Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Τι γοητεύει τους ξένους επισκέπτες της Θεσσαλονίκης

Σχεδόν ένας στους δύο επισκέπτες της Θεσσαλονίκης, έρχεται και ξανάρχεται, γιατί η προσωπικότητα της πόλης τον γοητεύει, κι ας διαπιστώνει κάθε χρόνο τα ίδια προβλήματα: έλλειψη καθαριότητας και πρασίνου, προβληματικές συγκοινωνίες, όπως αναφέρεται σε ένα ενδιαφέρον ρεπορτάζ της Σοφίας Χριστοφορίδου που δημοσιεύεται στην εφημερίδα Μακεδονία..

Μέχρι το 2010 πολλοί ξένοι δεν είχαν ακούσει ποτέ τη λέξη «Θεσσαλονίκη», ώστε να κάνουν την πρώτη κίνηση και να την αναζητήσουν στο Google. Μέσα σε πέντε χρόνια όχι μόνο την γκούγκλισαν αλλά και την επισκέφτηκαν χιλιάδες τουρίστες. Πέρσι πραγματοποιήθηκαν 700 χιλιάδες περισσότερες διανυκτερεύσεις σε σχέση με το 2010, ενώ από τότε μέχρι σήμερα τριπλασιάστηκαν οι ξένοι που διαμένουν στα ξενοδοχεία της πόλης. Το καλύτερο;
Σχεδόν ένας στους τρεις (30%) επισκέφτηκε την πόλη το 2015 έπειτα από πρόταση συγγενών και φίλων, ενώ πάνω από τους μισούς (το 53% όσων ταξίδευσαν για αναψυχή και το 62% όσων ήρθαν για επαγγελματικούς λόγους) είχαν ξανάρθει και τους άρεσε. Μάλιστα, για τους περισσότερους η πόλη αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ καλύτερη από ό,τι περίμεναν (78% όσων ταξίδευσαν για αναψυχή και 65% για δουλειά). Οι ταξιδιώτες επιλέγουν τη Θεσσαλονίκη κυρίως για την «προσωπικότητά» της (49%) και το γαστρονομικό της ενδιαφέρον (42%) και δευτερευόντως για τους αρχαιολογικούς της χώρους (34%) ή την αγορά της (32%) -ένδειξη ότι η πόλη εδραιώνει ένα brand-name ως προορισμός… καλοπέρασης. Σημειωτέον ότι αυτή η εικόνα δεν έχει αλλάξει τα τελευταία πέντε χρόνια.
Ομοίως δεν έχει αλλάξει και η αξιολόγηση των τουριστών για τα δυνατά σημεία της πόλης και για όσα δεν τους ικανοποιούν. Την καλύτερη βαθμολογία (πάνω από 8,5 με άριστα το 10) βάζουν οι επισκέπτες της Θεσσαλονίκης στη συμπεριφορά των κατοίκων, τη διασκέδαση/αναψυχή και την κουλτούρα, ενώ κατηγορίες όπως μέσα μαζικής μεταφοράς, καθαριότητα, ηχορύπανση και ρύπανση βρίσκονται διαχρονικά στις τελευταίες κατηγορίες της αξιολόγησης. Κάτω από τη βάση, που θεωρείται το 7, το 2015 έβαλαν οι ταξιδιώτες αναψυχής/δουλειάς (κατ’ αντιστοιχία):
- Για την ατμοσφαιρική ρύπανση (6,5 έναντι 6,6).
- Για την ηχορύπανση (6,5 έναντι 6,7).
- Για την καθαριότητα στους δημόσιους χώρους (6,6 προς 6,7).
- Για το πράσινο (6,8 έναντι 6,5).
- Για τα μέσα μαζικής μεταφοράς (6,8 έναντι 6,9).
Οριακά προβληματική είναι επίσης η πληροφόρηση και η σηματοδότηση, η ασφάλεια στην πόλη και η πρόσβαση από το αεροδρόμιο.
Ποιος ξοδεύει πόσα,
Τι του αρέσει και τι όχι
Εκτός από τα έξοδα του ταξιδιού (ξενοδοχείο, εισιτήρια) ο κάθε ταξιδιώτης ξοδεύει καθημερινά κατά μέσο όρο 63 ευρώ αν είναι επισκέπτης αναψυχής και 75 ευρώ αν ήρθε για δουλειά. Από αυτά τα ποσά 21 - 25 ευρώ ημερησίως δαπανώνται για αγορές, 17 - 20 ευρώ σε εστιατόρια και καφέ και 13 - 18 ευρώ για τις μετακινήσεις εντός πόλης. Παρόλο που ειδικά για τους ταξιδιώτες αναψυχής το ενδιαφέρον εμπορικό κέντρο είναι ένας από τους λόγους που επέλεξαν τη Θεσσαλονίκη για το ταξίδι τους (32%) δεν είναι ικανοποιημένοι από το ωράριο, καθώς τέσσερις στους δέκα θα ήθελαν η αγορά να λειτουργεί και τις Κυριακές.
Από τις κύριες τουριστικές αγορές της Θεσσαλονίκης αυτοί που ξοδεύουν τα λιγότερα είναι οι Έλληνες, τους οποίους ξεπερνούν ακόμα και επισκέπτες από χώρες με χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο.
Ο Έλληνας ξοδεύει 58 ευρώ ημερησίως, μένει 4 βράδια και το 42% λέει ότι η οικονομική κρίση ελάχιστα επηρέασε το ταξίδι του. Στις πρώτες τρεις θέσεις του «βάθρου» του βάζει τη διασκέδαση, τα ξενοδοχεία και τα καφέ μπαρ της πόλης και στις τελευταίες το πράσινο, την ηχορύπανση και την ατμοσφαιρική ρύπανση. Πάντως το 67% είχε καλύτερη εμπειρία από τις προσδοκίες του.
Ο Σέρβος επισκέπτης ξοδεύει 70 ευρώ την ημέρα και κάνει κατά μέσο όρο 3,4 διανυκτερεύσεις. Δίνει τη υψηλότερη βαθμολογία στα ξενοδοχεία, την αγορά και τα εστιατόρια της πόλης και χαμηλότερη στα μέσα μαζικής μεταφοράς, την ατμοσφαιρική ρύπανση και την ηχορύπανση. Τρεις στους τέσσερις είχαν καλύτερη εμπειρία από αυτήν που προσδοκούσαν αρχικά
Ο κύπριος τουρίστας ξοδεύει 73 ευρώ τη μέρα και κάνει 4,2 διανυκτερεύσεις. Φεύγει ικανοποιημένος από τα καφέ μπαρ, τη διασκέδαση και τα ξενοδοχεία της πόλης, αλλά δεν έχει τις καλύτερες εντυπώσεις για τη δημόσια καθαριότητα, την ηχορύπανση και την ατμοσφαιρική ρύπανση, αν και για το 55% το ταξίδι ξεπέρασε τις προσδοκίες του.
Ο Bούλγαρος επισκέπτης ξοδεύει 75 ευρώ τη μέρα και μένει 3,5 βραδιές κατά μέσο όρο. Ικανοποιείται από τα καφέ μπαρ, τη διασκέδαση και τη διαμονή του στα ξενοδοχεία της πόλης (εξάλλου ο Νο 1 λόγος για την επιλογή του είναι το γαστρονομικό ενδιαφέρον της πόλης) όχι όμως και από τα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, δημόσιας καθαριότητας και ηχορύπανσης αλλά το 60% είχε πολύ καλύτερη εμπειρία από τις προσδοκίες του.
Ο ρουμάνος τουρίστας ξοδεύει 76 ευρώ τη μέρα, μένει 2,8 βραδιές κατά μέσο όρο και φεύγει με τις καλύτερες εντυπώσεις για τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και την κουλτούρα της πόλης και με τις χειρότερες για τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τη δημόσια καθαριότητα και την πρόσβαση από το αεροδρόμιο στην πόλη. Παρ’ όλα αυτά για το 61% η εμπειρία του ταξιδιού ήταν καλύτερη από αυτό που προσδοκούσε.
Ο τούρκος ξοδεύει 84 ευρώ τη μέρα και κάνει 3,1 διανυκτερεύσεις κατά μέσο όρο. Δίνει την καλύτερη βαθμολογία στα εστιατόρια, την κουλτούρα και τη διασκέδαση και τη χειρότερη στις συγκοινωνίες, την ατμοσφαιρική ρύπανση και την ηχορύπανση, αλλά για το 68% το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη ήταν ανώτερο των προσδοκιών του.
Ο γερμανός τουρίστας ξοδεύει 88 ευρώ τη μέρα, μένει 3,7 βράδια κατά μέσο όρο και επιβραβεύει την πόλη για τη συμπεριφορά των κατοίκων της, τα ξενοδοχεία και την κουλτούρα, ενώ αντιθέτως βάζει χαμηλή βαθμολογία στις συγκοινωνίες, την καθαριότητα και τα πάρκα. Για δύο στους τρεις το ταξίδι ήταν ανώτερο των προσδοκιών που είχαν.
Ο αμερικανός τουρίστας δαπανά 96 ευρώ την ημέρα, κάνει 4,6 διανυκτερεύσεις, απολαμβάνει την κουλτούρα, τα καφέ μπαρ και τα ξενοδοχεία της πόλης, ενώ φεύγει δυσαρεστημένος από την ηχορύπανση, τη δημόσια καθαριότητα και την έλλειψη πρασίνου. Παρ’ όλα αυτά δύο στους τρεις γυρίζουν με καλύτερες εντυπώσεις από αυτό περίμεναν.
Ο ρώσος τουρίστας ξοδεύει 101 ευρώ την ημέρα και κάνει 4,6 διανυκτερεύσεις κατά μέσο όρο. Εντυπωσιάζεται από την κουλτούρα (στο νο 1 από τους λόγους επίσκεψης στην πόλη είναι οι αρχαιολογικοί χώροι και το πολιτιστικό ενδιαφέρον) αλλά και τα ξενοδοχεία και τα καφέ μπαρ, δίνει χαμηλή βαθμολογία στο σιδηροδρομικό σταθμό, την ηχορύπανση, την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η έρευνα είναι της gbr consulting για λογαριασμό της ΕΞΘ.

Αύξηση 35% στις διανυκτερεύσεις
Το 2010 τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης κατέγραψαν 1,3 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις επισκεπτών, εκ των οποίων μόνο οι 300 χιλιάδες προήλθαν από ξένους τουρίστες. Πέντε χρόνια μετά, το 2015, οι διανυκτερεύσεις ξεπέρασαν τα 2 εκατομμύρια, εκ των οποίων οι 900 χιλιάδες ήταν από ξένους. Μέσα σε μια πενταετία δηλαδή καταγράφηκε αύξηση 35% στις διανυκτερεύσεις.
Το 2010 τρεις στους τέσσερις επισκέπτες ήταν Έλληνες, που έρχονταν στην πόλη κατά κανόνα για δουλειά. Σταδιακά, λόγω της κρίσης αλλά και της ανάδειξης της νέας τουριστικής ταυτότητας της Θεσσαλονίκης, έχει αλλάξει αρδην. Πλέον το 52% είναι Έλληνες και 48% ξένοι. Το 2015 στην πρώτη τριάδα των ξένων τουριστών ήταν οι Κύπριοι, οι Τούρκοι και οι Αμερικανοί. Η πλειονότητα στους ταξιδιώτες αναψυχής είναι 18 - 30 ετών (42%) και ακολουθεί η ομάδα 30-50 ετών (36%), ενώ όσοι έρχονται για δουλειά είναι κυρίως άνω των 30 (47%).
Όλα αυτά συνέβησαν χάρη σε έναν «βομβαρδισμό» του έξω κόσμου για την ύπαρξη της Θεσσαλονίκης. Ο καταλύτης για να «δέσει» αυτή η χημική αντίδραση ήταν ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης με τα συνεχή ταξίδια του και τις πολυάριθμες συνεντεύξεις τους σε ΜΜΕ διεθνούς εμβέλειας, αλλά και την εξωστρεφή πολιτική που ακολούθησε (βλ. σελ. 44). Από κοντά και η Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης (ΕΞΘ) με τη στοχευμένη συμμετοχή της σε τουριστικές εκθέσεις. Δεν ήταν όλα εύκολα σε αυτήν την πορεία. Ο τουρισμός έγινε πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ φορέων και πολιτικών της πόλης, για το ποιος πρέπει να πιστωθεί τις επιτυχίες και ποιος να χρεωθεί τα σφάλματα στη χάραξη τουριστικής πολιτικής. Όλοι αναγνωρίζουν, σχεδόν μονότονα, την ανάγκη για συνεργασία, μόνο που ο καθένας την εννοεί με διαφορετικό τρόπο.
Ευτυχώς για την πόλη η εσωτερική φαγωμάρα περί τον τουρισμό δεν ανέκοψε το ρεύμα των επισκεπτών. Όχι μόνο αυξάνεται ο αριθμός τους χρόνο με το χρόνο αλλά και η ικανοποίησή τους. Το 2010 το 89% των επισκεπτών θα σύστηνε τη Θεσσαλονίκη ως προορισμό, ενώ πέντε χρόνια μετά το ποσοστό αυτό έφτασε το 94%, όπως προκύπτει από τις ετήσιες έρευνες της ΕΞΘ.

Πίνακας
Έτος   Διανυκτερεύσεις*    Αλλοδαποί
2015        2.010.111               877.448
2014        1.902.259               823.687
2013        1.647.300               694.701
2012        1.570.345               704.488
2011        1.504.850               558.514
2010        1.315.126               296.680
Πηγή: Ετήσια Δελτία Εθνικοτήτων ΕΞΘ
*Για το πεντάμηνο του 2016 καταγράφεται αύξηση 3% στην πληρότητα

Προβολή: Ανύπαρκτη στο ίντερνετ
Το ότι η πλειονότητα επισκέπτεται την πόλη είτε γιατί άκουσε καλές συστάσεις από φίλους είτε γιατί είχε ξανάρθει και του άρεσε έχει διπλή ανάγνωση: από τη μια καταγράφει την ικανοποίηση και την πιστότητα των επισκεπτών, από την άλλη όμως δείχνει ότι υπάρχουν τεράστια περιθώρια για την περαιτέρω προβολή του προορισμού, αφού το διαδίκτυο, που είναι το Νο 1 κανάλι τουριστικού μάρκετιγκ παγκοσμίως, επηρέασε την επιλογή μόλις ενός από τους έξι επισκέπτες (18%) της πόλης. Αλλά και όσοι έψαξαν στο ίντερνετ ελάχιστα ασχολήθηκαν με τις επίσημες σελίδες φορέων όπως ο ΕΟΤ (visitgreece.gr 3%) και ο ΣΕΤΕ (discovergreece.com 7%), πολύ λιγότερο δε από το site του Οργανισμού Τουριστικής Προβολής Θεσσαλονίκης (thessaloniki.travel 7%), το οποίο είναι υπό αναβάθμιση. Όσο για το verymacedonia.gr της περιφέρειας Κ. Μακεδονίας δεν καταγράφεται καν ως εύρημα στην έρευνα. Αντιθέτως, για την προετοιμασία του ταξιδιού σημαντικό ρόλο παίζουν site όπως το tripadvisor και τα κοινωνικά δίκτυα.
Το Νο 1 αξιοθέατο της Θεσσαλονίκης είναι η παραλία της, την οποία επισκέπτονται πάνω από έξι στους δέκα επισκέπτες αναψυχής, ενώ και οι μισοί από όσους ήρθαν για κάποιο συνέδριο ή εμπορική έκθεση ξέκλεψαν λίγο χρόνο για μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα. Ακολουθούν στην κατάταξη ο Λευκός Πύργος, τα Κάστρα, ο Άγιος Δημήτριος και μόλις στην 5η θέση το αρχαιολογικό μουσείο και ακολούθως το βυζαντινό μουσείο, η Ροτόντα, το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Μουσείο Ατατούρκ και το Εβραϊκό Μουσείο. Το 58% των ταξιδιωτών αναψυχής και το 46% όσων ήρθαν στην πόλη για δουλειά θεωρεί ότι τα αξιοθέατα πρέπει να λειτουργούν καθημερινά 8 το πρωί με 8 το βράδυ αλλά και τα Σαββατοκύριακα. Περίπου ένας στους πέντε έχει επισκεφτεί ή θα ήθελε να παρακολουθήσει κάποια παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής, ενώ σχεδόν 17% ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει κάποια παράσταση του ΚΘΒΕ. Το Νο 1 αξιοθέατο για τους Έλληνες, τους Βουλγάρους και τους Γερμανούς είναι η παραλία, για τους Κύπριους η Άνω Πόλη, για τους Τούρκους το Μουσείο Ατατούρκ, για τους Αμερικανούς και τους Σέρβους ο Λευκός Πύργος, για τους Ρουμάνους ο ναός Αγίου Δημητρίου και για τους Ρώσους το Αρχαιολογικό Μουσείο.


Δημοσιεύτηκε στη “Μακεδονία της Κυριακής”  την Κυριακή 03 Ιουλίου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου