχίες του παρελθόντος και αποφεύγοντας τις εύκολες υποσχέσεις που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο. Η ψήφος της 6ης Μαΐου ήταν μια ψήφος τιμωρίας και ταυτόχρονα ελπίδας. Μπροστά στις νέες εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ πλέον βρίσκεται μπροστά στη μεγάλη πρόκληση και ευκαιρία να μετατρέψει την ελπίδα της κοινωνίας σε πολιτική πρόταση για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας και της Ευρώπης.
*Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου