Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Η πρωτόφαντη άνοιξη της Θεσσαλονίκης

του Γεράσιμου Μιχ. Δώσσα*
«Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο. / Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού/ λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη. Ολα/ ωραία και μεγάλα φωτισμένα», λέει ο Καβάφης στο ολιγόστιχο ποίημά του «Θάλασσα του πρωϊού», ξεπερνώντας μαζί με τη βαθυπύθμενη εσωστρέφειά του και τις αδυναμίες της γενικής πτώσης στη δημοτική. Η ανοιξιάτικη ευδία στις αρχές της εβδομάδας ήταν μια τέτοια πρόκληση και πρόσκληση.

Να σταθούμε μπροστά στην ομορφιά της άνοιξης που έρχεται κι από μακριά ακόμη μας στέλνει τα πρώτα της μηνύματα - κι ας δυσφορήσει ο Κουτσοφλέβαρος κι ο Μάρτης ο παλουκοκαύτης. Να ιδούμε κι εμείς «τη φύσι λίγο», όχι ξεχνώντας εντελώς, αλλά παραμερίζοντας προς στιγμήν τα πολλά και τα δύσκολα προβλήματα που έχουμε όλοι μας κι η χώρα μαζί μας.
Στις παρυφές της Θεσσαλονίκης, στον περιφερειακό πάνω από το Καυταντζόγλειο, στη γέφυρα της δυτικής εισόδου από κάτω, στους κάθετους δρόμους της Καλαμαριάς προς το «παλατάκι», στις πλαγιές της περιφερειακής τάφρου μπορεί να δει ο περιπατητής τα πρώτα μπουμπούκια στις αμυγδαλιές να ανοίγουν και τα πρώτα τολμηρά λουλούδια τους να ξεπροβάλλουν, αγνοώντας με θανάσιμη αθωότητα τις επελάσεις του Βαρδάρη.
Ομως οι επαναλαμβανόμενες Αλκυονίδες του φετινού χειμώνα και η - κατά τα άλλα ευεργετική - καλωσυνάτη συμπεριφορά του, μέχρι τώρα τουλάχιστον, χωρίς τις αγριάδες του στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Αμερική, προκαλούν σκεπτικισμό. Δίνουν στους σταυροφόρους της Οικολογίας, αλλά και σε πολλούς επιστήμονες, νέα επιχειρήματα για τις διαπιστώσεις (ή προβλέψεις) τους που «διηγούνται» όχι μόνο «δόξαν Θεού», αλλά και την επερχόμενη οικολογική συντέλεια.
Πολύ επιφυλακτικός ο γράφων μπροστά στα μαντεύματα αυτά -χωρίς να αμφισβητεί τις καλές προθέσεις των μάντεων- είχε την ευκαιρία να αναπολήσει, χάρις στη λιακάδα της περασμένης Τρίτης, καταστάσεις του μακρινού παρελθόντος, που συνηγορούν για το γεγονός ότι τα «γυρίσματα» του καιρού -όχι των καιρών- ακολουθούν προαιώνιους κανόνες και οι ποιοτικές μεταβολές τους δεν αρκεί να μετρηθούν με τα κριτήρια της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά πρέπει να υπολογίζεται και ο ρυθμός των γεωλογικών αιώνων.
Την αναπόληση παρακίνησε και η εύρεση κειμένου του γράφοντος, που είχε δημοσιευθεί τέτοιον καιρό (12 Φεβρουαρίου) πριν από 57 χρόνια (1957), με τη μορφή χρνογραφήματος και με τον τίτλο «Κυριακάτικα» στον ιστορικό «Ελληνικό Βορρά» της Θεσσαλονίκης. Και ιδού πώς άρχιζε, σαν να ήταν γραμμένο την αντίστοιχη ημερομηνία του 2014:
«Κυριακή, Φεβρουαρίου δέκα. Ενας ήλιος απίστευτος! Μια ζεστούλα απίθανη! Ο κόσμος ξεχύθηκε στην παραλία και σουλατσαίρνει πέρα-δώθε, αργά και μεθοδικά»… Η συνέχεια δε θα είχε άλλο ενδιαφέρον, αν δεν περιλάμβανε και κάποια στιγμιότυπα που μας μεταφέρουν σε μια «εποχή ηθών» διαφορετικών από τη σημερινή, αλλά και σε μια «εποχή καταστάσεων» που μοιάζουν με τη σημερινή. Το πρώτο:
«Νεαρός κύριος και νεαρά δεσποινίς πραγματοποιούν τον πρώτο τους περίπατο σαν αρραβωνιασμένοι. Το αντιλαμβάνεσαι αμέσως από το περπάτημά τους, απ' το καμάρι της δεσποινίδος, απ' τη δυσφορία του νεαρού κι από άλλα τινά. Σε απόσταση δύο βημάτων ακολουθεί ο λόχος προστασίας. Επικεφαλής ο διοπτροφόρος πατήρ και έπονται σε τάξιν Μακεδονικής Φάλαγγος η μήτηρ, οι αδελφοί, οι μεγαλύτερες αδελφές και τα ξαδέλφια…». Το δεύτερο:
«Κόσμος φεύγει, κόσμος έρχεται. Ενα πιτσιρικάκι ίσαμε επτά ετών, με βαθουλωμένα μεγάλα μαύρα μάτια, κρατεί στο χέρι 5-10 καπέλα αποκριάτικα και μιμείται τον έμπορο: -«Πάρτε, κύριοι! Η χαρά των παιδιών σας…». Ψέμα: Δεν τον μιμείται. Είναι έμπορος. Κατέβηκε από τη μακρινή συνοικία με 5-10 καπέλα, κατέβηκε το σοβαρό παιδί, το λεπτοκαμωμένο, το λιανοκόκαλο, το αδύνατο και διαλαλεί με βραχνή και σαν πριονισμένη φωνή το εμπόρευμά του: …-«Πάρτε, κύριοι! Η χαρά των παιδιών σας»… - Παιδί μου! Γιόκα μου! Δεν είσαι συ για να πουλάς τη χαρά των παιδιών. Εσύ είσαι για να τη χαίρεσαι…».
Δεν είναι λοιπόν πρωτόφαντη η πρώιμη άφιξη των μαντατοφόρων της φετινής άνοιξης στη Θεσσαλονίκη. Χωρίς να ξέρουμε τι μας περιμένει ακόμη -στους υπόλοιπους μήνες, μέχρι το Μάιο των εκλογών- από πλευράς καιρικών φαινομένων, κι αφού κάναμε την επισταθμία μας για «να δούμε κι εμείς την φύσι λίγο», είμαστε όλοι έτοιμοι να γυρίσουμε στις σκέψεις και τους προβληματισμούς που μας κυκλώνουν από πλευράς οικονομικών και πολιτικών φαινομένων. Είναι όλα δύσκολα, ούτε συζήτηση. Ομως το μήνυμα της άνοιξης, ας συνδυασθεί και με λίγη αισιοδοξία.
Οχι προπαγάνδες! Απλώς η διαπίστωση: Ναι, πιάσαμε πάτο, αλλά συγχρόνως αρχίσαμε να πατάμε σε στερεό έδαφος. Δεν έχει άλλο βούλιαγμα. Χέρι με χέρι μπορούμε να βγούμε από το βάλτο. Με αλληλεγγύη στους πιο ανήμπορους. Και με παράδειγμα τις δύσκολες ανηφόρες που τις περπατήσαμε σε άλλους καιρούς, ασύγκριτα πιο δύσκολους. Κι επειδή οι μέρες με τον ήλιο έφεραν την αναπόληση της άνοιξης, να και μια αναπόληση από τον βαρύτατο χειμώνα της πατρίδας - τα χρόνια της Κατοχής:
«Χειμώνας του '42. Αποσπασματική ανάμνηση: Ξεκίνημα παγωμένα χαράματα, για να κόψουν δέντρα στο δάσος, να φέρουν ξύλα, να οικονομηθούν. Αυτός και η μάνα του. Ηταν ένα φεγγάρι σ' αυτόν το διάφανο ουρανό, ήταν μια ανέγγιχτη σιωπή σ' αυτήν την αυλή, σ' αυτόν τον κόσμο. Σοβάρευε το ορφανό παιδί κι έδινε στη μάνα του κουράγιο. Τόσες οκάδες κριθάρι, τόσες οκάδες φακή. Εχουμε ακόμα. Θα κάνουμε σμιγάδι και τα βελανίδια. Θα βγάλουμε κι αυτόν το μήνα, θα βγάλουμε το χειμώνα. Ερχεται το καλοκαίρι. Θα θερίσουν οι χωριανοί. Θα φάμε κι εμείς. Ξεφόρτωνε η μάνα τη ζαλίκα κι από πίσω το παιδί. Στοίβα τα ξύλα. Θα πουλήσουμε, θα φάμε».
Οταν με τέτοιες συνθήκες επιβιώνουν όχι μόνον οι άνθρωποι αλλά και η ελπίδα, πώς να μην εμπιστεύεται κανείς τις ανθρώπινες δυνατότητες και ικανότητες; Και μάλιστα όταν πρόκειται για ανθρώπους και λαούς που έχουν δοκιμαστεί σκληρά, που η Ιστορία δεν υπήρξε επιεικής γι' αυτούς και που, αντίθετα με άλλους, πρέπει να είναι σε εγρήγορση διαρκή, για να επιβεβαιώνουν την παρουσία τους στην Ιστορία και στον πολιτισμό. Η περίπτωση της Ελλάδας ταιριάζει απόλυτα στο συγκεκριμένο υπόδειγμα. Και αυτός είναι ο λόγος που η άνοιξη είναι μια βεβαιότητα που την πρώιμη αναγγελία της έκαναν ήδη οι ηλιόλουστες μέρες και τα πρώτα λουλούδια στις αμυγδαλιές της Θεσσαλονίκης. Αλλά όχι μόνο στο πλαίσιο της φύσης, ούτε μόνο στα γεωγραφικά όρια της πόλης. Η βεβαιότητα της άνοιξης αφορά και την ανόρθωση της Ελλάδας, μιας χώρας που ο λαός της κουβεντιάζει με το Χάροντα με τη γλώσσα του Διγενή Ακρίτα και του λέει:
«Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα,/ δεν περνώ με τα χρόνια!/ Μ' άγγιξες και δε μ' ένιωσες/ στα μαρμαρένια αλώνια; // Είμ' εγώ η ακατάλυτη/ψυχή των Σαλαμίνων./ Στην Εφτάλοφην έφερα/το σπαθί των Ελλήνων.//Δε χάνομαι στα τάρταρα,/μονάχα ξαποσταίνω./ Στη ζωή ξαναφαίνομαι/και λαούς ανασταίνω!».
Είναι στίχοι του Κωστή Παλαμά, μιας εποχής που οι ποιητές ήταν προφήτες του Γένους και της Πατρίδας. Εποχής που την οιστρηλατούσε η δύναμη και το πνεύμα της Ανόρθωσης. Οι ποιητές έψαλλαν τον αίνο της Πατρίδας και ο λαός τους άκουγε. Και το γεγονός ότι οι μεγάλες εφημερίδες των Αθηνών ξαναβρήκαν τους ποιητές μας και τους προσφέρουν στο κοινό (όρα ποιητικές συλλογές που έδωσε το «Βήμα») είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό νέο μήνυμα: ο λαός ξαναβρίσκει τον εαυτό του και την αυτοπεποίθησή του.


*Ο Γεράσιμος Δώσσας είναι δημοσιογράφος, διευθυντής σύνταξης παλαιότερα του «Ελληνικού Βορρά», πρώην πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου