Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Όταν ο στρατηγός Στ. Σαράφης προειδοποιούσε για τις αλυτρωτικές βλέψεις

του Σπύρου Κουζινόπουλου
Ακόμη από τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης της χώρας από τον τριπλό Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρικό ζυγό, ο στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ, στρατηγός Στέφανος Σαράφης, μετά και τις αναφορές που ελάμβανε από την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, προειδοποιούσε για τους κινδύνους κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, που προέρχονταν από τις αποσχιστικές δραστηριότητες σε βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας από ακραίους υπερεθνικιστές των Σκοπίων. Δραστηριότητες που η ηγεσία του ελληνικού αριστερού και αντιστασιακού κινήματος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποτρέψει. Προειδοποιήσεις που δυστυχώς δεν εισακούονταν από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Η λεγόμενη "1η Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης" παρελαύνει στο Μοναστήρι



Επρόκειτο για προπαγανδιστές οι οποίοι στη διάρκεια της κατοχής αλλά και αμέσως μετά την απελευθέρωση, εισέρχονταν στο ελληνικό έδαφος, προσπαθώντας να κάνουν διαλυτική δουλειά στις γραμμές του σλαβόφωνου πληθυσμού της Δυτικής Μακεδονίας.
O στρατηγός Σαράφης είχε αποστείλει για το θέμα αυτό  σχετική αναφορά στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου. Όπως συγκεκριμένα έγραφε, «το τάγμα των σλαβοφώνων ολόκληρο, υπό τον καπετάνιο Γκότσε, δεν εξετέλεσε ορισμένη διαταγή επιχειρήσεων και κατέφυγε στην περιοχή των Γιουγκοσλάβων. Άρχισε μια προπαγάνδα και ενέργειες με διείσδυση στην περιοχή μας για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.
Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, μόλις έλαβε γνώση αυτών των γεγονότων, έστειλε αναφορά στον υπουργό των Στρατιωτικών Παπανδρέου και την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ και ζητούσε να γίνουν τα κατάλληλα διπλωματικά διαβήματα για να διαλυθεί η κίνηση αυτή. Και όπως ανέφερε "…Άρχισε μία συστηματική καταδίωξη των ανδρών του Γκότσε και ήταν τέτοιο το ξεκαθάρισμα αυτών των αυτονομιστών, ώστε στην αποστράτευση του ΕΛΑΣ (Μάρτης 1945) είχαν διαλυθεί και κανένα τμήμα τους δεν υπήρχε πλέον".
Το έγγραφο προς τον Γ. Παπανδρέου, που μνημονεύει ο Σαράφης, τελικά ήρθε στη δημοσιότητα για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 1994 από τον τέως Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Γρηγόρη Φαράκο. Αναφέρει το κείμενο τα εξής:

                                Αθήναι τη 22-11-1944
         
Ο Στρατιωτικός Αρχηγός του ΕΛΑΣ
                                      Προς
                    τον κ. Υπουργόν Στρατιωτικών
                                               
                                                                   Ενταύθα

Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι εις την περιοχήν Μοναστηρίου, υπάρχουν Σλαυομακεδόνες αντάρτες, οίτινες υποστηρίζουν την ιδέαν της αυτονόμου Μακεδονίας, εις την οποίαν περιλαμβάνουν και τους νομούς Φλωρίνης, Εδέσσης και Κιλκίς. Εις τας ανταρτικάς ταύτας δυνάμεις, υπάρχουν και σλαυόφωνοι καταφυγόντες εκεί εξ Ελλάδος και οίτινες επιχειρούν την είσοδόν των εις τα Ελληνικά εδάφη προς προπαγάνδαν και στρατολογίαν.
          Το Γενικόν Στρατηγείον του ΕΛΑΣ έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα, διατάξαν την συγκέντρωσιν δυνάμεων προς την κατεύθυνσιν ταύτην, ούτως ώστε να παρεμποδίζεται η είσοδος τούτων.
          Ουχ ήττον νομίζω ότι κατά την εξέτασιν του Στρατιωτικού προβλήματος, δέον να ληφθεί υπ΄όψιν η δημιουργηθείσα κατάστασις δια την ασφάλειαν των συνόρων, ασχέτως προς τας διπλωματικάς ενεργείας της Κυβερνήσεως.

                                                                      Σαράφης
                                                       Υποστράτηγος

Γρηγόρης Φαράκος
Καμία απάντηση….
Ο Γρηγόρης Φαράκος, σχολιάζοντας την αντιμετώπιση που είχε το έγγραφο αυτό του Στέφανου Σαράφη από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, σημείωνε:
«Ο υπουργός Στρατιωτικών, που ήταν ο ίδιος ο Γεώργιος Παπανδρέου, δεν έδωσε απάντηση. Παρέπεμψε το έγγραφο για «φύλαξη» στο φάκελο του διευθυντή των γραφείων του - όπου βρίσκεται ως τώρα - σημειώνοντας απλώς: «Υπουργείον Εξωτερικών».
Μετά την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων του Δεκεμβρίου του 1944 και οι δύο πλευρές, τόσο η κυβέρνηση Παπανδρέου όσο και η ηγεσία του ΚΚΕ και μαζί της τα κόμματα του ΕΑΜικού συνασπισμού, άφησαν στην άκρη το άκρως σοβαρό αυτό εθνικό θέμα, καθώς είχαν να ασχοληθούν με το ζήτημα της αλληλοεξόντωσής τους και του αφανισμού των πολιτικών τους αντιπάλων, σύμφωνα και με τις οδηγίες των ξένων «προστατών» της χώρας.
Έτσι, στη μεγάλη σύσκεψη όλου του πολιτικού κόσμου της χώρας, μαζί και εκπροσώπων του ΕΑΜ, που έγινε στις 26 και 27 Δεκεμβρίου 1944, μετά τον ερχομό του Τσόρτσιλ στην Αθήνα και στην οποία τέθηκαν επί τάπητος όλα τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε εκείνη την εποχή η Ελλάδα, δεν έγινε η παραμικρή συζήτηση στο μέγα ζήτημα της φύλαξης των συνόρων, πέρα από μία αναφορά του Γ. Καφαντάρη, ο οποίος σε μία απόστροφο της ομιλίας του έκανε λόγο για «βόρεια σύνορα, οικόπεδα απερίφρακτα».
Εκείνη ακριβώς την περίοδο, ενώ σημειώνονταν και καθαρά απειλητικές κινήσεις τμημάτων του Γιουγκοσλαβικού Στρατού κατά ελληνικών εδαφών, η ελληνική κυβέρνηση δεν προχώρησε στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, ούτε ζήτησε κάποια αποφασιστική πολιτική παρέμβαση μέσω των Συμμάχων.

Οι απροκάλυπτες βλέψεις υπερεθνικιστών
Την ίδια στιγμή, εκδηλώνονταν απροκάλυπτα οι βλέψεις των ηγετών της αυτοαποκαλούμενης «Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας Μακεδονίας». Είναι χαρακτηριστική η συνέντευξη που είχε δώσει το 1949 ο τότε στρατιωτικός διοικητής Σκοπίων, συνταγματάρχης Πέτσο Τσάικοφ, υποστηρίζοντας ότι οι ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας «είχαν οργανώσει ενιαίο πλάνο για τη βίαιη προσάρτηση στην Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, τόσο της Μακεδονίας του Αιγαίου, όσο και της Μακεδονίας του Πιρίν». Και ο Τσάικοφ είχε προσθέσει: «Σχημάτισα με διαταγή τους ένα Σώμα Στρατού...με δύο μεραρχίες και με την αποστολή να καταλάβουν την περιοχή του Πιρίν».
Τελικά, η ενέργεια αποτράπηκε «κατόπιν διαταγής της Σοβιετικής Διοίκησης και προσωπικά του στρατηγού Μπιργιούζοφ…  Όσον αφορά την Ελληνική Μακεδονία, ο στρατηγός Τέμπο είχε έτοιμο το σχέδιο του Γενικού Επιτελείου του Τίτο για το σχηματισμό δύο μεραρχιών οι οποίες θα καταλάμβαναν βίαια τη Μακεδονία του Αιγαίου...».

Πέτρος Ρούσσος
"Διαλυτική, ηττοπαθής και διασπαστική δράση"
Την υπονομευτική τακτική των υπερεθνικιστικών στοιχείων σε βάρος της Ελλάδος και του αριστερού κινήματος, είχε καταγγείλει το κορυφαίο στέλεχος του ΚΚΕ, Πέτρος Ρούσος, υπουργός Εξωτερικών της "Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης" των ανταρτών, σε επιστολή του προς την ΚΕ του Κ.Κ.Γιουγκοσλαβίας, στις 1-4-1949, αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:
«…Από το προηγούμενο καλοκαίρι, ένα τμήμα σλαβο-μακεδόνων στελεχών, που είχαν αποδειχτεί ως διασπαστές του αγώνα του ΕΛΑΣ, ενέτειναν τη διαλυτική, ηττοπαθή και διασπαστική τους δράση, προπαγανδίζοντας τη λιποταξία από τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας. Οι κύριοι εμπνευστές τους, (όπως για παράδειγμα οι Κεραμιτζίεφ, Γκότσε, Ουσένσκι, Σλαβιάνκα και άλλοι), βρήκαν καταφύγιο στα Σκόπια και από εκεί κατευθύνουν την υπονομευτική τους δουλειά στα σύνορα και τις τάξεις των προσφύγων…».
Απαντώντας πέντε μέρες αργότερα, στις 6-4-1949 η ΚΕ του ΚΚ Γιουγκολαβίας στην ΚΕ του ΚΚΕ, αντί να αντικρούσει τις καταγγελίες των Ελλήνων κομμουνιστών, απέφευγε να αναφερθεί στην ελληνική Μακεδονία, αποκαλώντας την ως Αιγαιακή Μακεδονία και προκλητικά προέτρεπε το ΚΚΕ να αλλάξει στάση, συνιστώντας να ακολουθήσει εφεξής… «θέση ορθής  προσέγγισης του Μακεδονικού εθνικού ζητήματος…..».   
Η Γιουγκοσλαβική ηγεσία το 1944 στο νησί Vis. Από αριστερά: Μπάκαριτς, 
Μιλουντίνοβιτς, Καρντέλι, Τίτο, Ράνκοβιτς, Τέμπο και Τζίλας
Το χάσμα στις σχέσεις ΚΚΕ και ΚΚΓ
Η κρίση στις σχέσεις των δύο κομμάτων ΚΚΕ και ΚΚΓ, κορυφώνεται το Μάρτη του 1949. Από την αλληλογραφία του Τίτο με την ΚΕ του ΚΚΕ και τις μεταξύ τους κατηγορίες, αποκαλύπτεται το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές. Κύρια σημεία τριβής από τη πλευρά του ΚΚΕ, η μικρή υποστήριξη και βοήθεια από τη γιουγκοσλαβική ηγεσία, καθώς και η ανάμειξη της τελευταίας στα εσωτερικά της, με την υπόθαλψη και ενίσχυση αποσχιστικών στοιχείων (σλαβομακεδόνων) γνωστών για την υπονομευτική τους δράση από το παρελθόν.Ενώ από τη μεριά της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας, κατηγορούνταν το ΚΚΕ για «εθνικιστική και μεροληπτική πολιτική σε βάρος των Σλαβομακεδόνων καθώς και η μη υιοθέτηση του συνθήματος για αυτοδιάθεση της ελληνικής Μακεδονίας".
Δυστυχώς, τα επόμενα χρόνια, όχι μόνο δεν εισακούονται εκείνες οι προειδοποιήσεις, αλλά απεναντίας οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις, υπακούοντας στα κελεύσματα των "προστατών" της χώρας, ενισχύουν τις σχέσεις με τον Τίτο, γεγονός που οδηγεί στη σταδιακή εδραίωση των αλυτρωτικών ιδεών στη γειτονική χώρα. 

Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου «Τα παρασκήνια του Μακεδονικού ζητήματος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου