Από τους κομμουνιστές που θυσιάστηκαν από τους Ναζί την Πρωτομαγιά του 1944
του Πάνου Κουργιώτη
Ο Δημήτρης Κουριώτης, θείος του πατέρα μου και αδελφός του
παππού μου ήταν ένας εκ των 200. Ευτυχώς, χάρη σε αυτόν τον ήρωα, την ιστορία
του οποίου μου διηγήθηκαν οι παλαιότεροι, σιγουρεύτηκα ότι σαν οικογένεια
βρεθήκαμε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας».
Ο σύντομος, εντούτοις πολυκύμαντος, βίος του (1914-1944)
συνοψίζει από πολλές απόψεις την ιστορία ενός μεγάλου μέρους των Ελλήνων που
βίωσαν την προσφυγιά, τις αντιξοότητες της εγκατάστασης στην μητέρα-πατρίδα,
την κοινωνική και πολιτική δραστηριοποίηση για ένα καλύτερο μέλλον, τις
διώξεις, την φυλακή, και τέλος, την κοπή του νήματος της ζωής τους στο άνθος
της ηλικίας τους.
Η καταγωγή των γονιών του ήταν από το Κουρί της Βιθυνίας
στην βορειοδυτική Μικρά Ασία, τοπωνύμιο που επιβιώνει στη σύγχρονη τουρκική ως
Koru, που σημαίνει μικρό δάσος. Οι ίδιοι, ή πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν κατά
την ύστερη οθωμανική περίοδο, επί Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ (1876-1909) στην
κοντινή Κίο εξ ου και ονομάστηκαν από τους εκεί κατοίκους «Κουριώτες» και
φέρουν έκτοτε το επώνυμο αυτό.
Από εύπορη οικογένεια
Από τις μαρτυρίες της οικογένειας προκύπτει ότι επρόκειτο
για εύπορη οικογένεια της αστικής τάξης των Οθωμανών Ελλήνων. Είχαν ξενοδοχείο
και μάλιστα είχαν ανοίξει και δεύτερο στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός ενδεικτικό
ότι «είχαν καλά τον καιρό τους», όπως έλεγε η γιαγιά μου και νύφη της
προγιαγιάς Ρεγγίνας και μητέρας του Δημήτρη.
Ο Δημήτρης γεννήθηκε στο περιβάλλον αυτό το 1914 και ο
αδελφός του Παναγιώτης το 1917. Έφτασαν στην Ελλάδα μόνο με την μητέρα τους
Ρεγγίνα με την καταστροφή του ‘22, καθώς ο πατέρας τους, Βασίλης, απεβίωσε
κάπου μέσα σε στην πενταετία (1917-22). Ας σημειωθεί, ότι δεν έφυγαν με τον
κύριο όγκο των υπόλοιπων κατοίκων της Κίου, που θα ίδρυαν τη Νέα Κίο στο νομό
Αργολίδας, αλλά τηρούσαν στάση αναμονής, μήπως σταθεροποιούνταν η κατάσταση και
βελτιώνονταν τα πράγματα. Ωστόσο, όπως ξέρουμε αυτό δε συνέβη ποτέ.
Όταν έφτασαν οι δυνάμεις του Κεμάλ προ των πυλών της Κίου, η
Ρεγγίνα πήρε τα παιδιά της που παίζανε στην παραλία και επιβιβάστηκε σε ένα
καράβι που σάλπαρε εκείνη τη στιγμή για Θεσσαλονίκη. Όπως μου διηγήθηκε ο
παππούς Παναγιώτης "φορούσα μόνο ένα παπούτσι, όταν με άρπαξε η μάνα μου
να με βάλει στο καράβι".
Στη Θεσσαλονίκη η Ρεγγίνα είχε έναν ξάδερφο, τον Μίμη
Κουργιώτη, φωτογράφο επί της Εγνατίας (στο ύψος της Κολόμβου), που τους
φιλοξένησε προσωρινά. Κατά το έθιμο και την ισχύουσα κοινωνική πρακτική της
εποχής, οι χήρες που έφταναν από τη Μικρά Ασία νυμφεύονταν μέσω προξενιού με
ντόπιους Έλληνες. Η προγιαγιά μου Ρεγγίνα ήταν αυτό που λέμε αρχοντογυναίκα,
δεν γνώριζε τουρκικά, και μιλούσε στην καθαρεύουσα. Μάλιστα, όπως μας
διηγούνταν η γιαγιά μου και ο παππούς μου, την κορόιδευαν τα παιδιά του χωριού,
που βρέθηκε νύφη, επειδή μιλούσε περίεργα κι έλεγε «τας όρνιθας» και «τας
φωλεάς», όταν τα μάλωνε που πείραζαν τις κότες.
Ο σύζυγος που της βρήκαν ήταν και αυτός χήρος με ένα παιδί
από το Ζαγκλιβέρι (σύνορα νομών Θεσαλονίκης - Χαλκιδικής). Δέχτηκε να
παντρευτεί την μικρασιάτισσα υπό έναν όρο: να φέρει μόνο το ένα της παιδί. Και
έτσι επέλεξε τον Παναγιώτη, που ήταν ο μικρότερος, και άφησε τον Δημήτρη με τον
θείο του στη Θεσσαλονίκη. Όλα αυτά συνέβαιναν κάπου μέσα στη δεκαετία του ’20.
«Ωρίμασε» πολιτικά στη Θεσσαλονίκη
Έτσι λοιπόν, ο Δημήτρης ανδρώνεται και ωριμάζει πολιτικά στη
Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου όπου βιώνει εκ του σύνεγγυς όλα τα γεγονότα που
συγκλόνισαν την ιστορία της πόλης και ολόκληρης της χώρας. Κάπου μέσα σε αυτό
διάστημα αν και δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, εντάχθηκε στο ΚΚΕ όπου ανέπτυξε
ενεργό πολιτική δράση.
Μάλιστα, αναφέρεται ως στέλεχος και όχι απλό μέλος στους
καταλόγους των εκτελεσθέντων που είδαν το φως της δημοσιότητας. Αυτή ήταν η ζωή
του Δημήτρη, όταν ήρθε ο Αύγουστος του 1936 με την επιβολή της δικτατορίας του
Μεταξά, όπου φυσικά το ΚΚΕ τέθηκε εκτός νόμου και τα στελέχη και μέλη του
πέρασαν στην παρανομία και διώκονταν. Μετά από δύο χρόνια παράνομης πολιτικής
δράσης, ο Δημήτρης συνελήφθη τον Αύγουστο του 1938 στη Θεσσαλονίκη και
μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία. Ήταν μόλις 24 ετών.
Ο φόβος μιας νέας στοχοποίησης
Από το διάστημα του εγκλεισμού του και μέχρι την έλευση των
Γερμανών και την παράδοση των κρατουμένων από το απερχόμενο καθεστώς στις
ναζιστικές κατοχικές αρχές, διαθέτουμε τα μοναδικά και τελευταία τεκμήρια για
τις συνθήκες κράτησής του από την αλληλογραφία με την μητέρα του. Ο πατέρας μου
Δημήτρης, που πήρε το όνομα του θείου του τιμής ένεκεν, αναφέρει ότι τη
δεκαετία του ‘60 η οικογένειά του είχε στην κατοχή της τα γράμματα αυτά, τα
οποία ωστόσο κατέστρεψε στη συνέχεια η γιαγιά μου, όταν εγκαταστάθηκαν στην
πόλη, εξαιτίας του φόβου μιας νέας στοχοποίησης από τη χούντα που είχε στο
μεταξύ καταλάβει την εξουσία. Όπως μου ανέφερε ο πατέρας μου, όταν ο ίδιος ήταν
παιδί ο μαρκαδόρος της λογοκρισίας είχε πλέον ξεθωριάσει και του εξήρε το
ενδιαφέρον η ανάγνωση των λογοκριμένων γραμμών από το καθεστώς Μεταξά. Μεταξύ
όσων διάβασε και του έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η άρνηση του Δημήτρη να
υπογράψει τη δήλωση μετανοίας με αντάλλαγμα την ελευθερία του, παρά τις
συνεχείς εκκλήσεις της μητέρας του Ρεγγίνας. Ο πατέρας μου ανακαλεί στη μνήμη
τις εξής χαρακτηριστικές γραμμές: «μάνα, αν είναι να μου ζητήσεις και πάλι να
υπογράψω μη μου ξανά στείλεις».
Αρνείται το Μεταξικό καθεστώς να πολεμήσουν οι κομμουνιστές στο Μέτωπο
Και κάπως έτσι φτάσαμε στον Οκτώβριο του 1940 και στο
ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, με τους έγκλειστους κομμουνιστές να ζητούν
να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή και το καθεστώς Μεταξά να απελευθερώνει τους
ποινικούς κρατουμένους για να τους στείλει στο μέτωπο ως αναλώσιμους, αλλά όχι
τους πολιτικούς που παρέμεναν στις φυλακές και τους τόπους εξορίας. Από τότε,
διεκόπη κάθε επαφή με τον Δημήτρη και η οικογένειά μας δεν θα άκουγε τίποτα
ξανά για αυτόν μέχρι και την πρωτομαγιά του 1944. Η υπόλοιπη ιστορία είναι λίγο
πολύ γνωστή με την παράδοσή των Ακροναυπλιωτών στους Γερμανούς, τη μεταφορά
τους στο Χαϊδάρι κι εν συνεχεία την εκτέλεσή τους στην Καισαριανή. Ήταν 30 ετών
και αναφέρεται ως ο εκτελεσθείς νούμερο 84 στους καταλόγους που έχουν
κυκλοφορήσει.
Η διαχείριση της μνήμης
Όμως τι σημασία έχουν όλα αυτά σήμερα και τι μπορούν να μας
μάθουν, 82 χρόνια μετά; Με αφορμή τους 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής,
εγείρονται στον δημόσιο λόγο κρίσιμα ζητήματα που αφορούν στην ίδια την
ταυτότητα του μεταπολιτευτικού ελληνικού πολιτικού συστήματος και των
ιδεολογικών του επιλογών. Πρόκειται προπαντός για τη διαχείριση της μνήμης μιας
εξαιρετικά ευαίσθητης περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως είναι η
δεκαετία ’40, στο πλαίσιο του επίσημου πατριωτικού αφηγήματος περί εθνικής
ενότητας, όπως αυτό αναπαράγεται εδώ και δεκαετίες και της αφήγησής της από
τους εθνικούς κρατικούς μηχανισμούς, όπως είναι τα σχολεία κ.α.
Κατ’ αρχάς, η αμηχανία, διστακτικότητα ή/και άρνηση της
ελληνικής κυβέρνησης να αναγνωρίσει τους 200 ως κομμουνιστές και η τάση του
«επίσημου κράτους» και των φωνών που ευθυγραμμίζονται μαζί του να τους
απογυμνώσουν από την πολιτικό-ιδεολογική τους ταυτότητα, εμμένοντας στο σκέτο
«Έλληνες» ή «πατριώτες», λες και ο όρος «κομμουνιστής» είναι ασύμβατος με αυτόν
του «Έλληνα» ή του «πατριώτη», υποκρύπτει έναν βαθύτερο αντικομουνισμό που
χρήζει ερμηνείας.
Τα πρώτα θύματα του αντικομμουνισμού
Οι 200 δεν αποτέλεσαν απλώς τα πρώτα θύματα του αντικομουνισμού στην Ελλάδα μόνο όταν θα παραδίνονταν στους ναζί δημίους τους, όπως αναφέρει ο μελετητής-ιστορικός, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, αλλά φαίνεται πως παραμένουν ακόμα και μετά θάνατον, τώρα που για πρώτη φορά τίθεται μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της αποκατάστασης της μνήμης τους.
Ο αντικομουνισμός αυτός
με τη σειρά του είναι εύκολο να εξηγηθεί, καθώς συντρέχουν οι ίδιοι λόγοι για
τους οποίους έχει καθιερωθεί στην χώρα μας, συνιστώντας ευρωπαϊκή πρωτοτυπία, ο
εορτασμός της έναρξης του πολέμου αντί του τερματισμού του και της ήττας των
κατακτητών: η ανάγκη αποσιώπησης ή υποβάθμισης της δυσάρεστης αλήθειας ότι
πρώτον, το ΚΚΕ βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της εθνικής αντίστασης και της
απελευθέρωσης της χώρας και δεύτερον, ότι παρά τις προσπάθειες να παρουσιαστεί
το καθεστώς Μεταξά ως πατριωτικό και το ΟΧΙ και το έπος του ’40 ως υπόθεση όλων
των Ελλήνων, φαίνεται πως κάποιοι έμειναν πίσω, όχι γιατί δεν ήθελαν να
πολεμήσουν ή δείλιασαν, αλλά γιατί πολλοί απλά δεν θεωρούνταν "αληθινό
κομμάτι του έθνους".
Τα διδάγματα εκείνης της εποχής
Κλείνοντας αυτό το σύντομο επιμνημόσυνο άρθρο, δεν μπορώ να
κρύψω την αισιοδοξία μου καθώς βλέπω ότι η αναθέρμανση της συζήτησης για τους
200 και την ηρωική θυσία τους φαίνεται να αγγίζει νεότερες γενιές που για καιρό
υπήρξαν απαθείς ή αποκομμένες από τα μεγάλα διακυβεύματα και τα διδάγματα της
εποχής εκείνης. Σε μια εποχή ξεπλύματος του ναζισμού και του φασισμού και
προσπαθειών αναθεώρησης της «συμβατικής» ιστορίας εν γένει, η γνώση των
πεπραγμένων του φασιστικού καθεστώτος του Μεταξά και του γενοκτονικού χαρακτήρα
της ναζιστικής κατοχής αποτελεί την μεγαλύτερη δικαίωση για τους νεκρούς μας.
Να σημειώσω τέλος, ότι η συζήτηση περί της ανάγκης σύστασης μουσείου εθνικής
αντίστασης είναι παραπλανητική για τους λόγους που ανέφερα παραπάνω, καθώς
εξυπηρετεί την προπαγάνδα της μη διασάλευσης της εθνικής ενότητας. Ως εκ
τούτου, οι φωτογραφίες μετά την ανάκτησή τους πρέπει να διατεθούν στο φυσικό
τους περιβάλλον που δεν είναι άλλο από το ιστορικό αρχείο του ΚΚΕ και το ήδη
υπάρχον μουσείο εθνικής αντίστασης που λειτουργεί στον χώρο του σκοπευτηρίου
στον δήμο Καισαριανής.
Ο Πάνος Κουργιώτης, είναι Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος
Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του ΠΑΜΑΚ




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.