Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Ένας αιώνας απελευθερωμένης Θεσσαλονίκης


Αφιέρωμα στα 100 χρόνια αποτίναξης του Οθωμανικού ζυγού
Είσοδος του βασιλιά Γεώργιου στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη
(έργο του Κεναν Μεσαρέ, γιού του τελευταίου τούρκου διοικητή)
Εκατό χρόνια, ένας ολόκληρος αιώνας,  συμπληρώνεται φέτος από το κορυφαίο γεγονός για την σύγχρονη ιστορία της Μακεδονίας, της Ελλάδας ολόκληρης, την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον τουρκικό ζυγό.Και κάθε Οκτώβριο η Θεσσαλονίκη θυμάται την μεγάλη ημέρα. Γιορτάζει και τιμά την ώρα που ο ελληνικός στρατός εισέρχονταν νικητής και τροπαιοφόρος στη Μακεδονική πρωτεύουσα, φέρνοντας την πολυπόθητη άνοιξη, ύστερα από 482 χρόνια βαρυχειμωνιάς, όσο κράτησε η Οθωμανική σκλαβιά.

Από την επίσκεψη του Σουλτάνου στη Θεσσαλονίκη (αρχείο ΚΙΘ)
Ήταν η ευλογημένη ώρα κατά την οποία «η πατρίς του Αριστοτέλους και του Αλεξάνδρου, της οποίας κάθε λόφος και κάθε κοιλάς, κάθε γωνία και κάθε σπιθαμή είναι ποτισμένη με αθώον ελληνικόν αίμα, ελευθέρα πλέον ρίπτεται εις την θερμήν, την ιστορικήν αγκάλην της Μητρός Ελλάδος», όπως παρατηρούσε στο κύριο άρθρο της, που ανήγγειλε και πανηγύριζε την απελευθέρωση, η εφημερίδα Μακεδονία στο πρώτο μετά την επανέκδοσή της φύλλο, με ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1912.
Αυτή την επέτειο, αλλά και την ιστορική διαδρομή που διήνυσε η μακεδονική πρωτεύουσα, έχουν βαθιά χαραγμένη στη μνήμη τους όλοι οι έλληνες και όχι μόνο οι Μακεδόνες ή οι Θεσσαλονικείς, επειδή, όπως εύστοχα σημείωνε ο Γιώργος Ιωάννου: «η ιστορία της Θεσσαλονίκης, οι καμπύλες της ιστορίας της, ταυτίζονται με τους δείκτες της ιστορίας του Βυζαντίου. Καθώς η Θεσσαλονίκη, οι άνθρωποί της, η κοινωνία της, συνδημιούργησαν τον βυζαντινό πολιτισμό και το βυζαντινό πνεύμα».

Άποψη από την παλιά Θεσσαλονίκη με το συντριβάνι
Δεν ανακόπηκε η πορεία μετά την κατάρρευση του Βυζαντίου
Η λαμπρή πορεία της Μακεδονίας, δεν σταμάτησε κατά την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και δεν ανακόπηκε μετά την κατάρρευσή της.
Συνεχίστηκε ακόμη και στα δύσκολα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς, από τις 29 Μαρτίου του 1430, όταν τα στίφη του σουλτάνου Μουράτ του Β΄ εισέρχονταν στην πόλη. Εξακολουθεί δε, έστω με εκλάμψεις, μέχρι σήμερα. «Η Θεσσαλονίκη», όπως αναφέρει και ο Κωστής Μοσκώφ, «από την ίδρυσή της ως τις μέρες μας, είναι ο κύριος συντάκτης, συντονιστής και διοργανωτής της οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής στη Βαλκανική».
Πράγματι, η πόλη που ιδρύθηκε το 315 π.Χ. από τον στρατηγό Κάσσανδρο, ο οποίος της έδωσε το όνομα Θεσσαλονίκη προς τιμή της γυναίκας του και ετεροθαλούς αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κατόρθωσε να λειτουργεί για περισσότερα από 2.300 χρόνια ως συντονιστικό κέντρο ολόκληρης της χερσονήσου του Αίμου. Αναπτύσσοντας και προωθώντας μέσα από το εμπόριο, τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία τις παραγωγικές της δυνάμεις, συντάσσοντας τον αγροτικό χώρο γύρω της, ελέγχοντας την οικονομική ζωή της περιοχής.
Πέρα όμως από το γενικότερο ρόλο της, ως το κέντρο της Βαλκανικής, η επιρροή που ασκούσε η Θεσσαλονίκη, επεκτείνονταν και πέρα από τη χερσόνησο του Αίμου. Μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την Τραπεζούντα, τη Σμύρνη, τον Πειραιά, την Πάτρα, την Αλεξάνδρεια, την Οδησσό. Κι αργότερα ως τον Πύργο, το Γαλάτσι, τη Σαμψούντα και τη Βάρνα. Οι λόγιοί της, όπως οι αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος, μεταφέρουν στο σλαβικό κόσμο τα φώτα του ελληνικού πολιτισμού πολιτισμού και της χριστιανικής πίστης.
Ως και τα 1750-1800, η Θεσσαλονίκη θα λειτουργεί διοργανωτικά για τις παραγωγικές δυνάμεις στον οργανικό της χώρο. Η πόλη γίνεται το μεγάλο υφαντήριο, ο "αργαλειός του Λεβάντε" όπως την αποκαλούν. Και ο "αμπάς", η τσόχα της Θεσσαλονίκης που ντύνει το φτωχόκοσμο σε όλες τις περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι γνωστός και πέρα από αυτήν, στη Νάπολη, τη Βαρκελώνη κ.α.

Μακεδονία, ο σιτοβολώνας της Ελλάδος
Ως και τα 1750-1800, η Θεσσαλονίκη θα λειτουργεί διοργανωτικά για τις παραγωγικές δυνάμεις στον οργανικό της χώρο. Η πόλη γίνεται το μεγάλο υφαντήριο, ο "αργαλειός του Λεβάντε" όπως την αποκαλούν. Και ο "αμπάς", η τσόχα της Θεσσαλονίκης που ντύνει το φτωχόκοσμο σε όλες τις περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι γνωστός και πέρα από αυτήν, στη Νάπολη, τη Βαρκελώνη κ.α.
Ο σιτοβολώνας της Ελλάδος
Από τα 1896, μετά από μια μεγάλη περιοδεία του στη Βόρειο Ήπειρο και τη Μακεδονία, ο γάλλος καθηγητής, δημοσιογράφος και επί δεκαετία γερουσιαστής Βίκτωρ Μπεράρ, αναφερόμενος στη σημασία της Θεσσαλονίκης "η οποία προσελκύει εμπόρους και ναυτικούς", υπογράμμιζε το πόσο ξακουστή ήταν η Μακεδονία, από την αρχαιότητα ακόμη, για την ευκαρπία των κάμπων και την ομορφιά των αλόγων της, για να τονίσει προφητικά ότι "εάν ο ελληνισμός καταλάβει τη Μακεδονία, θα βρει σ΄ αυτήν το σιτοβολώνα του".

Το σταυροδρόμι των λαών
Πολλά άλλαξαν στη μακεδονική πρωτεύουσα μετά τον Οκτώβριο του 1912, καθώς η Θεσσαλονίκη παύει να είναι διεθνούπολη, όπως κατά τις περιόδους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Οθωμανικής κυριαρχίας. Σταδιακά, από πολυεθνικό μωσαϊκό και σταυροδρόμι λαών, θα ξαναλειτουργήσει ως πρωτεύουσα του μακεδονικού ελληνισμού- ως η δεύτερη πόλη της Ελλάδος. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου αλλά και τα κατοπινά χρόνια θα αναδειχθεί ως βιομηχανικό κέντρο και πρώτο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας.
Οι αλλαγές που συντελέσθηκαν τα τελευταία χρόνια στη νοτιοανατολική Ευρώπη, η θέση της πόλης και ο ρόλος της Ελλάδος στην περιοχή, θα ξαναδώσουν και πάλι στη Θεσσαλονίκη, μετά από 90 χρόνια, τη βαλκανική και ευρωπαϊκή της εμβέλεια.
Στους πέντε περίπου αιώνες σκλαβιάς, η Μακεδονία όχι μόνο δεν υπέκυψε στον κατακτητή της, αλλά συνέχισε την πορεία που είχε αρχίσει κατά την περίοδο του Βυζαντίου και έγινε το μεγάλο σταυροδρόμι Ανατολής-Δύσης, Βορρά-Νότου.
Φυσικά χάρη και στην υποδομή που διέθετε, στην τεράστια Εγνατία Οδό, η οποία ενώνοντας τη Ρώμη με τη Νέα Ρώμη-την Κωνσταντινούπολη- είχε ως σταθμό της το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το ίδιο σημαντικός κόμβος όχι μόνο για τη Μακεδονία, την Ελλάδα και τα Βαλκάνια, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη, αποτελεί η σύγχρονη Εγνατία Οδός, που μόλις ολοκληρωθεί, θα συνδέει ταχύτατα μέσω Θεσσαλονίκης το Ιόνιο Πέλαγος και την Αδριατική με την Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο.
Η ιστορική μοίρα της Θεσσαλονίκης
Ο κορυφαίος μας αρχαιολόγος, ο αείμνηστος Μανόλης Ανδρόνικος, σημείωνε στα 1985- επέτειο των 2.300 χρόνων ίδρυσης της πόλης- ότι "η ιστορική μοίρα της Θεσσαλονίκης έδειξε πως η απόφαση του Κάσσανδρου, που σκέφθηκε να την ιδρύσει συνοικίζοντας τα πανάρχαια χωριουδάκια του Θερμαϊκού Κόλπου σε μια μεγάλη εμπορική πόλη, στάθηκε εξαιρετικά εύστοχη και διορατική".
Η πορεία της Θεσσαλονίκης (που αποτέλεσε όλο το 19ο αιώνα την κύρια Μητρόπολη της Νότιας Βαλκανικής) ως κέντρο με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, ως η κύρια είσοδος δυτικών κεφαλαίων και ιδεών προς Ανατολάς, κορυφώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Πόλη βαλκάνια, αλλά ταυτόχρονα και βυζαντινή, πολυεθνική, εμπορική και κοσμοπολίτικη στη συνολική της παρουσία.
Φυσικά, η Μακεδονία δε θα μπορούσε να έχει μια τέτοια θαυμαστή πορεία στο χρόνο, αν δεν διαφύλαττε αναλλοίωτο τον εθνικό της πυρήνα.
Καθώς οι έλληνες Μακεδόνες, ήταν εκείνοι που έδιναν το στίγμα, καθορίζοντας και τα συστατικά της φυσιογνωμίας της, μαζί με τους Εβραίους, τους μουσουλμάνους και τις άλλες εθνότητες που ζούσαν στην περιοχή.
Όπως σημειώνει ένας γνωστός ιστορικός, ο καθηγητής Γιάννης Χασιώτης, η Θεσσαλονίκη αποτελεί "ένα από τα ελάχιστα δείγματα ευρωπαϊκών πόλεων που έχουν να επιδείξουν τόσο μακραίωνη, αλλά ταυτόχρονα συνεχή και αδιάλειπτη πορεία.
Με τη συγκέντρωση και τη διασταύρωση του εμπορίου αλλά και του πολιτιστικού λόγου από την Ανατολή και τη Δύση, από την Κεντρική Ευρώπη και τις παραλίες της Μεσογείου, η Μακεδονία αποκτά μια παγκοσμιότητα, που, όπως την προσδιορίζει ο καθηγητής Δημήτρης Φατούρος, "έχει ενσωματώσει την ιστορία, ζει την ιστορική της μνήμη ως παρόν, περιέχει την ελευθερία της προοπτικής του μέλλοντος".

Η δημιουργία της "Ελληνικής Σχολής"
Μετά την κατακυρίευση της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς, οι σημαντικότεροι λόγιοί της φεύγουν για τη Δύση. Όμως, παρ' όλα αυτά, ο ελληνισμός της δεν θα αποκοπεί από την παιδεία και τις επαφές με το δυτικό κόσμο. Με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θα ιδρυθούν τα πρώτα σχολεία, ενώ στις αρχές του 18ου αιώνα δημιουργείται η "Ελληνική Σχολή" και αργότερα ένα πλήθος ελληνικών σχολείων αλλά και συλλόγων που λειτουργούν βιβλιοθήκες.
Σιγά-σιγά, θ' ανθίσουν τα γράμματα, τονώνοντας-με τη μαχητική αρθρογραφία του ελληνικού Τύπου-το φρόνημα του υπόδουλου Ελληνισμού και βοηθώντας στη διατήρηση της εθνικής του ταυτότητας.
Τεράστια, ήταν και η συμβολή των ανταρτικών ομάδων που δημιούργησαν το έπος του Μακεδονικού Αγώνα με επικεφαλής τον Παύλο Μελά. Κι όπως παρατηρεί ο καθηγητής Χαράλαμπος Παπαστάθης: "όταν η ελευθερία θα ξαναγύριζε στη μακεδονική γη, οι συμπολίτες πρόγονοί μας, με τις ποικίλες εθνικές, θρησκευτικές, γλωσσικές και πολιτιστικές διαφοροποιήσεις, είχαν ήδη θέσει, χωρίς να το υποψιάζονται, γερά θεμέλια για τη σημερινή καλλιέργεια των Γραμμάτων στη Μητέρα-Θεσσαλονίκη".
Η ελληνική συνείδηση και η γλώσσα από τη μια και η ορθόδοξη χριστιανική πίστη από την άλλη, κρατούν όρθιο τον ελληνισμό της Μακεδονίας. Από τον Δ' αιώνα ακόμη, είχε συνταυτισθεί η τύχη της Θεσσαλονίκης με τον Άγιο Δημήτριο. Το μαρτύριό του κατά τους διωγμούς των Χριστιανών συγκλονίζει τους Θεσσαλονικείς.

Η πόλις του Αγίου Δημητρίου
Η Θεσσαλονίκη, γίνεται η "πόλις του Αγίου Δημητρίου", όπως η Βενετία του Αγίου Μάρκου. Ο Άγιος Δημήτριος τιμήθηκε ως θαυματουργός, υπέρμαχος, πολιούχος, σωτήρας και κηδεμόνας της πόλης.
"Η φήμη του Αγίου" γράφει ο Απόστολος Βακαλόπουλος, "που θεραπεύει τους κατοίκους από τις αρρώστιες, που τους σώζει από την πείνα, που απολυτρώνει τους αιχμαλώτους κλπ., ξαπλώνεται σ' όλη την αυτοκρατορία και παντού στις μεγάλες πόλεις κτίζονται εκκλησίες στο όνομά του.
Η αστραφτερή οπτασία του Αγίου, φανερώνεται επάνω στα κάστρα ή στο πεδίο της μάχης να τρέπει σε φυγή τους εχθρούς, όπως ομολογούν όσοι τον είδαν, όσοι πιάνονταν αιχμάλωτοι".
Ακόμη και το 1912, έλληνες στρατιώτες έβλεπαν, στις μάχες του Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών, έφιππους τον Άγιο Δημήτριο και τον ομόλογό του Άγιο Γεώργιο να τυφλώνουν με τη λάμψη τους αντιπάλους, για να μην μπορούν να χειρίζονται τα κανόνια τους.
Κι έφτασε η μέρα της λευτεριάς. Η Μακεδονία, που αποτέλεσε το μήλο της έριδος όχι μόνο μεταξύ των βαλκανικών κρατών αλλά και των Μεγάλων Δυνάμεων, περνούσε τελικά στα χέρια του ελληνικού στρατού. Ο πληθυσμός στις πόλεις, ξεχύνονταν στους δρόμους παραληρώντας από ενθουσιασμό.
Είναι λίγο-πολύ γνωστά τα γεγονότα που οδήγησαν σ΄ εκείνη την ευχάριστη για τον ελληνισμό εξέλιξη. Στις 5 Οκτωβρίου 1912, η Ελλάδα, με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες Βουλγαρία και Σερβία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας, και αμέσως άρχισε μια φρενήρης πορεία του ελληνικού στρατού πέρα από τα σύνορα.

Η νικηφόρα προέλαση
Μετά από σκληρή μάχη ο στρατός μας εκπορθεί τα στρατηγικής σημασίας Στενά του Σαραντάπορου και συντρίβει τον τουρκικό στρατό.
H νικηφόρα προέλαση συνεχίζεται και στις 11 Οκτωβρίου απελευθερώνονται τα Σέρβια και η Κοζάνη, ενώ στις 12 Οκτωβρίου καταλαμβάνονται τα στενά της Πέτρας, που ανοίγουν το δρόμο προς την Κεντρική Μακεδονία.
Στις 15 Οκτωβρίου το απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη εισήλθε στα Γρεβενά, ενώ την επομένη απελευθερώθηκαν η Κατερίνη και η Βέροια.

Σημαντική επίδραση στην αναπτέρωση του ηθικού του ελληνικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, είχε η καταβύθιση, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης του τουρκικού θωρηκτού "Φετχί-Μπουλέντ" τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου 1912 από τορπιλοβόλο του ελληνικού στόλου, με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση.
Στις 19 και 20 Οκτωβρίου, έγινε στα Γιαννιτσά η σκληρή σύγκρουση του ελληνικού με τον τουρκικό στρατό και άνοιξε ο δρόμος για την παράδοση της Θεσσαλονίκης, μετά και τη συμφωνία που υπεγράφη με τον αρχιστράτηγο των τουρκικών δυνάμεων Ταχσίν Πασά.

Η συμμετοχή της ομογένειας στην απελευθέρωση
Με την ευκαιρία, να θυμίσουμε κάτι που ελάχιστα ερευνήθηκε από τους ιστορικούς μας: Η σημαντική συνεισφορά που είχε η ομογένεια στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της υπόλοιπης Μακεδονίας. Καθώς, με την επιστράτευση στην Ελλάδα και το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, οι απόδημοι έλληνες είχαν καταληφθεί από πρωτοφανή ενθουσιασμό.
Διαδηλώσεις, έρανοι, γιορτές, σημαίες, λόγοι, ξεσήκωσαν τους ομογενείς μας σε όλη την έκταση των Ηνωμένων Πολιτειών, από τα ορυχεία του Κολοράντο μέχρι τα εργοστάσια του Σικάγο.
Και μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος κατά της Τουρκίας, οι απόδημοι έλληνες από όλο τον κόσμο, έσπευσαν να στείλουν στο μέτωπο μερικά από τα πιο γενναία παιδιά τους, που συγκρότησαν μάλιστα κι ένα λόχο εθελοντών, ο οποίος εντάχθηκε στο ανεξάρτητο τάγμα Κρητών.
Αφηγείται με γλαφυρό τρόπο για τη συμμετοχή των ομογενών εθελοντών στην απελευθέρωση της Μακεδονίας ο Γεώργιος Μαράντης, που ανήκε στο τάγμα των Κρητών.
"Οι λόχοι", αναφέρει συγκεκριμένα, "ήρχισαν να πυκνώνονται κάθε μέρα με τους εθελοντάς που μας ήρχοντο πότε από την παλαιά, πότε απο την υπόδουλη ακόμη Ελλάδα. Φοιτηταί, επιστήμονες, εργατικοί, πάσης ηλικίας και τάξεως άνθρωποι, που είχαν καταληφθή από τον ενθουσιασμόν που εσκόρπισαν σε όλον τον ελληνισμόν αι πρώται επιτυχίαι μας. Έτρεχαν όλοι για να προφτάξουν να συμμερισθούν κι αυτοί τις δάφνες που άφθονες εθέριζεν στη Μακεδονία και στην ΄Ηπειρο ο γενναίος στρατός μας.

Με εξαιρετική συγκίνηση χαιρετούμε τους εξ Αμερικής εθελοντάς. Λεβεντόπαιδα όλοι, γεμάτοι από ευγένεια και ενθουσιασμό, ποτισμένοι με τη λαχτάρα της ξενιτιάς, έρχονται τώρα να χύσουν το αίμα τους για τη Μεγάλη Πατρίδα.
Με το μέτωπο ψηλά και με τα μάτια γεμάτα από δάκρυα, ομιλούσαν με τη σιωπή της πειθαρχίας πολύ ωραιότερα παρά με τα λόγια. Μέσα στο στρατόπεδο εκείνο, έβλεπε κανείς όλην την Ελλάδα, όλους τους πόθους και τα όνειρα της ζωντανεμένα και τη μεγάλη ιδέα που ως τα χθες ακόμα εθεωρείτο χείμαιρα, να ανασταίνεται μεγαλοπρεπής και να βροντοφωνή τη ζωτικότητα της ελληνικής φυλής".


Η συνεισφορά του Ελευθέριου Βενιζέλου
Βέβαια, δεν γνωρίζουμε κατά πόσο η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ηπείρου και ο διπλασιασμός των έδαφών της ελληνικής επικράτειας και του πληθυσμού της, θα επιτυγχάνονταν, εάν δεν βρισκόταν στο τιμόνι της εξουσίας ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η κορυφαία αυτή πολιτική φυσιογνωμία που ανέδειξε η σύγχρονη Ελλάδα.
Και όπως επισήμανε πρόσφατα ο πρόεδρος της Βουλής Απόστολος Κακλαμάνης "η βαλκανική πολιτική του Βενιζέλου δεν πέτυχε μόνο επειδή βασίσθηκε σε μια αποτελεσματική πολιτική βαλκανικών συμμαχιών.
Τα κέρδη των πολέμων του 1912-1913 θα είχαν εξανεμισθεί, εάν η Ελλάδα δεν είχε αντιδράσει ορθά στις γεωπολιτικές συνισταμένες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεδομένου ότι εθνική στρατηγική χωρίς την άριστη γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος, δεν είναι δυνατή". Αυτή την αλήθεια, πρέπει σήμερα να την κατανοήσουμε και οφείλουν να την αντιληφθούν ιδιαίτερα όσοι έχουν την ευθύνη χάραξης και εφαρμογής της εξωτερικής μας πολιτικής ή θέλουν να έχουν βαρύνουσα γνώμη γι΄ αυτήν.
Επίσης, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που κατά γενική ομολογία υπήρξε ο αρχιτέκτονας της εκδίωξης της Τουρκίας από την Ευρώπη, έγινε μερικά χρόνια αργότερα ο πρωτεργάτης της ελληνοτουρκικής φιλίας, μαζί με τον Κεμάλ Ατατούρκ. Γιατί ο Βενιζέλος, δεν ήταν ο μικρόκαρδος εθνικιστής πολιτικός της δημαγωγίας και των φραστικών απειλών, αλλά ο μεγάλος διορατικός αρχηγός.
Ο ηγέτης, που ανασηκώνοντας από την τέφρα της παρακμής έναν ολόκληρο λαό, δημιούργησε μια βιώσιμη εστία για το ελληνικό έθνος και πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια της βαλκανικής συνεννόησης και συνεργασίας. Όσο κι αν ορισμένοι από τους επιγόνους του Ατατούρκ, κυρίως οι στρατοκράτες της Άγκυρας, προσπάθησαν τα επόμενα χρόνια με τις ενέργειές τους να δυναμιτίσουν εκείνη την ιστορική πρωτοβουλία, με κίνδυνο να φέρουν κάποια στιγμή αντιμέτωπους τους δύο λαούς. 

Η καθυστερημένη ενημέρωση
Ανέκδοτα έγγραφα από το αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, μαρτυρίες και άλλα ντοκουμέντα, αποκαλύπτουν ότι η τότε κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου είχε ενημερωθεί από τον Διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο για το μέγιστο γεγονός, την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους στον Ελληνικό στρατό, με καθυστέρηση 45 ωρών. 
Που οφειλόταν αυτή η μεγάλη καθυστέρηση; Προφανώς, στο γεγονός ότι ο αλαζονικός   και υπερόπτης Κωνσταντίνος, είχε εξοργισθεί από τις εντολές του Βενιζέλου να αλλάξει την πορεία του και αντί του Μοναστηρίου, να σπεύσει για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, πριν προλάβουν να εισέλθουν σ΄αυτή τα βουλγαρικά στρατεύματα. 
Το περιστατικό αυτό, ίσως αποτελεί και την απαρχή του εθνικού διχασμού, τον οποίο τόσο ακριβά πλήρωσε τα επόμενα χρόνια η χώρα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι την ώρα που ο Κωνσταντίνος απαξιούσε να ενημερώσει έγκαιρα τον Βενιζέλο για το χαρμόσυνο νέο, η σχετική είδηση, μέσω των τηλεγραφημάτων από τη Θεσσαλονίκη ξένων ανταποκριτών αλλά και του ευσυνείδητου τηλεγραφητή της κωμόπολης Γιδά (Αλεξάνδρεια), έφτανε στην πρωτεύουσα, με συνέπεια χιλιάδες Αθηναίοι να κατακλύσουν την πλατεία Συντάγματος.
Όμως, σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, όταν μια αντιπροσωπεία του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό προκειμένου να τον συγχαρεί για την απελευθέρωση της πρωτεύουσας του Μακεδονικού Ελληνισμού, ο Ελ. Βενιζέλος αρνήθηκε να δεχτεί τα συγχαρητήρια "επί τω λόγω ότι εστερείτο επισήμου ειδήσεως, τηλεγραφήματος δηλαδή του διαδόχου ή του Βασιλέως περί καταλήψεως της Θεσσαλονίκης", όπως έγραφε η εφημερίδα "Χρόνος".

Η ιστορία της πρώτης είδησης
Αυτή η οδυνηρή διαπίστωση του Βενιζέλου περί της απουσίας «επισήμου ειδήσεως» για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της έλλειψης συνεννόησης που υπήρχε μεταξύ του διαδόχου Κωνσταντίνου και της κυβέρνησης, καθώς και της μη ενημέρωσης που είχε απο τα πεδία των μαχών ο πρωθυπουργός της χώρας και ταυτόχρονα υπουργός Στρατιωτικών Ελευθέριος Βενιζέλος.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες δεν είχαν καμία είδηση, στα φύλλα τους το Σάββατο 27 Οκτωβρίου, σχετικά με την πορεία του στρατού μας προς τη Θεσσαλονίκη, κι αυτό επειδή στερούνταν σχετικής επίσημης πληροφόρησης. Οι εφημερίδες της μέρας εκείνης, θεωρούσαν μεν βέβαιη την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, περιορίζονταν όμως στη δημοσίευση μιας λακωνικής ανακοίνωσης του υπουργείου των Στρατιωτικών και επιδίδονταν-όπως συνήθως συμβαίνει όταν απουσιάζει η επίσημη ενημέρωση- στη διατύπωση διάφορων εικασιών, αποδίδοντας, ορισμένες, την πλημμελή ενημέρωση που είχαν κυβέρνηση και δημοσιογράφοι στον...καιρό!
"Καθ΄ όλην την ημέραν χθες ουδεμία νεωτέρα πληροφορία ανεκοινώθη υπό της κυβερνήσεως εν σχέσει προς την είσοδον του ελληνικού στρατού εις την Θεσσαλονίκην", έγραφε στις 27 Οκτωβρίου η εφημερίδα "Εμπρός" του Δ. Καλαποθάκη. Προσθέτοντας ότι "η έλλειψις αύτη πληροφοριών είναι λίαν εύλογος, όταν ληφθή υπ΄όψιν πόσον δύσκολα είναι τα μέσα της τηλεγραφικής συγκοινωνίας εις τας παρούσας στιγμάς και την ατμοσφαιρικήν κατάστασιν εκεί, ανάλογον βεβαίως προς την ιδικήν μας". Κι΄επειδή δεν υπήρχε ενημέρωση, η εφημερίδα προσπαθούσε να βγάλει συμπεράσματα για το πού βρίσκονταν τα ελληνικά στρατεύματα, βάσει εκτιμήσεων : "Πάντως όμως", έγραφε το "Εμπρός", "υπάρχει η βεβαιότης ότι χθες εισήλθον εις την Θεσσαλονίκην, αφού από της προχθές την φρούρησιν της πόλεως ανέλαβον δύο τάγματα ευζώνων". 1

Η ανακοίνωση του υπουργείου Στρατιωτικών, που εκδόθηκε στις 5 το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου ανέφερε: "Καθ΄ο τηλεγραφεί το τηλεγραφείον Γιδά προς το τηλεγραφείον του υπουργείου, η Α.Μ. ο Βασιλεύς ευρισκόμενος εν Γιδά έλαβε την μεσημβρίαν της σήμερον 26 Οκτωβρίου σημείωμα της Α.Β.Υψηλότητος του Διαδόχου, δι΄ου ηγγέλθη τη Α.Μ. η κατάληψις της Θεσσαλονίκης παρά του Ελληνικού στρατού. Η Α.Μ. δι΄ εκτάκτου αμαξοστοιχίας ανεχώρησεν εκ Γιδά εις την Θεσσαλονίκην". Αλλά εκείνη την ώρα βεβαίως, δεν είχαν εισέλθει ακόμη τα ελληνικά τμήματα στην πόλη, ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις με τον Ταχσίν πασά. Τι ακριβώς συνέβαινε λοιπόν; Δικαιολογημένα στην Αθήνα η κοινή γνώμη ήταν ανήσυχη.
"Εκτός του τηλεγραφήματος όπερ διεβιβάσθη εκ Γιδά, η κυβέρνησις άλλην επίσημον πληροφορίαν περί της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης δεν είχε, πληροφορίαν προερχομένην εκ του αρχηγείου του εν Μακεδονία στρατού", έγραφε στην πρώτη της σελίδα, στις 27 Οκτωβρίου η "Ακρόπολις". Συμπεραίνοντας ότι : "συνεπώς μη δυναμένη κι΄επισήμως να επιβεβαιώση την είδησιν η κυβέρνησις δεν εδέχθη και συγχαρητήρια επί τη καταλήψει της Μακεδονικής Μητροπόλεως". 2

Πολλές ώρες μετά την υπογραφή παράδοσης
Όπως προκύπτει και από τα αντίγραφα των εγγράφων, που διασώζονται στο αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών, ο Βενιζέλος ενημερώθηκε επισήμως με τηλεγράφημα από τον Κωνσταντίνο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης πολλές ώρες μετά την υπογραφή της παράδοσης. Το σχετικό τηλεγράφημα του διαδόχου προς τον πρωθυπουργό, που καταχωρήθηκε με αριθμό αφίξεως 187, φαίνεται ότι στάλθηκε από το τηλεγραφείο Θεσσαλονίκης στις 8 μ.μ. της 28ης Οκτωβρίου και αρχίζει ως εξής:
"Χθες παρεδόθη Θεσσαλονίκη και τουρκικός στρατός εις εμέ δια πρωτοκόλλου υπογραφέντος την 26 Οκτωβρίου και την 11 μ.μ., παρά αρχηγού τουρκικού στρατού και αντιπροσώπων μου". 3
Το επόμενο τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου προς τον Βενιζέλο, για ενημέρωση της κυβέρνησης σχετικά με τις κινήσεις του βουλγαρικού στρατού προς τη μακεδονική πρωτεύουσα, διαβιβάστηκε τρεις ώρες αργότερα, στις 11 μ.μ. της 28ης Οκτωβρίου 1912. Άγνωστο όμως γιατί καταχωρήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών με αριθμό αφίξεως 185. 55 Ενώ το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης από τον τουρκικό στρατό που είχε συνταχθεί στα γαλλικά, έφθασε στο υπουργείο Στρατιωτικών, στην Αθήνα, στις 12 το μεσημέρι της 30ης Οκτωβρίου 1912, 56 έξι περίπου ώρες αργότερα από το τηλεγράφημα του υποστράτηγου Πάλλη προς τον Πρωθυπουργό, με το οποίο τον ενημέρωνε για την άφιξη του Βασιλιά στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη. 4
Πού οφειλόταν αυτή η καθυστερημένη ενημέρωση της κυβέρνησης από τον Κωνσταντίνο για ένα υψίστης εθνικής σημασίας γεγονός, όπως ήταν η είσοδος των ελληνικών στρατευμάτων στη μακεδονική πρωτεύουσα; Μήπως στις δυσκολίες που υπήρχαν στις τηλεπικοινωνίες της εποχής ; ΄Η μήπως στην ψυχρότητα που είχε αρχίσει να δημιουργείται στις σχέσεις του πρωθυπουργού της χώρας με τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, λόγω ίσως και της επιτακτικότητας με την οποία ο Βενιζέλος ζητούσε από το διάδοχο να αλλάξει το αρχικό του σχέδιο και να βαδίσει κατά της Θεσσαλονίκης; Δεν αποκλείεται να φταίνε και τα δύο. ΄Ισως πάλι να συνέβαινε το δεύτερο, δεδομένου ότι, όπως σημειώνει ο Βεντήρης, "από της επομένης του Σαρανταπόρου, επήλθε διάστασις Κωνσταντίνου και Βενιζέλου". Ο ίδιος επισημαίνει παράλληλα ότι "η θριαμβευτική προέλασις εις την μητρόπολιν της Μακεδονίας συνωδεύετο από περιστατικά, τα οποία προανήγγελλαν περιπετείας, συμφοράς, εμφύλιον ανταγωνισμόν".
Πάντως, μπορεί από το τηλεγράφημα να προκύπτει ότι υπήρξε πολύωρη καθυστέρηση στην επίσημη ενημέρωση της κυβέρνησης για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, όμως η σχετική είδηση έφθασε στην πρωτεύουσα, λίγο μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης από τον Ταχσίν πασά, χάρη στην ευσυνειδησία ενός άγνωστου τηλεγραφητή μιας μικρής μακεδονικής κωμόπολης. Είδηση η οποία φαίνεται ότι είχε προκαλέσει αναστάτωση στην Αθήνα, δεδομένου ότι προερχόταν από ανεπίσημη πηγή.

Ένας ευσυνείδητος τηλεγραφητής

Σύμφωνα με ρεπορτάζ, που δημοσιεύθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1912 στον "Χρόνο" καθώς και σε άλλες αθηναϊκές εφημερίδες, το πρώτο ανεπίσημο τηλεγράφημα με το χαρμόσυνο νέο για την υπογραφή της συνθηκολόγησης των Τούρκων, εστάλη από τον τηλεγραφητή του τηλεγραφείου του Γιδά (Αλεξάνδρεια) Ημαθίας, ο οποίος στις 4.40 τα ξημερώματα της 27ης Οκτωβρίου κατόρθωσε να επικοινωνήσει με το τηλεγραφείο της Λάρισας, το οποίο στη συνέχεια αναμετέδωσε τη σχετική είδηση στην Αθήνα.
Μόλις ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος πληροφορήθηκε για το τηλεγράφημα αυτό, έσπευσε διά του τηλεγραφείου του Υπουργείου Στρατιωτικών να ζητήσει από τον τηλεγραφητή του Γιδά περισσότερες πληροφορίες.
"Τότε ο τηλεγραφητής Γιδά", σημείωνε ο "Χρόνος", "μετέδωσεν όλας τας πληροφορίας αι οποίαι μετεδόθησαν δια του πρώτου ανακοινωθέντος. ΄Οτι δηλαδή ο Βασιλεύς έλαβε περί την μεσημβρίαν σημείωμα του διαδόχου, αναγγέλοντος ότι κατελήφθη η Θεσσαλονίκη παρά των ελληνικών στρατευμάτων. Ο τηλεγραφητής Γιδά προσέθεσεν ότι ο Βασιλεύς δι εκτάκτου αμαξοστοιχίας αναχωρεί προς Θεσσαλονίκην. Την ανακοίνωσιν του τηλεγραφήματος τούτου επηκολούθησαν οι γνωστοί πανηγυρισμοί, τους οποίους εμετρίασεν η επιφυλακτικότης του πρωθυπουργού κ. Βενιζέλου, αρνηθέντος να δεχθή τα συγχαρητήρια της επιτροπής του Εμπορικού Συλλόγου, επί τω λόγω ότι εστερείτο επισήμου ειδήσεως, τηλεγραφήματος δηλαδή του διαδόχου ή του Βασιλέως περί καταλήψεως της Θεσσαλονίκης.
 >>Τηλεγράφημα δε τοιούτον δεν είχε ληφθή μέχρι του μεσονυκτίου, ότε ο κ. πρωθυπουργός ευλόγως ανησυχών ανεζήτησε και πάλιν τον τηλεγραφητήν Γιδά δια να επιβεβαιώση την είδησιν. Ο τελευταίος ούτος, δια μέσω του τηλεγραφείου Λαρίσης επληροφόρησε τον κ. Πρωθυπουργόν, εξηγών το πρώτον τηλεγράφημά του, ότι δεν υπήρχεν επίσημος είδησις περί καταλήψεως της Θεσσαλονίκης και ότι ο Βασιλεύς διενυκτέρευεν εν Γιδά". 6
Μετά από αυτό, προστίθεται στο ρεπορτάζ της εφημερίδας, ο Βενιζέλος ζήτησε να κληθεί εσπευσμένα στο υπουργείο Στρατιωτικών ο αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Βασιλέως, υποστράτηγος Πάλλης, από τον οποίο ζητήθηκαν εξηγήσεις για τις πληροφορίες του τηλεγραφητή της κωμόπολης Γιδά.
"Ο κ. Πάλλης", συνέχιζε το ρεπορτάζ του "Χρόνου", "έδωκεν εις τον κ. Πρωθυπουργόν τας πληροφορίας, αίτινες περί την 3ην πρωινήν ανεκοινώθησαν παρά της κυβερνήσεως. Κατά τας πληροφορίας ταύτας, ο βασιλεύς ειδοποιήθη πράγματι παρά του διαδόχου διά σημειώματος περί επικειμένης παραδόσεως της Θεσσαλονίκης και την πρωίαν της Παρασκευής (σ.σ. 27 Οκτωβρίου 1912) εξέδραμε σιδηροδρομικώς μέχρι του Αξιού, οπόθεν επέστρεψεν άπρακτος, μη κατορθώσας να μάθη τι σχετικόν περί της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης". 7

Το χαρμόσυνο νέο

Από την ίδια τέλος εφημερίδα, μαθαίνουμε ότι το τηλεγράφημα του αρχηγού του στρατιωτικού γραφείου του βασιλιά προς τον Βενιζέλο, με το οποίο ο πρωθυπουργός ενημερωνόταν από τον Πάλλη για το σημείωμα που ο διάδοχος είχε στείλει στο βασιλιά-πατέρα του, είχε διαβιβασθεί στις 8.20 το πρωϊ της 27ης Οκτωβρίου, παρελήφθη δε στις 1.15 το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Το σημείωμα με το οποίο ο αρχιστράτηγος έστελνε στον Γεώργιο το χαρμόσυνο νέο, έλεγε :

"Προς την Α.Μ. τον Βασιλέα.

Χθες την εσπέραν υπεγράφη εν Θεσσαλονίκη σύμβασις παραδόσεως του τουρκικού στρατού της πόλεως και του Καραμπουρνού. Ο τουρκικός στρατός δυνάμεως 25.000 ανδρών καταθέτει τα όπλα αποκαθιστάμενος αιχμάλωτος. Οι αξιωματικοί θα τηρήσωσι τα όπλα των παραμένοντες ελεύθεροι επί τω λόγω της τιμής αυτών, ότι δεν θα λάβωσι μέρος εις τον παρόντα πόλεμον.

Κωνσταντίνος Διάδοχος". 8

Χρειάσθηκε να περάσουν άλλες τριάντα ώρες μέχρι να φτάσει το τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου για την επίσημη ενημέρωση της κυβέρνησης και του ελληνικού λαού που αδημονούσε.

Αντίθετα, οι ξένοι ανταποκριτές που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη, φρόντισαν να πληροφορήσουν αμέσως τη διεθνή κοινή γνώμη για το μεγάλο γεγονός. Ξημερώματα της 27ης Οκτωβρίου έφθανε στις εφημερίδες της εποχής το ακόλουθο τηλεγράφημα του αυστριακού Πρακτορείου Ειδήσεων:

"ΒΙΕΝΝΗ, Σάββατον πρωίαν- Ταύτην την στιγμήν αγγέλεται ότι η Θεσσαλονίκη παραδοθείσα κατελήφθη υπό του Ελληνικού στρατού".

΄Εγραφε σχετικά με την είδηση αυτή η αθηναϊκή εφημερίδα "Εμπρός": "Το πρώτον τηλεγράφημα το αναγγείλαν οριστικώς την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης αφίκετο την πρωίαν εις το "Εμπρός" προερχόμενον εκ Βιέννης, το οποίον αποδεικνύει ότι εκεί είχον ενωρίτερον την πληροφορίαν διαβιβασθείσαν προφανώς δια του ασυρμάτου". Και η εφημερίδα, παραθέτοντας το σχετικό τηλεγράφημα, συμπλήρωνε: "Αλλ΄εννοείται ότι η έλλειψις αμέσως πληροφοριών εκ του στρατοπέδου και η επελθούσα σύγχυσις μάς κατέστησεν εν αρχή δυσπίστους, μέχρις ότου βραδύτερον έφθασαν και τα επίσημα τηλεγραφήματα". 9

Την είδηση για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, την έστειλαν οι ανταποκριτές των ξένων εφημερίδων και πρακτορείων ειδήσεων, μόλις είδαν τον πρώτο έλληνα αξιωματικό που εισήλθε στην πόλη, τον υπομοίραρχο Κωνσταντίνο Μανωλικίδη. Το γεγονός κατέγραψε ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης, σημειώνοντας σχετικά :

"Μεταξύ των πρώτων, κατέφθασαν ο ανταποκριτής των "Τάϊμς" Πράϊς και ο ανταποκριτής γαλλικών εφημερίδων Βεμπέρ, οι οποίοι μόλις αντίκρυσαν τον Έλληνα αξιωματικόν... δεν ήθελον τίποτε άλλο. Έσπευσαν τροχάδην εις το τηλεγραφείον διά να πληροφορήσουν τας εφημερίδας των, ότι ήδη κατελήφθη η Θεσσαλονίκη υπό του ελληνικού στρατού. Ακριβώς εις το γεγονός τούτο ωφείλετο και η υπό του ευρωπαϊκού Τύπου, από της πρωίας της 27ης Οκτωβρίου, αναγγελία με εξαστήλους τίτλους, ότι η Θεσσαλονίκη κατελήφθη υπό των Ελλήνων την εσπέραν της 26ης Οκτωβρίου. Και ούτω το παράτολμον αυτό εγχείρημα του Έλληνος υπομοιράρχου, μετά του μικρού αποσπάσματος Χωροφυλακής, έλαβε μεγίστην ιστορικήν και εθνικήν σημασίαν, διότι εθεωρήθη ως είσοδος ελληνικού στρατού και κατάληψις της Θεσσαλονίκης από της 26ης Οκτωβρίου ημέρας εορτασμού της μνήμης του μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου, προαιωνίου προστάτου της πόλεως!". 10

Σημειώσεις
1. Εφημερίδα "Εμπρός", 27 Οκτωβρίου 1912, αριθμ. φύλλου 5.755, σ. 6.
2. Εφημερίδα "Ακρόπολις", 27 Οκτωβρίου 1912, αριθμ. φύλλου 10.154, σ.1
3. ΑΥΕ/ΚΥ, φάκελος "Προξενείο Θεσσαλονίκης" 1912 ΣΤ΄,α.α.κ.,αριθ.αφίξεως187
4. ΑΥΕ/ΚΥ, φάκελος "Προξενείο Θεσσαλονίκης"1912 ΣΤ/ α.α.κ, αριθ. αφίξεως 185
5. στον ίδιο φάκελο, χειρόγραφο τηλεγράφημα χωρίς στοιχεία προέλευσης ή καταχώρησης.
6. στον ίδιο φάκελο, δακτυλογραφημένο τηλεγράφημα με την ένδειξη : "Εκ Θεσσαλονίκης. Ελήφθη 30-12-1912. Ωρα 5,45".
7. Γ. Βεντήρη, ο.π., σ.114.
8. Εφημερίδα "Χρόνος" 28 Οκτωβρίου 1912, σ.3
9. Στο ίδιο, σ. 3
10. Εφημερίδα "Εμπρός", σ. 3
11. στο ίδιο, σ. 4.
12. Απ. Δασκαλάκης, "Η είσοδος του πρώτου Ελληνος αξιωματικού εις Θεσσαλονίκην", Μακεδονική Ζωή, 1972, τεύχος 68, σ. 15.

Η Θεσσαλονίκη ελεύθερη !
Από τις 24 Οκτωβρίου 1912 ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να περνά τον ποταμό Αξιό και με βάση τη διαταγή επιχειρήσεων του Γενικού Στρατηγείου, που εκδόθηκε στις 25 Οκτωβρίου, ανέπτυξε τις δυνάμεις του για να επιτεθεί και να  καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Την ίδια ώρα, όπως είδαμε, ο Βενιζέλος στην Αθήνα αγωνιούσε και με τηλεγράφημά του, διαμαρτύρονταν ότι δεν είχε καμία πληροφορία για την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Χασάν Ταχσίν Πασάς
Στη Θεσσαλονίκη οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, βλέποντας την προέλαση του Ελληνικού Στρατού και θέλοντας να αποφευχθεί μία φονική και καταστροφική μάχη στις εισόδους της πόλης, φοβούμενοι για τα επακόλουθα, συναντούν τον στρατιωτικό διοικητή των τουρκικών στρατευμάτων, στρατηγό Χασάν Ταχσίν Πασά, και τον πείθουν να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες. Έτσι ο Τούρκος στρατηγός στέλνει με δύο αξιωματικούς του στις ελληνικές προφυλακές έγγραφο, στο οποίο αναφέρει ότι αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τον στρατηγό Σεφήκ Πασά και τους προξένους των μεγάλων Δυνάμεων, εξουσιοδοτήθηκε να διαπραγματευθεί με τον αρχηγό του Ελληνικού Στρατού. Την ίδια μέρα η αντιπροσωπεία έφτασε στο Τόψιν (Γέφυρα) όπου είχε μετακινηθεί το Γενικό Στρατηγείο και υποβάλλει στον Αρχιστράτηγο τους όρους που έθετε ο Ταχσίν Πασάς για την παράδοση. Ο κυριότερος όρος ήταν να διατηρήσει ο τουρκικός στρατός τον οπλισμό του και να συγκεντρωθεί στο Καραμπουρνού μέχρι το τέλος του πολέμου.
Ο Κωνσταντίνος απέρριψε τους όρους και έθεσε τους δικούς του, σύμφωνα με τους οποίους ο τουρκικός στρατός θα παρέδινε τον οπλισμό του, εκτός από τους αξιωματικούς που θα κρατούσαν τα ξίφη τους και θα θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου. Στην αντιπροσωπεία έδωσε προθεσμία για να απαντήσει μέχρι τις 06:00 της επομένης (26 Οκτωβρίου) και κατόπιν εξέδωσε διαταγή για να συνεχισθεί  την άλλη μέρα η κίνηση των μονάδων της Στρατιάς προς αποκλεισμό και περίσφιξη της Θεσσαλονίκης και οργάνωση επίθεσης προς κατάληψή της.
Την επομένη, η αντιπροσωπεία επανήλθε, αναφέροντας ότι ο Ταχσίν Πασάς αποδέχεται τον αφοπλισμό, αλλά ζητά να διατηρηθούν 5.000 όπλα για λόγους ασφαλείας και για την εκπαίδευση νεοσυλλέκτων. Ο Αρχιστράτηγος απορρίπτει και αυτούς τους όρους, επιμένοντας στην πλήρη αποδοχή των δικών του, δίνοντας παράλληλα τρίωρη προθεσμία για απάντηση.
Το πρωτόκολλο παράδοσης

Οι κινήσεις των Βουλγάρων
Εν τω μεταξύ, ο στρατός κινείται για να καταλάβει τις θέσεις εξόρμησης, οπότε η Ταξιαρχία Ιππικού που είχε μετακινηθεί στο αριστερό πλευρό της Στρατιάς, αναφέρει ότι σερβική φάλαγγα κινούνταν από το Γυναικόκαστρο προς Αποστόλους και, κατά πληροφορίες, πίσω της και σε απόσταση τριών ωρών, κινούνταν προς τη Θεσσαλονίκη μία βουλγαρική μεραρχία.
Στην Αθήνα η αγωνία κορυφώνονταν. Τα υπουργεία Εξωτερικών και Στρατιωτικών, με συνεχή τηλεγραφήματά τους ενημερώνουν το Γενικό Στρατηγείο για την πορεία των επιχειρήσεων των Συμμάχων και εκφράζουν φόβους για την ταυτόχρονη με τους Έλληνες, άφιξη των Βουλγάρων στη Θεσσαλονίκη.
Την ίδια ώρα, ο Ταχσίν Πασάς προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο, δηλώνει στους προξένους ότι επιμένει στον όρο να διατηρήσει τα 5.000 όπλα. Οι Πρόξενοι, διαβλέποντες κάποια τουρκική υστεροβουλία, του δηλώνουν ότι τον καθιστούν υπεύθυνο για τα επακόλουθα και ειδοποιούν τον Αρχιστράτηγο για τη στάση των Τούρκων.
Όμως η κύκλωση των τουρκικών δυνάμεων από τα ελληνικά στρατεύματα είχε γίνει όλο και πιο ασφυκτική και ο Ταχσίν Πασάς αντιλαμβανόμενος το μάταιο του αγώνα του, αποδέχεται τελικά τους ελληνικούς όρους και στέλνει μες έφιππο αξιωματικό στο Γενικό Στρατηγείο σχετική έγγραφη δήλωσή του.
Ενώ αυτά συμβαίνουν στη Θεσσαλονίκη, ο Κωνσταντίνος με επιστολή του προς τον Βούλγαρο στρατηγό Τεοντορόφ, διοικητή της βουλγαρικής μεραρχίας, του γνωρίζει ότι η Θεσσαλονίκη θα καταληφθεί μέχρι το βράδυ από τον ελληνικό στρατό και συνεπώς η βουλγαρική φάλαγγα θα μπορούσε να απαλλαγεί του κόπου να κινηθεί προς την πόλη και να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση.
Στις 19:00 της 26ης Οκτωβρίου, ο Αρχιστράτηγος έστειλε δύο αξιωματικούς, τους Β.Δούσμανη και Ι.Μεταξά ως εκπροσώπους του στο Στρατηγείο του Ταχσίν Πασά όπου και υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης. Συνολικά παραδόθηκαν 1.000 αξιωματικοί και 25.000 οπλίτες, ενώ 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα και άφθονο υλικό περιήλθε στα χέρια του ελληνικού στρατού.
Έτσι, έπειτα από 482 χρόνια σκλαβιάς, η Νύμφη του Θερμαϊκού ξαναγύριζε στην αγκαλιά της Μητέρας-Πατρίδας, ανήμερα της εορτής του προστάτη της Αγίου Δημητρίου.

Η υποδοχή του ελληνικού στρατού
Στις 11 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, ο διάδοχος Κωνσταντίνος με το επιτελείο του, μπήκε στη Θεσσαλονίκη επικεφαλής της Ι Μεραρχίας. Ο λαός υποδέχθηκε τους ελευθερωτές του με ξέφρενο ενθουσιασμό, ενώ το λιμάνι ήταν γεμάτο από σημαιοστολισμένα πλοία που είχαν καταφθάσει.
Το μεσημέρι, στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, τελέστηκε δοξολογία στην οποία παρέστη και ο υπουργός Δικαιοσύνης, Ρακτιβάν, που είψε φτάσει ατμοπλοϊκώς και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως ο πρώτος Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Στη συνέχεια, η Ι Μεραρχία παρέλασε προ του αρχιστρατήγου, υπό τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου πλήθους.
Ο σημαντικός ποιητής της Θεσσαλονίκης Γιώργος Βαφόπουλος, που γεννήθηκε στη Γευγελή το 1903 και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, διατηρούσε μέχρι το θάνατό του, 84 ολόκληρα χρόνια από τότε, ζωντανά στη μνήμη τα περιστατικά εκείνων των ημερών, όπως μας τα διηγήθηκε λίγο πριν πεθάνει:
«Όλοι μαζί στους δρόμους αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους κουρασμένους και λασπωμένους φαντάρους, τα απλά αυτά παιδιά της ελεύθερης Ελλάδας, που στη φαντασία των χθεσινών ραγιάδων είχαν πάρει διαστάσεις απίθανων ηρωικών μορφών». Για να προσθέσει ότι οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης είχαν γεμίσει από τα πεταγμένα φέσια των Ελλήνων.

Ταχσίν Πασάς: Ο σωτήρας της Θεσσαλονίκης
Το παρακάτω κείμενο για τον Χασάν Ταχσίν Πασά, τον άνθρωπο που παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στην Ελλάδα στις 26 Οκτωβρίου 1912, είναι απόσπασμα από το βιβλίο του δημοσιογράφου Χρίστου Κ. Χριστοδούλου με τίτλο «Οι τρεις ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εξάντας.
Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς είναι άγνωστος στους περισσότερους. Ακόμη κι εκείνοι που ξέρουν το όνομά του δεν γνωρίζουν τίποτε, ή σχεδόν τίποτε, για τη ζωή του. Κι όμως ο άνθρωπος αυτός υπήρξε «ο σωτήρας και ο ευεργέτης της Θεσσαλονίκης», κατά τη δίκαιη έκφραση του παλιού Σαλονικιού δημοσιογράφου Αλέκου Ωρολογά, που τον γνώριζε προσωπικά. Πραγματικά. Αυτός ο τίτλος τιμής, που δινόταν κάποτε στους επιφανείς Ρωμαίους αυτοκράτορες, ταιριάζει απόλυτα στον ξεχασμένο σήμερα Οθωμανό στρατηγό, που παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες εκείνο το κρύο και βροχερό Σάββατο, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου του 1912. 
Με την απόφασή του αυτή, τόσο ευτυχή για την Ελλάδα και τόσο μοιραία για την Οθωμανική αυτοκρατορία, άλλαξε ριζικά τον χάρτη -και την πολιτική ιστορία- των Βαλκανίων. Από τη στιγμή που υπέγραψε και έδωσε το πρωτόκολλο της παράδοσης της Θεσσαλονίκης στους νικητές Έλληνες και όχι στους συμμάχους τους Βούλγαρους, ο Χασάν Ταχσίν Πασάς όρισε την ετυμηγορία της ιστορίας όπως αποτυπώθηκε μέχρι σήμερα, στα 95 χρόνια που ακολούθησαν την 26η Οκτωβρίου 1912. Η Μακεδονία έγινε έκτοτε ελληνική. Η Ελλάδα διπλασιάστηκε. Η οθωμανική επικράτεια απώλεσε την κύρια ευρωπαϊκή της ενδοχώρα, προτού διαμελιστεί εν συνεχεία προς ανατολάς. Η Βουλγαρία και η Σερβία, οι Σλάβοι γενικά, έχασαν την ευκαιρία να «βγουν» στο Αιγαίο.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Ταυτόχρονα, ο άνθρωπος αυτός, που υπερασπίστηκε με σθένος, ικανότητα και εντιμότητα την οθωμανική πατρίδα του και τον σουλτάνο σε όλες τις περιπτώσεις όπου τον κάλεσε το στρατιωτικό του καθήκον (Κρήτη, Θεσσαλία, Κωνσταντινούπολη, Ήπειρο, Αλβανία, Συρία, Υεμένη), σπιλώθηκε με το στίγμα του προδότη και καταδικάστηκε «ερήμην εις θάνατον» από τους δικούς του.
Στα λίγα χρόνια που έζησε μετά το 1912 -περίοδο μεγάλης οδύνης για αυτόν- προσπάθησε να εξηγήσει σε εχθρούς και φίλους τους λόγους της ιστορικής στάσης που τήρησε, τα αίτια της ήττας του στρατού που διοικούσε και την απόφασή του να παραδώσει ακέραιη τη Θεσσαλονίκη, τους κατοίκους της και τον στρατό του στους Έλληνες.
Στην απόφασή του αυτή, απόφαση δύσκολη και πολυσήμαντη, έπαιξε ρόλο -όπως είπε σε μια συνέντευξή του- η άθλια κατάσταση του στρατού του, αλλά και η πεποίθησή του στην πολιτιστική ανωτερότητα του γένους των Ελλήνων, στην παιδεία των οποίων μετείχε από παιδί. Ήταν απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων. Λέγεται, αλλά χωρίς αποδείξεις, ότι ήταν παντρεμένος με εξισλαμισμένη Ελληνίδα και κατά τον Ηπειρώτη στρατηγό Λεωνίδα Σπαή «κατήγετο από ελληνική ρίζα, πράγμα το οποίον ο Πασάς άριστα εγνώριζε».
Ρόλο επίσης έπαιξε στην κρίσιμη απόφασή του και η επίμονη παρέμβαση των προξένων, του αρχιραβίνου, του μητροπολίτη και του σεΐχη της Θεσσαλονίκης προς αυτόν, ώστε να μην οδηγήσει την πόλη, τους κατοίκους της και τον στρατό του στην άσκοπη αιματοχυσία. Τέλος, ρόλο και μάλιστα τελεσίδικο έπαιξε η έκβαση των μαχών.

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ
Οι νικητές Έλληνες, μεθυσμένοι από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το μεγάλο, αναπάντεχο λάφυρο του Α' Βαλκανικού Πολέμου, δεν είχαν διάθεση να ακούσουν τις εξηγήσεις και τα αιτήματα του Οθωμανού στρατηγού. Και, εκτός λίγων εξαιρέσεων, δεν του αναγνώρισαν σχεδόν τίποτε. Οι ηττημένοι Οθωμανοί, υπό την εγκληματική τότε διοίκηση των Νεότουρκων της Κωνσταντινούπολης, τον διέγραψαν από τα κατάστιχα και τις επετηρίδες τους, παρότι με την παράδοσή του απέφυγε τη συμφορά της σφαγής και της καταστροφής. Διαφύλαξε έτσι τη ζωή και την τιμή των 30.000 ανδρών του και υπερασπίστηκε με σθένος τα δικαιώματα των μουσουλμάνων προσφύγων που συνέρεαν κατά χιλιάδες πανικόβλητοι στη Θεσσαλονίκη για να σωθούν από τα έκτροπα του Βαλκανικού πολέμου. Οι Βούλγαροι δεν του συγχώρησαν ποτέ τη μη αναγνώριση της επικυριαρχίας τους στη Θεσσαλονίκη.

Πάντως, αντίθετα με τις δάφνες του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου, ο Χασάν Ταχσίν Πασάς δεν υπήρξε μόνο ο μεγάλος ηττημένος, αλλά και η δραματικότερη φυσιογνωμία του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Με τη διάσπαση του μετώπου στα στενά του Σαρανταπόρου, που οι Γερμανοί σύμβουλοι του σουλτάνου θεωρούσαν απόρθητα, έγινε φανερό ότι τίποτε δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τη νικηφόρα προέλαση των ελληνικών δυνάμεων. Τίποτε όμως δεν συνεπαγόταν ότι αυτή η προέλαση θα ήταν τόσο ραγδαία, τόσο πετυχημένη και τόσο περιορισμένη σε απώλειες ανθρώπινου δυναμικού και διπλωματικών προστριβών για την Ελλάδα, αν ο Χασάν Ταχσίν Πασάς έκρινε ότι έπρεπε πάση θυσία να κρατήσει τις αμυντικές θέσεις του στρατού του ή να αντισταθεί μέχρις εσχάτων -όπως μπορούσε και όπως ήθελε- στην πολιορκία της Θεσσαλονίκης. Μπροστά στα ανυπέρβλητα στρατιωτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο στρατός του εξαιτίας τής διάλυσης, των μηχανορραφιών και της αλληλοϋπονόμευσης των Νεότουρκων, ο Χασάν Ταχσίν Πασάς (που δεν ανήκε σ' αυτούς) διάλεξε τελικά την οδυνηρή για έναν ανώτατο στρατιωτικό ηγέτη «λύση» της παράδοσης. Όχι όμως μια ατιμωτική παράδοση, αφού στον ίδιο και τους αξιωματικούς του επιτράπηκε από τους νικητές να φέρουν τα ξίφη τους και στους στρατιώτες του να διαπεραιωθούν σώοι και ασφαλείς στην Τουρκία με ελληνικά πλοία.

ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΣΤΟΣ
Στη συνέχεια έτυχε της προστασίας του ελληνικού κράτους και ειδικά του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο γνωριζόταν από την Κρήτη. Το δυσμενές όμως κλίμα που είχε διαμορφωθεί για τον Χασάν Ταχσίν Πασά ανάμεσα στους μουσουλμάνους της Θεσσαλονίκης, τους Βούλγαρους που λυμαίνονταν την πόλη έως τους πρώτους μήνες του 1913, αλλά και κάποιους υπερόπτες Έλληνες, υποχρέωσαν αυτόν τον ευεργέτη και σωτήρα της πόλης να φύγει στο εξωτερικό.

Αρχικά έζησε στη Γαλλία και εν συνεχεία στην Ελβετία. Πέθανε 73 χρονών το 1918 στη Λωζάνη, όπου έγινε και η πρώτη ταφή του. Το 1937 τα οστά του μεταφέρθηκαν στο αλβανικό νεκροταφείο της Τριανδρίας. Επρόκειτο για το τελευταίο απομεινάρι των παλιών μουσουλμανικών νεκροταφείων της Θεσσαλονίκης. Εκεί, στον οικογενειακό τάφο των Μεσαρέ, έγινε η δεύτερη ταφή του. Το 1983, το αλβανικό νεκροταφείο της Τριανδρίας «διαλύθηκε». Τα οστά του Χασάν Ταχσίν Πασά μεταφέρθηκαν στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου της Μαλακοπής, όπου παρέμειναν φυλαγμένα επί 23 χρόνια. Το 2006 έγινε η τρίτη ταφή του. Ο στρατηγός Χασάν Ταχσίν Πασάς, διοικητής της 8ης Στρατιάς του Αυτοκρατορικού Οθωμανικού Στρατού της Μακεδονίας, γόνος της ευγενούς αλβανικής δυναστείας των Μεσαρέ, τάφηκε με τιμές και αναπαύεται πλέον στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο των Βαλκανικών Πολέμων στη Γέφυρα (Τόψιν) της Θεσσαλονίκης, στην ίδια περιοχή όπου και το ιστορικό οίκημα στο οποίο υπογράφηκε από τον ίδιο η παράδοση της πόλης στον Ελληνικό Στρατό. Οι τρεις ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά ήταν ο επίλογος μιας πολυτάραχης πορείας, ακόμη και μετά θάνατον, που ξεκίνησε στη Μεσαρά της Νότιας Αλβανίας το 1845. Και τελείωσε -ουσιαστικά- στη Θεσσαλονίκη το 1912.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Αρκεί να σκεφτεί κανείς τι θα είχε συμβεί αν ο γεροστρατηγός είχε δώσει ένα αντίστοιχο πρωτόκολλο στους Βούλγαρους, ή αν αποφάσιζε να αμυνθεί στα περίχωρα της πόλης, ή αν παρέδιδε τη Θεσσαλονίκη στην πυρά και τη σφαγή.
Αν ο τίτλος του νικητή, του οραματιστή και του απελευθερωτή ανήκει στον Ελευθέριο Βενιζέλο και στον διάδοχο Κωνσταντίνο, τότε ο τίτλος και η τιμή του σωτήρα και ευεργέτη της πόλης ανήκει πράγματι στον Χασάν Ταχσίν Πασά. Για τον οποίο -ας σημειωθεί- οι νεότεροι ιστορικοί αναγνωρίζουν ότι υπήρξε άριστος στρατιωτικός και ότι, με τα δεδομένα που αντιμετώπισε, έπραξε το σωστό.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου