Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2020

Η εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία

του Σπύρου Κουζινόπουλου*

Συμπληρώθηκαν 98 χρόνια από τη μικρασιατική καταστροφή, την πλέον ολέθρια συμφορά του ελληνισμού κατά τη μακραίωνη ιστορία του. Ούτε η ρωμαϊκή ούτε η οθωμανική κατάκτηση μπορούν να συγκριθούν με τον ξεριζωμό των Ρωμιών από τις πατρογονικές εστίες τους, στις περιοχές της Μικράς Ασίας που είχαν αποικηθεί ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα και των αυτοχθόνων που είχαν εξελληνισθεί κατά τους αλεξανδρινούς χρόνους.


Η
εθνική εκείνη τραγωδία ήταν αποτέλεσμα της υποτέλειας όλων των ελληνικών κυβερνήσεων της εποχής εκείνης για την εξυπηρέτηση των οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων των λεγόμενων "μεγάλων" δυνάμεων της εποχής και κυρίως των Άγγλων που κυριαρχούσαν στην περιοχή της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Και η αποτυχημένη Μικρασιατική εκστρατεία, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά πόλεμος των πετρελαίων, που παρουσιάστηκε από τους πολιτικούς της «Μεγάλης Ιδέας» σαν δήθεν "ιερός πόλεμος των Ελλήνων".

Η απόβαση στη Σμύρνη, αλλά κυρίως η πορεία του εκστρατευτικού σώματος προς την Άγκυρα και η πανωλεθρία στο Αφιόν Καραχισάρ, ήταν η αρχή μιας τεράστιας καταστροφής. Με αποτέλεσμα να πληρώσει ο ελληνισμός βαρύ φόρο αίματος: 50.000 νεκροί και 75.000 τραυματίες στρατιώτες . Πάνω από 1.500.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πανάρχαιες εστίες των προγόνων τους και να έρθουν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 600.000 νεκρούς .

Ήταν χαρακτηριστική η αγόρευση στη Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του Δεκεμβρίου 1923, του μοναδικού τότε σοσιαλιστή Βουλευτή, Γιάννη Πασαλίδη, ο οποίος τόνιζε ότι πίσω από τη Μικρασιατική εκστρατεία και τα "εθνικά ιδανικά" που πρόβαλαν οι δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, Φιλελεύθεροι και Αντιβενιζελικοί, "κρύβονταν τα συμφέροντα της κυρίαρχης αστικής τάξης που ήθελε να επεκτείνει το εμπόριό της, τη ναυτιλία και τις χρηματιστικές της επιχειρήσεις με τις εδαφικές κατακτήσεις".

(Εφημερίς Συζητήσεων της Βουλής, συνεδρίαση 68η της 28ης Ιουνίου 1924, σελ. 531).

Τρένα μεταφέρουν πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη (Αρχείο Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, Library of Congress)

Η άφιξη των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη

Περισσότεροι από 100.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη και τη γύρω περιοχή. Η Θεσσαλονίκη ήταν εξαρχής ο κύριος πόλος έλξης. Στην άμεση περιοχή της ιδρύονται 75 οικισμοί, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί ο πληθυσμός του νομού, να δημιουργηθεί στεγαστικό πρόβλημα αλλά και να ιδρυθούν 18 νέοι συνοικισμοί όπου οι πρόσφυγες εγκαθίστανται μόνιμα όπως η Τούμπα, η Καλαμαριά, η Σταυρούπολη, η Πολίχνη, οι Αμπελόκηποι, η Νεάπολη, η Νέα Ευκαρπία κ.α. Ενώ επίσης δημιουργούνται νέες προσφυγικές κοινότητες όπως της Περαίας, των Νέων Επιβατών, της Αγίας Τριάδας, της Νέας Μηχανιώνας κ.α.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1918, η Θεσσαλονίκη είχε 170.000 κατοίκους, που αποτελούνταν από ένα ανομοιογενές πληθυσμιακό στοιχείο Ελλήνων, Εβραίων, Τούρκων και Φραγκολεβαντίνων, με το ελληνικό στοιχείο να αντιπροσωπεύει μόνο το 47% του συνολικού πληθυσμού. Ως απόρροια του προσφυγικού προβλήματος η έκταση της πόλης αυξήθηκε εκρηκτικά. Έτσι δέκα χρόνια αργότερα, το 1928, σύμφωνα με τη νέα απογραφή, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε με 251.000 κατοίκους.

Οι πρόσφυγες, ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες, ήταν σε άθλια κατάσταση: Πεινασμένοι, ρακένδυτοι, άρρωστοι, γεμάτοι ζωύφια, με σκασμένα μάτια, αναδίδοντας την απαίσια οσμή της ανθρώπινης ακαθαρσίας.

Μεγάλο μέρος των προσφύγων εγκαθίσταται αρχικά σε σχολεία, εκκλησίες και στρατόπεδα και άλλοι διαμένουν σε ανταλλάξιμα σπίτια των Τούρκων που εγκατέλειψαν τη Μακεδονία με την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη το 1922. Ξεριζωμένοι από τις εστίες τους και πεταμένοι σε άξενο τόπο, το μέλλον τους περνούσε μέσα από το Απολυμαντήριο της Καλαμαριάς. (Αρχείο Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, Library of  Congress)

Στερούνται και αυτού του επιούσιου άρτου...”

Για να αντιληφθούμε το δράμα που ζούσαν οι ταλαιπωρημένοι εκείνοι άνθρωποι, αξίζει να δούμε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας Μακεδονία, που δημοσιεύθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1922:

"Χιλιάδες καταφθάνουν εκ της Ανατολικής Θράκης πρόσφυγες. Χιλιάδες καταφθάσουν εκ της Μικράς Ασίας τοιούτοι. Περίτρομοι οι δυστυχείς εγκατέλειψαν και εγκαταλείπουν τας εστίας των, φοβούμενοι την αιμάσσουσαν μάχαιραν του αιωνίου εχθρού μας και καταφεύγουν εις την Ελλάδα, όπου ελπίζουν να εύρουν προστασίαν. Εγκαταλείψαντες το παν, έρχονται γυμνοί και ελεεινοί. Κατά εκατοντάδες βρίσκονται εκτεθιμένοι εις το ύπαιθρον και δερόμενοι υπό των εκάστοτε καιρικών μεταβολών. Ωσάν να μην ήρκει η θηριωδία των Τούρκων, έρχεται ως συνεπίκουρος αυτών η βροχή και το ψύχος και, όπερ σπουδαιότερον, ο επικείμενος χειμών. Τότε τι μέλλουν να γίνουν τόσαι χιλιάδες ψυχών; Τι δε θα απογίνουν άλλαι τόσαι χιλιάδες αθώων πλασμάτων; Φοβερόν το ώντι είναι να σκέπτεται τις, ότι τα μικρά παιδία, αμέριμνα τελείως έως χθες και χαρούμενα και γελαστά προ ολίγου, ευρισκόμενα με όλας τας αναπαύσεις εις τας οικίας των, με όλα τα αγαθά των, στερούνται σήμερον και αυτού του επιούσιου άρτου, στερούνται του στρώματός των δια να γείρουν το σωματάκι τους, στερούνται αυτού του προσκεφαλαίου για να γείρουν την κεφαλήν των. Τι δε φοβερώτερον και θλιβερώτερον από του να φαντάζηται την μητέρα εκείνην, την αθλίαν και δυστυχισμένην εκείνην μητέρα, να βλέπη το παιδί της νηστικό και να μη δύναται να το θρέψη, να κρυώνη και να μη δύναται να το ζεστάνη, άρρωστο και να μην δύναται να το περιποιηθή;"

Οι περισσότεροι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία μεταφέρθηκαν με τα πλοία, και στη συντριπτική τους πλειοψηφία, η αποβίβασή τους έγινε στη Βόρεια Ελλάδα. Τις πρώτες μέρες, οι πρόσφυγες αποβιβάζονταν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και αναζητούσαν κατάλυμα στο κέντρο της πόλης, σε σπίτια, ξενοδοχεία, πλατείες, δρόμους, αγορές, εκκλησίες, σχολεία και άλλους δημόσιους χώρους, αλλά ακόμη και στο ύπαιθρο. Σύντομα, στο λιμάνι και στο κέντρο έγινε το αδιαχώρητο, γεγονός που έκανε τις αρχές να επιλέξουν ως τόπο αποβίβασης την Καλαμαριά.

Για τις συνθήκες υπό τις οποίες εγκαταστάθηκαν σε παράγκες οι πρώτοι πρόσφυγες στην Καλαμαριά, έγραφε η τοπική της Θεσσαλονίκης Εφημερίδα των Βαλκανίων:

Τα παραπήγματα όπου εγκαταστάθηκαν, δεν έχουν υαλοπίνακας, τα πατώματα είναι ελεεινά, κουβέρτες δεν υπάρχουν, ρουχισμός τίποτε, νερό δεν έχει και εν γένει δεν ελήφθησαν μέτρα δια την ανθρωπίνην εγκατάτασιν”.

(Εφημερίς των Βαλκανίων, 4 Σεπτεμβρίου 1922)

Θάλαμος στον οποίο οδηγούνταν οι πρόσφυγες για προσωρινή διαμονή μετά την καραντίνα 1923 (από τη συλλογή Οδυσσέα Λαμψίδη που διατηρεί το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς)

Αναζητώντας μια νέα γωνιά

Ο Γιώργος Ιωάννου μας άφησε μια συγκλονιστική περιγραφή για την εγκατάσταση προσφύγων στη Θεσσαλονίκη: "Από το 1914 ως το 1924, κι ακόμα πιο πέρα, πήραν να καταφθάνουν μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες στην αρχή, κοπαδιαστά και άτακτα αργότερα, με αραμπάδες, ζώα, βάρκες, καΐκια, βαπόρια, ακόμα και με τα πόδια, σε χάλι κακό, βρωμισμένοι μα αποκαθαρμένοι, λουσμένοι μες στο αίμα τους, από τις ελληνικές πατρίδες της Ανατολής, την Ελλάδα μάλλον της Ανατολής, χιλιάδες των χιλιάδων κυνηγημένοι, ληστεμένοι, βιασμένοι, απορφανισμένοι άνθρωποί μας, αναζητώντας μια νέα γωνιά μες στην ελεύθερη πατρίδα. Υπήρξαν, βέβαια, κι εκείνοι που έφτασαν σχετικώς άνετα είτε γιατί είχαν τον τρόπο, είτε γιατί ήταν κατατοπισμένοι και προβλεπτικοί, είτε γιατί στάθηκαν τυχεροί είτε και γιατί τα είχαν καλά με τον Τούρκο. Αρκετοί έβαλαν πλώρη ή οδηγήθηκαν σε μάλλον άσχετους τόπους, ακόμα και στον Μοριά, όμως στη Θεσσαλονίκη προσέτρεξαν αυθόρμητα οι πιο πολλοί.”

(Γιώργος Ιωάννου, «Η παρέλαση των προσφύγων» από το βιβλίο Το δικό μας αίμα)

Το Γολγοθά που βίωναν οι ξεριζωμένοι από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τον Καύκασο Έλληνες, θα περιγράψει πολύ γλαφυρά ένα από τα κορυφαία στελέχη της Αριστεράς, ο μετέπειτα αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας, Κώστας Γαβριηλίδης, πρόσφυγας και ο ίδιος που είχε εγκατασταθεί στο Κιλκίς: “Γεμάτη από στερήσεις η ζωή. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καμιά. Δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Ζώα και γεωργικά εργαλεία για να επιδοθούμε στην καλλιέργεια δεν είχαμε… Περάσαμε μια ζωή δραματική. Ο κόσμος λιποθυμούσε από την πείνα. Τα παιδιά μας είχαν μείνει πετσί και κόκαλο…”.

(Νίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1988, σελ. 20).


Το “Απολυμαντήριο” της Καλαμαριάς

Στις 4 Νοεμβρίου 1922, με την αποβίβαση των πρώτων προσφύγων στο λιμάνι της Καλαμαριάς, δημιουργείται στον όρμο της περιφραγμένο με αγκαθωτό συρματόπλεγμα το περίφημο Απολυμαντήριο ή Λοιμοκαθαρτήριο ή Καραντίνα όπου θα κλειστούν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτω από άθλιες συνθήκες, δεκάδες χιλιάδες ξεριζωμένοι από τις εστίες τους, με το αιτιολογικό της προστασίας από επιδημίες. Άγριοι και αυστηροί στρατιώτες-σκοποί φύλαγαν τους εγκλείστους “χολεριασμένους”.

Το “Απολυμαντήριο”, λειτουργούσε με τους σκληρούς όρους ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης. Σύμφωνα με καταγγελίες, ο προϊστάμενος του οικισμού επέβαλλε στέρηση τροφής, φυλάκιση και ξυλοδαρμό ως ποινές στους διαμαρτυρόμενους. Οι προμηθευτές κερδοσκοπούσαν δίνοντας μειωμένες ποσότητες και αλλοιωμένα τρόφιμα, ενώ ακόμη και «η νεκρώσιμη ακολουθία και ο ασφαλής ενταφιασμός των νεκρών» αποτέλεσαν διεκδικήσεις της Επιτροπής Καυκασίων Προσφύγων», γράφει η ιστορικός του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού του δήμου Καλαμαριάς Ελένη Ιωαννίδου.

Περιγραφές από τον Τύπο της εποχής αναφέρουν ότι στο χώρο εκείνο, όπου σήμερα βρίσκεται η πλαζ της Αρετσούς, λειτούργησαν αρχικά δύο μεγάλα ξύλινα παραπήγματα, κατασκευασμένα καταρχήν για τις ανάγκες των συμμαχικών στρατευμάτων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1916-1918). Στο ένα παράπηγμα, απολυμαίνονταν σε κλίβανο τα ρούχα, τα σκεύη και τα λοιπά υπάρχοντα των προσφύγων, ενώ στη διπλανή παράγκα, οι πρόσφυγες ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν λουτρό με κρύο νερό και να κουρευτούν. Εκεί οι Μικρασιάτες, πόντιοι και θρακιώτες πρόσφυγες γεύονταν το αίσθημα της ταπείνωσης και του εξευτελισμού: έμπαιναν σε μια διαδικασία βίαιου και μαζικού καθαρισμού με φαρμακευτικά απολυμαντικά μέσα, και σε υποχρεωτικό κούρεμα των μαλλιών και για τα δύο φύλα. Με τη νοοτροπία της εποχής εκείνης, οι γυναίκες βίωναν το κούρεμα ως μία βίαιη και ταπεινωτική επέμβαση στο σώμα και την αξιοπρέπειά τους. Και όπως έγραψαν οι ιστορικοί Μαρία Καζαντζίδου και Θεοδόσης Τσιρώνης, οι συνθήκες που επικρατούσαν εκεί παρέπεμπαν περισσότερο σε ψυχρή ιατρική διαδικασία και μεταχείριση κοπαδιού ζώων.

50.000 νεκροί !

Έπειτα από τον «κλίβανο» οι πρόσφυγες έμεναν σε πρόχειρες σκηνές και σε θαλάμους που είχαν αφήσει τα συμμαχικά στρατεύματα, χωρίς θέρμανση. Συνολικά, πέθαναν στο “Απολυμαντήριο της Καλαμαριάς πάνω από 50.000 πρόσφυγες. Μόνο τον πρώτο ενάμισι χρόνο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή είχαν πεθάνει εκεί περίπου 20.000 ξεριζωμένοι. Αιτίες θανάτου ήταν η ελονοσία (περίπου 50 θάνατοι ανά ημέρα) , η πείνα, ο τύφος, ποικίλες μολυσματικές ασθένειες , η πνευμονία αλλά κυρίως το κρύο και οι αντίξοες καιρικές συνθήκες. Αρκετοί από όσους κατάφεραν να επιβιώσουν επέλεξαν να εγκατασταθούν σε χωριά στο εσωτερικό της Μακεδονίας.

Λοιμοκαθαρτήρια για τους πρόσφυγες είχαν δημιουργηθεί επίσης στη Μακρόνησο, στον Άγιο Γεώργιο Σαλαμίνας, στο Βίδο Κέρκυρας, γνωστό και ως «νησί του θανάτου» και αλλού, όπου χιλιάδες εξαθλιωμένοι πρόσφυγες θα χάσουν τη ζωή τους στον προθάλαμο της “μητέρας-πατρίδας”.

(Εφημερίδα Ριζοσπάστης 26 Μαρτίου 1923, εφημερίδα Εμπρός, 13 Σεπτεμβρίου 1922, εφημερίδα Ριζοσπάστης 8 Δεκεμβρίου 1923).

Το λοιμοκαθαρτήριο της Καλαμαριάς ξαναλειτούργησε στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής από τους Ναζί για την απολύμανση των Εβραίων πριν αυτοί οδηγηθούν αρχικά το 1942 για καταναγκαστική εργασία και τον επόμενο χρόνο πριν την αποστολή τους στα χιτλερικά κρεματόρια. Τα παραπήγματα και τα άλλα κτίσματα που υπήρχαν εκεί κατεδαφίστηκαν το 1965 και τρία χρόνια αργότερα, το 1968, δημιουργήθηκε εκεί από τον ΕΟΤ η πλάζ της Αρετσούς.

Φτηνό εργατικό δυναμικό

Εκείνη η αφάνταστη δυστυχία, γίνεται “ευλογία Θεού” για την οικονομική ελίτ του τόπου που βρίσκει στους κατατρεγμένους άντρες και γυναίκες, άφθονα φτηνά εργατικά χέρια. Και εξ αιτίας αυτού, η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται σε βιομηχανικό κέντρο, γίνεται εργατούπολη. Ιδιαίτερα στους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, της επεξεργασίας καπνών και των τροφίμων (ΥΦΑΝΕΤ, ΗΛΙΟΣ, ΑΒΕΖ, ΖΑΝΑΕ, ΦΛΟΚΑ κ.α.). Την ίδια στιγμή που οι πρόσφυγες δίνουν ώθηση στο εμπόριο της πόλης με το δυναμισμό και την τεχνογνωσία τους. Δεδομένου ότι ανάμεσά τους υπήρχαν χιλιάδες ειδικευμένοι τεχνίτες, επιστήμονες και απόφοιτοι φημισμένων σχολείων της Ανατολής. Επίσης, ειδικευμένοι εργάτες (υφαντουργοί, τεχνίτες, ταπητουργοί, βιομηχανικοί υπάλληλοι). Και τέλος έμπειροι αγρότες (σηροτρόφοι, αμπελουργοί, καπνοκαλλιεργητές, εργάτες επεξεργασίας καπνού).

Ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι μόνο στη συνοικία της Τούμπας, που οι κάτοικοί της ήταν πρόσφυγες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δημιουργούνται εκείνο το διάστημα ταπητουργεία, υφαντουργεία και κλωστήρια που λειτουργούν κυρίως με προσφυγοπούλες εργάτριες. Μεταξύ των πιο γνωστών υφαντουργείων στην Τούμπα ήταν του Αρσάνογλου, που παρήγαγε κουβέρτες, πετσέτες, πανιά, τραπεζομάντηλα κ.λπ., τα «Ηνωμένα», του Τεκέζογλου και του Παπάζογλου. Ενώ η “ΥΦΑΝΕΤ” αποτέλεσε το μεγαλύτερο κλωστοϋφαντουργικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης και ενδεχομένως της χώρας στα χρόνια του μεσοπολέμου.


Η οικονομική κρίση πλήττει τους πρόσφυγες

Οι συνθήκες ζωής και εγκατάστασης των προσφύγων εργατών, ήταν άθλιες: Κατοικούν σε παραγκουπόλεις, με έλλειψη βασικών κανόνων υγιεινής σε αύξηση των προβλημάτων υγείας, ιδιαίτερα της φυματίωσης. Και όταν λίγα χρόνια αργότερα έρχεται η παγκόσμια οικονομική ύφεση, οι πρώτες επιπτώσεις πλήττουν τους πρόσφυγες: Αυξημένη ανεργία και άθλιες συνθήκες διαβίωσης, 10.000 άνεργοι στη Θεσσαλονίκη, ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους.

Σχετικά με τη στέγαση του προσφυγικού εργατικού δυναμικού ήταν χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρονταν στην ετήσια έκθεση για το 1923 της Αμερικανικής Επιτροπής Περιθάλψεως, περιγράφοντας με μελανά χρώματα την κατάσταση των προσφύγων: Περισσότεροι από 110.000 πρόσφυγες στεγάζονταν σε επιταγμένα δωμάτια, στους έξι περίχωρους καταυλισμούς στο λοιμοκαθαρτήριο του Μικρού Καρά-Μπουρνού, στο αγγλικό νοσοκομείο του Χαριλάου, στον καταυλισμό του Λεμπέτ στη Σταυρούπολη και στο αγγλικό νοσοκομείο του Χαρμάνκιοϊ, στον Εύοσμο αλλά και σε 116 σημεία μέσα στην πόλη. Μόνο κατά το 1922, κάπου 270.000 πρόσφυγες διακινήθηκαν από τη Θεσσαλονίκη προς τη μακεδονική ενδοχώρα. Σκηνές και παράγκες κατέκλυσαν το αστικό τοπίο, την καμένη από την πυρκαγιά του 1917 περιοχή του κέντρου της πόλης, δρόμους, πλατείες και αδόμητους χώρους, συγκροτώντας αυτοσχέδιους μικρούς συνοικισμούς. Μόνο στο νομό Σερρών, ο αριθμός των προσφύγων που είχε εγκατασταθεί εκεί, ξεπερνούσε τους 25.000.

(Μακεδονία 27-11-1922, σ.2)

Η καραντίαν στην Καλαμαριά. Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του πρώην δημάρχου Μένιου Αλεξιάδη και παραχωρήθηκε από τον Μανώλη Λαμτζίδη

Τουρκόσποροι” και γηγενείς

Η υποδοχή από τους ντόπιους δεν θα λέγαμε ότι ήταν η καλύτερη. Η Ελλάδα αδυνατεί να φιλοξενήσει τόσο μεγάλο αριθμό προσφύγων Οι ντόπιοι αντιδρούν καθώς η κυβέρνηση επιτάσσει σπίτια για να στεγάσει τους πρόσφυγες, ενώ τους διανέμει μέρος των “ανταλλάξιμων”, των εκτάσεων δηλαδή που είχαν αφήσει πίσω τους, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Μακεδονίας και οι οποίοι πλέον είχαν μετοικήσει στην Τουρκία. Ακροδεξιά στοιχεία ανοίγουν "πόλεμο" κατά των ταλαιπωρημένων και ξεριζωμένων από τις εστίες τους προσφύγων, αποκαλώντας τους "τουρκόσπορους" και προσπαθώντας να κάνουν δύσκολη τη ζωή τους.

Πολλοί γηγενείς, αμφισβητούν την ίδια την ελληνικότητα των προσφύγων. Ο τότε εισαγγελέας Βαζούρας έγραψε:"Η βρισιά “τουρκόσπορος” μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως σκατοουγλούδες, παληοαούτηδες κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα...".

Ένα από τα πιο σοβαρά επεισόδια, καταγράφεται το Νοέμβριο του 1924 στο Παγγαίο Σερρών, όταν ντόπιοι ακροδεξιοί επιτίθενται με όπλα κατά προσφύγων στα χωριά Κιούπκιοϊ (Πρώτη) και Νέα Μπάφρα, με συνέπεια τον τραυματισμό 13 προσφύγων, εκ των οποίων οι δύο σοβαρά. Και επίσης την καταστροφή επτά νεοαναγειρόμενων σπιτιών και την πυρπόληση τριών αχυρώνων και πέντε σκηνών όπου διέμεναν προσφυγικές οικογένειες.

(Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924)

Ανάλογα επεισόδια σημειώνονται και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας με πιο χαρακτηριστική την επιδρομή που καταγράφτηκε την ίδια εποχή, όταν εξαγριωμένοι γηγενείς κάτοικοι της Καπουτζήδας (σημερινής Πυλαίας) επέδραμαν στην Τούμπα για να διώξουν από εκεί τους πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί, δεδομένου ότι πριν το 1922 χρησιμοποιούσαν τις ακατοίκητες εκτάσεις της περιοχής για να βόσκουν τα ζώα τους. Με την εγκατάσταση των προσφύγων, αρχικά στα ξύλινα παραπήγματα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων των συμμαχικών δυνάμεων της Αντάντ που υπήρχαν εκεί και σε σκηνές, η Τούμπα εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο συνοικισμό της Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι ο πληθυσμός της από 5.000 που είχε το 1922, έφτασε στις 25.000 το 1928 και στις 32.000 το 1933. Οι άθλιες συνθήκες διαμονής συνετέλεσαν στην εμφάνιση επιδημιών(ελονοσία, τύφος, δάγκειος πυρετός κ.ά.). Για το λόγω αυτό, παρουσιάστηκε στην Τούμπα μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας και κυρίως παιδικής, με αποκορύφωμα το 1927, όταν το 55,60% των θανάτων αφορούσε παιδιά.

Το ΚΚΕ θα προσπαθήσει να συμφιλιώσει τους ντόπιους με τους πρόσφυγες καλλιεργώντας μια ενιαία ταξική συνείδηση: “Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν”, θα γράψει το δημοσιογραφικό όργανο του κόμματος.

(Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 7 Σεπτεμβρίου 1929).

Προσφυγοπούλες, εργάτριες σε κλωστοϋφαντουργείο της Τούμπας

Η ριζοσπαστικοποίηση μέρους των προσφύγων

Η κατάσταση εκείνη και τα δεινά που γνωρίζουν οι πρόσφυγες κάτοικοι της Θεσσαλονίκης και της υπόλοιπης Μακεδονίας, τους ριζοσπαστικοποιεί. Και καθώς η συντριπτική πλειοψηφία τους είναι μεροκαματιάρηδες, εργαζόμενοι ως καπνεργάτες στα καπνομάγαζα ή ως εργάτες στα κλωστοϋφαντουργεία της περιοχής, ενσωματώνονται στο ρωμαλέο εργατικό κίνημα της εποχής αλλά και στις γραμμές της Αριστεράς και του νεαρού τότε και με πολλά προβλήματα κομμουνιστικού κόμματος. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί πρόσφυγες θα πρωτοστατήσουν στις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου του μεσοπολέμου, ενώ χιλιάδες από αυτούς θα πάρουν μέρος στις μεγάλες απεργιακές εκδηλώσεις που στην κορύφωσή τους οδήγησαν στα γεγονότα του αιματοβαμένου Μάη του 1936.

Η ριζοσπαστικοποίηση μέρους του προσφυγικού κόσμου προκάλεσε την αντίδραση των ακραίων γηγενών, κυρίως του τμήματος που υποστήριζε το Λαϊκό Κόμμα. Με τη δημοσίευση άρθρων σε δεξιές εφημερίδες, στρέφονταν ενάντια στο προσφυγικό στοιχείο, επαναφέροντας το δίπολο πρόσφυγες-γηγενείς στον πολιτικό ανταγωνισμό της περιόδου. Σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη, ο αρτεργάτης Σ. Αθανασάκης, έκανε αναφορά στα προσβλητικά αντιπροσφυγικά δημοσιεύματα στις δεξιές εφημερίδες Ελληνικό Μέλλον και Τύπος που, “προσπαθούν να ξεσηκώσουν μια αισχρή αντιπροσφυγική κίνηση. Καλούν τους γηγενείς να ενωθούν εναντίον των προσφύγων, ζητώντας να απομονωθούν οι προσφυγικοί συνοικισμοί κτλ. […] Επειδή η μάζα των προσφύγων δεν τους ψήφισε, μας λένε “σαρικοφόρους” και “Τουρκόγλωσσους”.

(Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 6 Φεβρουαρίου 1936)

Η αισχρή στάση της ακροδεξιάς απέναντι στους πρόσφυγες, παίρνει τη μορφή υστερίας. Στις 9 Νοεμβρίου 1923 στο συλλαλητήριο των μοναρχικών που πραγματοποιείται στις στήλες του Ολυμπίου Διός, στην πρωτεύουσα, ήταν χαρακτηριστικό το σύνθημα: “Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες”. Η στάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στους φανατισμένους αμαθείς αυτόχθονες, αλλά υποδαυλίζεται από τους επιτήδειους μοναρχικούς πολιτικούς και τους “φωτισμένους” δεξιούς κονδυλοφόρους. Ενδεικτική ήταν η στάση του εκδότη της Καθημερινής, Γεωργίου Βλάχου ο οποίος ακόμη και το 1928 αποκαλούσε στην εφημερίδα του τους πρόσφυγες ως «προσφυγική αγέλη». Ενώ ο Νίκος Κρανιωτάκης, φιλομοναρχικός εκδότης του Πρωινού Τύπου, ακολουθώντας την πρακτική των ναζιστών, απαιτούσε το 1933, στην εφημερίδα του, να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν... κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες!.

Τολ στο οποίο στεγάζονταν οικογένειες προσφύγων στην Τούμπα. Στις άθλιες συνθήκες διαμονής στηρίζονταν
η ακροδεξιά, η φιλοβασιλική"Μακεδονική Ένωση" και οι φασίστες της ΕΕΕ για να στρατολογούν μέλη

Αντιπροσφυγική υστερία

Ακραία εκδοχή της αντιπροσφυγικής υστερίας θα αποτελέσει η φιλοβασιλική «Μακεδονική Ένωση» του Σωτήρη Γκοτζαμάνη, που προέρχονταν από το χώρο του Λαϊκού Κόμματος. Το κόμμα αυτό, που στις εκλογές του 1935 θα καταφέρει να συγκεντρώσει το 14,8% των ψήφων στη Μακεδονία είχε ως βασικό του σύνθημα την εκδίωξη των προσφύγων. Και δεν ήταν τυχαίο που ο Γκοτζαμάνης (1884-1958) στη διάρκεια της Κατοχής θα αναλάβει υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση των δωσιλόγων.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των Βενιζελικών του 1935 οι επιθέσεις κατά των προσφύγων δεν είναι μόνο φραστικές αλλά περιλαμβάνουν ακόμα και πυρπολήσεις προσφυγικών οικισμών όπως αυτού του Βόλου. Η φωτιά που βάζουν αντιβενιζελικοί μπράβοι στην πρωτεύουσα της Μαγνησίας, κάνει στάχτη όχι μόνο την περιουσία των προσφύγων αλλά και ένα νεαρό πρόσφυγα που δεν πρόλαβε να φύγει από την παράγκα του.

Πριν την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά η επιρροή του ΚΚΕ στους προσφυγικούς συνοικισμούς της πόλης ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα πολλές από τις συλλήψεις του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου να αφορούν και τους πρόσφυγες. Μάλιστα, όταν τον Ιούνιο του 1938 εξαρθρώθηκε από την Ασφάλεια του Μανιαδάκη η παράνομη κομμουνιστική οργάνωση της Θεσσαλονίκης, ένας μεγάλος αριθμός συλληφθέντων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

Οι προσπάθειες του ΚΚΕ για ένταξη προπολεμικά προσφύγων στις γραμμές του, είχαν μεγαλύτερη ανταπόκριση σε περιοχές που λειτουργούσαν καπνεργοστάσια και άλλα μεγάλα και μικρά εργοστάσια άλλων κλάδων. Κυρίως στη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, τη Δράμα και τις Σέρρες, όπου παραδοσιακά η αριστερά ασκούσε επιρροή στους εργάτες. Ανάμεσα στις προσφυγικές ομάδες, οι Καυκάσιοι, οι Πόντιοι και οι Αρμένιοι, ήταν αυτοί που δέχονταν πιο εύκολα την κομμουνιστική ιδεολογία, ενώ οι Μικρασιάτες ήταν πιο επιφυλακτικοί.

(ΑΥΕ, φάκ. 1925, Α/21/14, έκθεση του Αρχηγείου Αστυνομίας Πόλεων για την κομμουνιστική κίνηση, 5 Οκτωβρίου 1925)


Ρατσιστική αντιμετώπιση

Η ρατσιστική αντιμετώπιση των προσφύγων από τους ντόπιους, αμέσως με την άφιξή τους στην Ελλάδα και η υπόθαλψή της από την αντιβενιζελική Δεξιά, επέφερε αυτόματα την ταύτιση της συντριπτικής πλειονότητας με το βενιζελικό στρατόπεδο. Ταύτιση που έφτασε μέχρι την ένοπλη κινητοποίηση πολλών Ποντίων της Ανατολικής Μακεδονίας στο πλευρό των βενιζελικών κινηματιών του 1935. Δεν είναι τυχαίο που στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1923, η Αντιβενιζελική δεξιά παράταξη, εκδηλώνοντας έντονα την καχυποψία της απέναντι στους πρόσφυγες, θα ζητήσει να υπάρχουν γι' αυτούς ξεχωριστοί εκλογικοί κατάλογοι, θεωρώντας τους ενδεχομένως ως λιγότερο Έλληνες. Και όταν το αίτημα αυτό δεν γίνει δεκτό, θα είναι ένας από τους λόγους της αποχής των αντιβανιζελικών από τις εκλογές.

Η αντίληψη πάνω στην οποία επιχειρήθηκε η αμφισβήτηση της προσφυγικής ψήφου, βασίζονταν στην άποψη ότι οι πρόσφυγες στερούνταν «πολιτικής αγωγής» λόγω του μακρόχρονου «ξενικού ζυγού» κάτω από τον οποίο ζούσαν στα μικρασιατικά παράλια. Η λογική αυτή έφτασε μέχρι του σημείου της ευθείας αμφισβήτησης του δικαιώματος των προσφύγων να εκλέγονται, αλλά ακόμη και να ψηφίζουν.

( Προκόπης Αγγελέτος, Πρόσφυγες στην Αθήνα και Ισραηλίτες στη Θεσσαλονίκη: Πολιτική χρήση των αρνητικών στερεοτύπων από το Βενιζελικό και Αντιβενιζελικό Τύπο στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2003, σ. 38-39).

Τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη, η οικονομική κρίση και η αντιλαϊκή διαχείρισή της από την κυβέρνηση Βενιζέλου θα σημάνουν ωστόσο τη ριζοσπαστικοποίηση μιας μεγάλης μερίδας προσφύγων, που μέσα στη δεκαετία του ’30 στράφηκαν προς την Αριστερά. Αντιθέτως, μικρός είναι ο αριθμός, κυρίως διάφορα λούμπεν στοιχεία από τον προσφυγικό χώρο, που εντάχθηκαν σε ακροδεξιές οργανώσεις και κυρίως στη φασιστική ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς), η οποία είχε δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη το 1927, με στόχο την ανακοπή, ως “κυματοθραύστης” του ανερχόμενου εργατικού και αριστερού κινήματος της εποχής.

Τα μέλη της ΕΕΕ ονομάζονταν και "χαλυβδόκρανοι"
λόγω του σιδερένιου κράνους που φορούσαν
Η ακροδεξιά και η φασιστική Ε.Ε.Ε.

Η οργάνωση ΕΕΕ, σύμφωνα με τον χρονικογράφο της Θεσσαλονίκης Κώστα Τομανά, στελεχώθηκε από «παντός είδους εθνικιστές, αφελείς ιδεολόγους, επαγγελματίες παλιοημερολογίτες, αποτυχημένοι πολιτικοί και χρεωκοπημένοι έμποροι». Η ίδρυση της δε συνέπεσε με τον σκληρό απεργιακό αγώνα 40.000 καπνεργατών που είχε αρχίσει στις 23 Μαίου 1927. Στη διάρκεια εκείνου του έτους, είχαν σημειωθεί οι περισσότερες αναλογικά πολυήμερες εργατικές κινητοποιήσεις, από τις 68 μεγάλες απεργίες που καταγράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη την περίοδο από το 1919 ως και το 1936.

Αυτή η διαφοροποίηση των προσφύγων και η προσέγγιση με την Αριστερά, κορυφώθηκε στα χρόνια της Κατοχής, καθώς μεγάλο μέρος του προσφυγικού κόσμου μετείχε στην ΕΑΜική Αντίσταση, τόσο στην πρωτεύουσα όσο και στη Βόρεια Ελλάδα και πολέμησε τους κατακτητές μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ, συχνά μάλιστα από ηγετικές θέσεις. Και αργότερα, όταν το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς κυνηγούσε ανελέητα τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, οι φυλακές και οι εξορίες θα γεμίσουν από πρόσφυγες.

Διακήρυξη της φασιστικής οργάνωσης ΕΕΕ

Την άλλη όψη του νομίσματος αποτέλεσε η μαζική ένταξη των τουρκόφωνων Ποντίων στα δωσιλογικά σώματα του Ελληνικού Εθνικού Στρατού (ΕΕΣ), με επικεφαλής τοπικούς παράγοντες και παλιούς οπλαρχηγούς όπως ο Μιχάλαγας, ο Κισά Μπατζάκ, ο Κοτζά Εστάθ, ο Λαζίκ,
ο Αντών Τσαούς κ.α.. Ευτυχώς όμως, αυτοί ήταν μια μικρή μειοψηφία στον προσφυγικό κόσμο, μια ανορθογραφία. Αν και η λογική του μίσους που πρέσβευαν και είχαν ως επακόλουθο τη γέννηση φαινομένων, όπως είναι ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο θρησκευτικός φανατισμός και ο εθνικισμός, που μεταθέτουν στους Άλλους όλα τα δεινά, θα εξακολουθήσει να είναι κυρίαρχη κατά την μετεμφυλιακή περίοδο του κράτους της “εθνικοφροσύνης” και του “εσωτερικού εχθρού”. Λογική που οδήγησε και στην επταετία του “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”.

*Δημοσιεύθηκε στα "Αιρετικά Νο 11" της εφημερίδας Ντοκουμέντο στις 20 Δεκεμβρίου 2020, σελ.27-34

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου