Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Η διαφορά μεταξύ βουλευτών, περιφερειαρχών και δημάρχων

του Σπύρου Βούγια, συγκοινωνιολόγου
Με αφορμή τον τραγέλαφο των κομματικών υποψηφιοτήτων της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ και τα ευτράπελα επακόλουθά τους στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, αλλά και αλλού, αξίζει τον κόπο να σχολιάσουμε τις διαφορές ανάμεσα στα πολιτικά αξιώματα και τις απαιτήσεις τους. Γιατί κάθε δημόσια θέση απαιτεί εντελώς ξεχωριστά και ιδιαίτερα προσόντα από τους διάφορους υποψηφίους, για να καλυφθεί επαρκώς.

Ο βουλευτής, για παράδειγμα, δε χρειάζεται να διαθέτει υποχρεωτικά κανένα τυπικό ή ουσιαστικό προσόν, ούτε υφίσταται κάποια αξιολόγηση ή άλλη δοκιμασία, από τη στιγμή βέβαια που έχει κατορθώσει να εκλεγεί. Εκπροσωπεί τον εαυτό του, εργάζεται κατά βούληση (από εξοντωτικά έως καθόλου) και δε λογοδοτεί για την απόδοσή του στα κομματικά όργανα ή τους ψηφοφόρους του. Στηρίζει υποχρεωτικά όλες τις κομματικές επιλογές και ασχολείται αποκλειστικά σχεδόν με την προετοιμασία της επανεκλογής του, διατηρώντας επαφή με την εκλογική του πελατεία και τα τοπικά ΜΜΕ. Γι' αυτό και ο αριθμός τους πρέπει άμεσα να μειωθεί σε 200, να εκλέγονται σε μικρές (ακόμη και μονοεδρικές) περιφέρειες, ώστε να ελέγχονται συνεχώς από τούς πολίτες, η παρουσία τους στην ολομέλεια και τις επιτροπές της Βουλής να είναι άμισθη και υποχρεωτική και να διαθέτουν ελευθερία της γνώμης και της ψήφου τους, ώστε να κρίνονται ατομικά γι' αυτές. Ωσπου να γίνουν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, μπορούμε να συνεχίσουμε να εκλέγουμε για τη Βουλή «λαμπερά» πρόσωπα (αθλητές, ηθοποιούς, δημοσιογράφους ή φωνακλάδες τρόφιμους των τηλεοπτικών πάνελ).
Ο αιρετός περιφερειάρχης, από την άλλη πλευρά, είναι ένας νέος θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης με σημαντικές αρμοδιότητες στη διαχείριση και την αξιοποίηση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων και κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη κάθε περιοχής. Απαλλαγμένος από τα προβλήματα της καθημερινότητας (με τα οποία ασχολούνται οι δήμαρχοι) αλλά και από την απόλυτη κυβερνητική εξάρτηση (ως δημοκρατικά εκλεγμένος), κινείται ανάμεσα στο μακρινό κράτος και την μικρή τοπική κλίμακα, ρυθμίζοντας ισορροπίες, διανέμοντας κονδύλια και αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των διαφόρων νομών της περιφέρειάς του. Πρόκειται προφανώς για περισσότερο πολιτική θέση, που δικαιολογεί (εν μέρει) κομματικές επιλογές, απαιτεί όμως ταυτόχρονα τεχνοκρατική επάρκεια, εντιμότητα και διοικητική εμπειρία που αποκλείει γραφικές, πρόχειρες ή ρηχές υποψηφιότητες.
Ο δήμαρχος, τέλος, όπως επαναλαμβάνω μονότονα κάθε εβδομάδα, είναι ο εκφραστής των ονείρων των κατοίκων της πόλης του. Ενας οραματιστής δήμαρχος μπορεί να αλλάξει την ποιότητα και την εικόνα της καθημερινής ζωής, να αποκαταστήσει την αυτοπεποίθηση και την αυτογνωσία της πόλης και να την εντάξει με τις παρεμβάσεις του στο χάρτη των σημαντικών κέντρων με ακτινοβολία στην ευρύτερη περιοχή τους. Από την επόμενη κιόλας ημέρα των δημοτικών εκλογών και για μια ολόκληρη πενταετία, οι πολίτες υφίστανται υποχρεωτικά τις θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις της επιλογής τους για τη διοίκηση του δήμου. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι προσβλητικό (για το θεσμό και τις ίδιες τς πόλεις) ακόμη και να αναφέρονται τα ονόματα κάποιων πιθανών υποψηφίων που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να ανταποκριθούν στις αυξημένες και σύνθετες απαιτήσεις αυτού του αξιώματος. Σε τελευταία ανάλυση, αν επιμένουν, ας θέσουν υποψηφιότητα για βουλευτές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου