Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Η δολοφονία του Γιάννη Ζεύγου στη Θεσσαλονίκη

Ένα στυγερό πολιτικό έγκλημα πριν 65 χρόνια που είχε συνταράξει το Πανελλήνιο
του Σπύρου Κουζινόπουλου 
Συμπληρώθηκαν 65 χρόνια από την πολιτική δολοφονία, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, Γιάννη Ζεύγου, που υπήρξε ένα από τα τρία πιο στυγερά εγκλήματα στην περίοδο του Εμφυλίου πολέμου, μαζί με τις δολοφονίες του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά, την 1η Μαίου 1948 και του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, στις 16 Μαίου 1948.

Η εν ψυχρώ εκτέλεση του Ζεύγου, μέρα μεσημέρι, στον πιο πολυσύχναστο τότε δρόμο της πόλης, την οδό Αγίας Σοφίας, καταγράφτηκε στην ιστορία σαν η δεύτερη κατά σειρά στον κατάλογο αίματος των επτά συνολικά πολιτικών δολοφονιών οι οποίες συντάραξαν όχι μόνο τη Θεσσαλονίκη αλλά το πανελλήνιο και τη διεθνή κοινή γνώμη στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Κατάλογος που άνοιξε με τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ στις 16 Μαρτίου 1913, συνεχίστηκε με τις δολοφονίες του Ζεύγου και του Πολκ και κορυφώθηκε με τις δολοφονίες του Στέφανου Βελδεμίρη (1961), του Γρηγόρη Λαμπράκη (1963), του Γιάννη Χαλκίδη (1967) και του Γιώργη Τσαρουχά (1968).
Ποιός ήταν ο Γιάννης Ζεύγος
Ο Γιάννης Ζεύγος, που το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Ταλαγάνης, είχε γεννηθεί στη Δόριζα Αρκαδίας το 1897, δάσκαλος το επάγγελμα και είχε διατελέσει υπουργός Γεωργίας στην πρώτη μετακατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, του οποίου ήταν αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού του Γραφείου.
Στη Θεσσαλονίκη ο Ζεύγος είχε ανέβει τον Φεβρουάριο του 1947, μαζί με ένα κλιμάκιο του ΕΑΜ στο οποίο, εκτός από τον ίδιο, μετείχαν επίσης ο Γιώργης Σιάντος, ο Κώστας Γαβριηλίδης και ο Μιχάλης Κύρκος, για να καταθέσουν σε μία επιτροπή του ΟΗΕ, που βρισκόταν τότε στην πόλη μας, ερευνώντας για την κατάσταση που επικρατούσε στην ύπαιθρο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Τις μέρες που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, ο Ζεύγος δημοσίευσε στην τοπική εφημερίδα της αριστεράς «Αγωνιστής», στις 7 Μαρτίου 1947 ένα άρθρο του που είχε τον προφητικό τίτλο: «Όχι άλλο αίμα». Πού να ήξερε ότι εκείνες τις ίδιες μέρες σχεδίαζαν οι σκοτεινοί κύκλοι να χύσουν το δικό του αίμα.
Ήταν το πρωί της Πέμπτης 20 Μαρτίου. Ο Ζεύγος πήγε στα γραφεία του «Αγωνιστή», όπου έγραψε επιστολή προς την Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ, με στοιχεία για τις παραβιάσεις που γίνονταν από μέρους των αρχών και των παρακρατικών οργανώσεων.  Φεύγοντας από κει, κατευθύνθηκε στο οδοντιατρείο της Στάσας Κεφαλίδου και μετά τράβηξε για το εστιατόριο «Ελβετικό», όπου γευμάτιζε κάθε μεσημέρι. Η ώρα ήταν μία και δέκα.

Τέσσερις πυροβολισμοί
Ο κομμουνιστής ηγέτης κατέβαινε την οδό Αγίας Σοφίας για να μεταβεί στο ξενοδοχείο «Αστόρια», στη γωνία Τσιμισκή και Αγ. Σοφίας όπου διέμενε. Μόλις πέρασε την οδό Γεωργίου Σταύρου, μπροστά στην τότε κλινική Εξηντάρη, πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του ένας κοντόσωμος τύπος, κραδαίνοντας ένα περίστροφο. Το έστρεψε κατά πάνω του και πυροβόλησε τρεις φορές. Οι διερχόμενοι πολίτες είδαν τότε έντρομοι τον Ζεύγο να πέφτει αιμόφυρτος. Ο δολοφόνος τον πλησίασε, πυροβολώντας άλλη μία φορά για να τον αποτελειώσει και στη συνέχεια προσπάθησε να διαφύγει από την οδό Γ. Σταύρου και μετά τη Βασ. Ηρακλείου. Τον καταδίωξαν όμως και τον συνέλαβαν πολίτες και ένας χωροφύλακας στη διασταύρωση Αριστοτέλους με Τσιμισκή.

Ταξίδι στην Αργεντινή...
Ο δολοφόνος ήταν κάποιος Χρήστος Βλάχος, παλιός Ελασίτης που είχε κατέβει στην Ελλάδα από το Μπούλκες, αλλά πιάστηκε από τη Γενική Ασφάλεια κι ύστερα από πιέσεις δέχθηκε να ενταχθεί στην ομάδα εκτελεστών που είχαν αποστολή να δολοφονούν στελέχη της αριστεράς.
Ο Βλάχος, μετά τη δολοφονία, παραπέμφθηκε σε δίκη-παρωδία όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Γρήγορα όμως ανακοινώθηκε ότι  «δραπέτευσε» από τη φυλακή, έφυγε σαν κύριος από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Αργότερα παραφρόνησε, επέστρεψε στην Ελλάδα και για πολλά χρόνια έμεινε κλεισμένος στο ψυχιατρείο της Λέρου.

Οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας
Συνεργός του Βλάχου ήταν κάποιος Νίκος Σιδηρόπουλος, ο οποίος με επιστολή του στις εφημερίδες ανέφερε ότι η δολοφονία οργανώθηκε από την ΕΣΑ και το Α2 του Γ' Σώματος Στρατού, υπό την υψηλή εποπτεία του υπουργού Δημόσιας Τάξης, Ναπολέοντος Ζέρβα. Αποκάλυψε, επίσης, ότι το σχέδιο ήταν ευρύτερο, αφού περιελάμβανε και τις δολοφονίες των Γιάννη Πασαλίδη (μετέπειτα προέδρου της ΕΔΑ) και Αλέξανδρου Σακελλαρόπουλου (κατοπινού προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών).
Τον Σεπτέμβριο του 1981, κι ενώ βρισκόταν ακόμη στο ψυχιατρείο του Λέρου, ο Βλάχος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» αποκάλυψε το σχέδιο εκτέλεσης του Ζεύγου: «Εγώ δούλευα για την ελληνική και τη συμμαχική αντικατασκοπία, πολεμούσα τους κομμουνιστές και τους Τούρκους... Έτσι, εκτέλεσα και την εντολή που πήρα από τους ανωτέρους μου, να σκοτώσω τον Γιάννη Ζέβγο. Έπρεπε να υπακούσω. Η πατρίδα κινδύνευε, έπρεπε να την καθαρίσω από τους κομμουνιστές. Και τον Σουλτάνο του ΚΚΕ (εννοεί τον Ζαχαριάδη) έπρεπε να τον σκοτώσω».

H επιστολή Σιδηρόπουλου
Η επιστολή του Ν. Σιδηρόπουλου, που δημοσίευσε ο “Ριζοσπάστης” στις 3/4/1947, δεν αποκάλυψε μόνο τους πραγματικούς δολοφόνους του Γ. Ζέβγου και τους εμπνευστές του. Στην πραγματικότητα, αποτέλεσε και αποτελεί μια αναμφισβήτητη μαρτυρία του γενικότερου εγκληματικού και τρομοκρατικού οργίου, που μαζί οι διάφορες μοναρχοφασιστικές συμμορίες και ο κρατικός μηχανισμός των αγγλόδουλων κυβερνήσεων ασκούσαν σε βάρος των δημοκρατών πολιτών και ιδιαίτερα των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των κομμουνιστών. 

“Ονομάζομαι Νικόλαος Σιδηρόπουλος, είμαι ηλικίας 33 ετών και από το χωριό Αλιστράτη των Σερρών, επάγγελμα καπνοπαραγωγός. Επειδή γίνανε και γίνονται ορισμένα πράγματα ασυμβίβαστα με τη συνείδησή μου, παρακαλώ να δημοσιευτούν τα παρακάτω γραφόμενά μου.
Από τις 10/2/47, ήρθα στην Ελλάδα, φεύγοντας από τον τόπο της αυτοεξορίας μου “Μπούλκες” νοσταλγώντας την πατρίδα μου. Εδώ όμως μόλις ήλθα στη Θεσσαλονίκη μας παρέλαβε το Γ` Σώμα Στρατού και μας τοποθέτησε στην ΕΣΑ Βαρδαρίου. Εκεί στην αρχή μας πίεσαν εκβιάζοντάς μας να καταθέσουμε άσχετα με την αλήθεια και τη ζωή μας στο Μπούλκες.
Η ανάκριση γινότανε στο Γραφείο Α2, Γ` Σ. Στρατού. Στην ΕΣΑ ενώ μας περιόριζαν μέσα, μας έλεγαν να λέμε στον κόσμο ότι είμαστε ελεύθεροι. Παράλληλα μας έλεγαν αν δεν υπογράψουμε αυτά που μας λένε, δεν καθαρίζεται η θέση μας. Πρέπει να υπογράψετε, γιατί έτσι θα σώσουμε την Ελλάδα από τους Σλάβους.
Ο Κύρου μας μίλησε προτού αρχίσει τις εργασίες η Επιτροπή. Παιδιά εσείς θα σώσετε την Ελλάδα και θα έχετε ότι θέλετε από μας κλπ. Μας πλήρωναν, εκτός που τρώγαμε στην ΕΣΑ, το Γ` Σ. 10.000 χιλιάδες την ημέρα. Επίσης και εκτός του ημερομισθίου μας δίναν και συγκεντρωμένα χρήματα π.χ. εμένα μου δώσαν δυο φορές από 50 χιλιάδες. Το Γιώργη Ζαφίρη (μάρτυρας του Κύρου) είδα να του δίνουν δυο φορές, μια φορά 100 χιλιάδες και άλλη μια φορά 150 χιλιάδες. Εγώ δεν εξετάστηκα σαν μάρτυρας στον ΟΗΕ, αλλά υπάρχει η κατάθεσή μου που έγινε στο γραφείο Α2 Γ` Σ.Σ. όπως ήθελε ο Κύρου και μου την έφεραν ύστερα από τρεις μέρες στην ΕΣΑ και την υπόγραψα. Επίσης μου ζήτησαν και τους έκανα σχεδιάγραμμα του Μπούλκες. Ανακαλώ και διαψεύδω και τους άλλους ομοίους μου που εξετάστηκαν σα μάρτυρες της ελληνικής κυβερνήσεως μπροστά στον ΟΗΕ και συγκεκριμένα οι Αννίβας, Ζαφίρης, Βαλταδώρος, Σοβαλίκης…
 
Στις 10/3/47 μας γράψανε στις εθνικόφρονες οργανώσεις πρώτον εμένα… Την εγγραφή την έκανε ο δικηγόρος Καραγιάννης που φέρεται και σαν πρόεδρος. Αμέσως φρόντισε να μας οπλίσει με περίστροφα, πιστόλια, χειροβομβίδες. Εμένα με δώσαν ένα γερμανικό πλακέ. Στο Χρήστο Βλάχο ένα γκολτς στο Λάζαρο Τσαούση Ναγκάν… Στις 14/3 το Γ` Σ.Σ. ενέκρινε, όπως μου είπε ο Τσάκωνας να μας δώσει τον παραπάνω οπλισμό. Τα παραλάβαμε και μας τα έφερε ο Τσάκωνας και ο Βλάχος και μας τα μοίρασαν για να σκοτώσουμε το Ζέβγο, το δικηγόρο το Σακελαρόπουλο, το Δηλαβέρη και το γιατρό το Πασαλίδη. Μας είπαν ο Τσάκωνας και ο Βλάχος να μη φοβόμαστε από τους χωροφυλάκους, γιατί ό,τι θα κάνουμε είναι εις γνώσιν της Ασφάλειας και του Σώματος. Ζητήσαμε χρήματα και μας είπε ο Τσάκωνας να μη στενοχωριόμαστε, αρκεί να τελειώσουμε με το καλό τη δουλιά, (δηλαδή τους σκοτωμούς) και θα μας έχουν επάνου στα χέρια. Οσο για τα χρήματα, θα μας δώσει ο γενικός διοικητής Ροδόπουλος, όσα θέλουμε…

Στην παρακολούθηση του Ζέβγου, που γινόταν με επικεφαλής μας τον Τσάκωνα και το Βλάχο και με μας,… πήγαμε όλοι μαζί την Τρίτη 18/3/47 και παρακολουθήσαμε τον Ζέβγο, τον οποίο κανένας μας δεν εγνώριζε προσωπικά. Αλλά μας τον έδειξε τις προηγούμενες μέρες τμηματικά ο Μανώλης Κονιόρδος (βιομήχανος και της καταδιώξεως όπως έμαθα) που ερχόταν συχνά σε επαφή μαζί μας. Διαταγή είχαμε το Ζέβγο να τον σκοτώσουμε νύχτα και κρυφά μέσα στο ξενοδοχείο… Το βράδυ της ίδιας μέρας ώρα 8 μμ ο Ζέβγος πήγαινε για το ξενοδοχείο του. Δεν μπορέσαμε να του ρίξουμε κανείς από όλους γιατί είχε κόσμο…

...Την Πέμπτη το πρωί ήλθε ο Τσάκωνας ώρα 8.30 πμ και μας συγκέντρωσε και μας είπε να μείνουμε μέσα στην ΕΣΑ σε επιφυλακή. Ο Τσάκωνας πήρε τον Βλάχο και πήγαν στον υπουργό Ζέρβα. Οταν επέστρεψαν ήταν η ώρα 10.30 πμ. Με κάλεσαν ιδιαιτέρως εμένα και μου είπαν “τους βρήκαμε όλους μαζεμένους (Ζέρβα, κλπ) η δουλιά μας είναι εν τάξει. Είπαν να τον σκοτώσουμε ιδιαιτέρως το Ζέβγο, όπου τον βρούμε και όποια ώρα”…

…Με την πρώτη σφαίρα που δέχτηκε ο Ζέβγος γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε προς τα πίσω. Ο Βλάχος συνέχισε, έρριξε άλλες τρεις σφαίρες στην πλάτη του Ζέβγου, ο οποίος μόλις προχώρησε δυο βήματα έπεσε στην άκρη του τοίχου. Εμείς αμέσως φύγαμε σκορπισμένοι κι ένας – ένας συγκεντρωθήκαμε στην ΕΣΑ. Εκεί μάθαμε ότι ο Βλάχος πιάστηκε από την αστυνομία…
Από κει μας πήρε ο Τσάκωνας όλους πλην του Μπαϊπουλτίδη και πήγαμε στο Ε` τμήμα. Μόλις πήγαμε ένας ενωμοτάρχης ψηλός, μελαχρινός, γεμάτος, άνοιξε ένα παράθυρο που είναι προς το δρόμο της Εγνατίας και μας έδειξε το γραφείο του Σακελαρόπουλου, που φαινόταν πίσω απ’ την κόκκινη εκκλησία η γωνία του. Ο φόνος του Σακελαρόπουλου, θα γινόταν ως εξής: Θα μας ενίσχυε το Ε` τμήμα μ’ ένα αυτόματο, το οποίο μου είπε ο Τσάκωνας θα το πάρεις εσύ…
Ενώ όμως βρισκόμαστε στο Ε` τμήμα ήρθε κι ο βουλευτής Παπαδόπουλος του Κιλκίς (μου το πληροφόρησε ο Τσάκωνας), τον οποίο συνόδευε ένας άλλος. Κατόπιν από λίγα λεπτά της ώρας ήρθε ένας άλλος με στρατιωτική στολή και καλπάκι στο κεφάλι…
Εκεί ο Τσάκωνας μας είπε: “Παιδιά έχουμε διαταγή να αναβληθούν για δυο – τρεις μέρες οι εκτελέσεις”. Ο Καραγιάννης από κει μας είπε δυο – δυο να φύγουμε και να πάμε στην ΕΣΑ και να μη βγούμε έξω…

Δέχουμαι αυτά που λέω να τα καταθέσω και μπροστά σε οποιαδήποτε επιτροπή, αρκεί να υπάρχουν εγγυήσεις, πως δε θα πάθω τίποτε.
Ολα αυτά τα καταγγέλλω μπροστά στον ελληνικό λαό για να μάθει την αλήθεια και δε δέχθηκα να γίνω εγκληματίας.

Σας στέλνω και μια φωτογραφία μου, που είμαι με ένα της ΕΣΑ, απάνου στη μοτοσικλέτα. Αυτά για την αλήθεια και ακρίβεια.

Με εκτίμησιν
Νικόλαος Σιδηρόπουλος”
Πως παραπλάνησαν τη γυναίκα του Ζεύγου
Η σύζυγος του δολοφονημένου ηγέτη της αριστεράς, Καίτη Ζεύγου, μόλις πληροφορήθηκε για το θάνατο του συζύγου της, πήρε αεροπλάνο και ανέβηκε το άλλο πρωί στη Θεσσαλονίκη. Κανείς όμως δεν ήταν στο αεροδρόμιο για να την παραλάβει. Γεμάτη ερωτηματικά πήρε το λεωφορείο για να πάει προς το κέντρο της πόλης. Σε μια στιγμή, ένας επιβάτης την πλησίασε με δειλό χαμόγελο:
- Με συγχωρείτε, είστε η Καίτη Ζεύγου;
Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της κι ο "άγνωστος" την πληροφόρησε ότι η σορός του συζύγου της βρισκόταν στο νεκροταφείο κι αν ήθελε να πάει εκεί, της υπέδειξε σε ποια στάση θα κατέβαινε. Ο επιβάτης ήταν άνθρωπος της Ασφάλειας κι όλα ήταν προσχεδιασμένα. Η Καίτη βρήκε τον Ζεύγο μέσα σ' ένα άδειο νεκροθάλαμο, εγκαταλειμμένο, χωρίς ούτε ένα λουλούδι στο φέρετρο, χωρίς ούτε ένα κερί... Δεν θυμόταν πόση ώρα έμεινε εκεί, θρηνώντας τον αγαπημένο της σύντροφο. Ύστερα βγήκε στους δρόμους και ρώτησε διάφορους περαστικούς πού βρίσκονταν να γραφεία του ΕΑΜ. Στα μάτια όλων διάβαζε την έκπληξη και τον φόβο. Ήταν σαν να της έλεγαν: "Τον μπελά σου ζητάς;". Όταν κάποτε έφτασε, τα γραφεία ήταν άδεια. Μόνο δυο κλητήρες υπήρχαν και τους παρακάλεσε να τρέξουν να ειδοποιήσουν κάποιο σημαντικό Εαμικό παράγοντα. 
Σε λίγο έφτασε ο Γιάννης Πασαλίδης (ηγέτης του ΣΚΕ και αργότερα πρόεδρος της ΕΔΑ). Έκπληκτος ο Πασαλίδης της είπε ότι την περίμεναν μαζί με συγγενείς της στο πρακτορείο της αεροπορικής εταιρείας κι όταν είδαν ότι το λεωφορείοι έφθασε χωρίς αυτήν, νόμισαν ότι δεν είχε έλθει. Ήταν φανερό ότι ο "ευγενικός" συνεπιβάτης που την πληροφόρησε πού βρισκόταν η σορός του Ζεύγου ήταν χαφιές της Ασφάλειας και ήθελε να την παραπλανήσει για να μη συναντήσει τους εκπροσώπους του ΕΑΜ. Η Καίτη σκέφθηκε να μεταφερθεί η σορός στην Αθήνα, όπου δεν ίσχυε το Γ΄ Ψήφισμα, ώστε η κηδεία να μεταβληθεί σε εκδήλωση διαμαρτυρίας για την κυβερνητική τρομοκρατία. Ο Πασαλίδης όμως ήταν βέβαιος ότι οι αρχές της Θεσσαλονίκης δεν θα το επέτρεπαν. 

Ο Κ.Ροδόπουλος... αναπαυόταν
Άδικα η παλιά αγωνίστρια άρχισε ένα μαραθώνιο τρέχοντας στον αστυνομικό διευθυντή Ξανθόπουλο, στους εισαγγελείς Τρικαίο και Τσούμπη, στον αντεισαγγελέα Πετρόπουλο, στον νομάρχη, στον ίδιο τον Ζέρβα που δεν την δέχτηκε και στον Κ. Ροδόπουλο (τον μετέπειτα πρόεδρο Βουλής) που δήλωσε ότι... "αναπαυόταν" και δεν μπορούσε να διακόψει τον ύπνο του για να ακούσει το αίτημά της! Όταν διεπίστωσε ότι οι αρχές δεν έδιναν άδεια για μεταφορά της σορού στην Αθήνα, επενέβη ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο οποίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ροδόπουλο, ζητώντας αναβολή μιας μέρας για την κηδεία, προκειμένου να ανέβουν στη συμπρωτεύουσα οι εκπρόσωποι όλης της αριστεράς. Ούτε αυτό δέχτηκε ο Ροδόπουλος και δήλωσε κυνικά:
- Ή έρχεστε αμέσως ή τον κατεβάζουμε στον τάφο εμείς...
"Δικαιολογήθηκε" μάλιστα, ότι αυτό ήταν θέμα "αστυνομικό" και δεν ήθελε να "παρέμβει" στις δικαιοδοσίες των "αστυνομικών αρχών"!
Στο ρεπορτάζ του "Ριζοσπάστη" διαβάζουμε: "Η εκφορά του νεκρού Γιάννη Ζεύγου από το νεκροστάσιο του νεκροταφείου της Ευαγγελιστρίας έγινε στις 2 και 10. Η γυναίκα του αξέχαστου αγωνιστή, που όλο το πρωί είχε κατορθώσει να συγκρατηθεί, έκλαιγε με λυγμούς. Πλάι του τιναζότανε από αναφιλητά η μικρή του κόρη. Η χήρα του Ζεύγου τον φίλησε κλαίγοντας...".
Όλη η αστυνομία ήταν σ' επιφυλακή και το νεκροταφείο ήταν τριγυρισμένο από χαφιέδες και αστυφύλακες. Την άλλη μέρα κι άλλοι από την Αθήνα. Πάνω από τον τάφο του Ζεύγου μαζεύτηκαν, εκτός από τη χήρα και την κόρη του Ρωξάνη, ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Κώστας Καραγιώργης, ο Γιάννης Πασαλίδης κι αρκετός κόσμος. Ο Κώστας Καραγιώργης, διευθυντής τότε του "Ριζοσπάστη", κατέθεσε στεφάνι εκ μέρους της Κ.Ε. του ΚΚΕ, και με δυνατή φωνή είπε: "Σύντροφε Ζεύγο, εκ μέρους της Κ.Ε. του κόμματός μας και του "Ριζοσπάστη", που ήσουνα τόσο πολύτιμος συνεργάτης, σου φέρνουμε τον τελευταίο χαιρετισμό. Δεν μας άφησαν να σε δούμε πριν ταφείς. Το μίσος των εχτρών του λαού σε κυνήγησε κι έπειτα από τον άδικο χαμό σου. Σε χάσαμε από τις γραμμές των συντρόφων του κόμματός μας. Του κόμματος, που έδωσες την αλύγιστη δράση σου, το βαθύ μυαλό σου, την ευγένεια του χαρακτήρα σου. Ένα τελευταίο άρθρο είχε τον τίτλο "Όχι άλλο αίμα". Και το 'γραψες με το δικό σου το αίμα το άρθρο αυτό. Και το υπέγραψες με τη ζωή σου την ίδια. Σε αποχαιρετούμε σ. Ζεύγο, μεγάλε αγωνιστή. Ήσουν άξιος ηγέτης του κόμματός μας και όλου του λαού μας. Θα μείνουμε πιστοί στο καθήκον μας και στο μεγάλο παράδειγμα της επαναστατικής σου ζωής, που τη στεφάνωσε ο μαρτυρικός θάνατος...".
Όταν γύρισαν από το νεκροταφείο ο Μήτσος Παρτσαλίδης αποκάλυψε στη χήρα του αγωνιστή: "Είχαμε πάρει την απόφαση να τηλεγραφήσουμε στον Ζεύγο να πάει στην Καβάλα. Φοβηθήκαμε όμως γι' αυτόν, γιατί τα πράγματα ήταν εκεί πιο άγρια, και το αφήσαμε...".
Λίγο αργότερα στην Αθήνα η Καίτη Ζεύγου, με τη βοήθεια του δικηγόρου Γερ. Βασιλάτου, υπέβαλε μήνυση κατά του υπουργού Δημ. Τάξης Ναπ. Ζέρβα για ηθική αυτουργία στην υπόθεση της δολοφονίας του συζύγου της. Ο ανακριτής όμως έριξε τον σχετικό φάκελο στις ελληνικές καλένδες...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου