Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Που πάει ο χρόνος που έφυγε;

του Απόστολου Δεδουσόπουλου*
Το ερώτημα του τίτλου δεν είναι δικό μου. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, κλεμμένο, δανεισμένο, αν θέλετε. Το διατύπωσε πριν από έναν χρόνο, τέτοιες μέρες, παραμονές Πρωτοχρονιάς, μια φίλη. Αν και ανταποκρίθηκα τότε στην πρόσκλησή της, αυτό το ερώτημα φαίνεται ότι εξακολουθεί να με βασανίζει ένα χρόνο μετά τόσο, ώστε να προκαλεί αυτό το κείμενο.
 «Πάει ο παλιός ο χρόνος,
ας γιορτάσουμε παιδιά
και του χωρισμού ο πόνος
ας κοιμάται στην καρδιά.
...
Φαντάζομαι όλοι σας γνωρίζετε το τραγουδάκι αυτό. Τουλάχιστον τις δύο πρώτες του στροφές. Το λέγαμε παιδιά, μόλις οι μεγάλοι κατέβαζαν τον γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού, ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, για να υπομνήσουν το στιγμιαίο κενό εξουσίας στη διαδοχή του χρόνου.
Το τραγουδάκι αυτό άφηνε ένα αντιφατικό συναίσθημα στην ψυχή μου, έστω και αν αγνοούσα τις δύο τελευταίες στροφές. Χαρά και ελπίδα και προσμονή σε κάτι καλύτερο, όποια μορφή και αν έπαιρνε αυτό το «καλύτερο», Μια μικρή λύπη, ταυτόχρονα, για τον χρόνο, που χθες παλικαράκι, τώρα υπέργηρος, έφευγε από το προσκήνιο.
Και μιαν απάντηση στο ερώτημα του τίτλου. Μέσα στην ανθρωπομορφική αντίληψη του Χρόνου, ήθελα να πιστεύω ότι όλοι οι παλιοί χρόνοι μένουν σʼ ένα παλάτι, ένα κάστρο ψηλά σε απάτητα βουνά, απόμαχοι της ζωής, διηγούμενοι μεταξύ τους ιστορίες που έζησαν μαζί με τους θνητούς, εμάς, στο σύντομο πέρασμά τους. Και περίμεναν τον νέο να παλιώσει, να τους συναντήσει και να τους αφηγηθεί τα νεότερα.
Εύκολη λύση, ανώδυνη και καθησυχαστική. Και καθόλου λειτουργική πια, τώρα που μεγάλωσα.
Πού πάνε, λοιπόν, τα χρόνια που έφυγαν; Δεν τα τοποθετώ πια σε παλάτια γοτθικά, αλλά σε ένα απλό σεντούκι, αυτά τα ξύλινα με το μαύρο βερνίκι και τα σκαλίσματα, ένα σεντούκι που μένουν τα χρόνια που πέρασαν, οι αράχνες και ο σκώρος.
Σ' αυτό το σεντούκι καταχωνιάζουμε χρόνο με τον χρόνο τη ζωή μας, χαρές και λύπες, επιτυχίες και αποτυχίες, πράγματα που κάναμε και άλλα, πολύ περισσότερα, που δεν κάναμε, δεν επιχειρήσαμε καν. Και καθώς φτάνουμε σιγά-σιγά στα γεράματα, αυτό το σεντούκι ανοίγει όλο και πιο συχνά, οι αναμνήσεις βγαίνουν και μας κρατούν συντροφιά, λίγο-λίγο, όλο και περισσότερο, όλο και πιο συχνά.
Δεν είναι το κουτί αυτό σαν εκείνο της Πανδώρας. Δεν προσδοκούμε να βρούμε την ελπίδα στο άνοιγμά του...
Αυτά περίπου σκεφτόμουν όταν είδα το ερώτημα, πριν έναν χρόνο, παραμονές Πρωτοχρονιάς. Και μετά, με τους περίεργους συνειρμούς με τους οποίους έχει μάθει να δουλεύει το μυαλό μου, κατάλαβα. Κατάλαβα γιατί ο Σκρουτζ στα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Ντίκενς έπρεπε να είναι γέρος, κατάλαβα το νόημα των φαντασμάτων του ή, τουλάχιστον, κατάλαβα το νόημα για τον εαυτό μου, πώς εγώ το κατάλαβα. Και αν δεν πλήξατε ήδη, μπορώ να το μοιραστώ μαζί σας.
Ο Σκρουτζ, λοιπόν, είναι γέρος, γιατί δεν μπορεί παρά να είναι γέρος. Ή, ορθότερα, γηράσκει μπροστά στα μάτια μας, αυτή τη δύσκολη νύχτα των φαντασμάτων. Δεν μπορεί να είναι παιδί, που δεν έχει αναμνήσεις, δεν έχει παρελθόν, αλλά μόνο μιαν ανυπομονησία για το μέλλον, μια ζωή στο μέλλον, γεμάτο αναμονή και ελπίδα, σχέδια, όνειρα, επιθυμίες. Δεν μπορεί να είναι στην ώριμη ηλικία, γεμάτος «πρακτικότητα», εγκλωβισμένος στην καθημερινή βιοπάλη, διαχειριστικός, απορροφημένος στο σήμερα, κυνικός απέναντι στο παρελθόν. Η ζωή του είναι αυτή που είναι, μια καλά οργανωμένη καθημερινότητα, χωρίς όνειρα, χωρίς αναμονές, αλλά με αρχές, έστω και με αυτές τις ανατριχιαστικές αρχές που διαθέτει, καλά εναρμονισμένες κι αυτές με την καθημερινότητά του. Ο Σκρουτζ δεν μπορεί να έχει όνειρα, γιατί το μέλλον δεν είναι πιθανολογούμενο, δεν μπορεί να είναι έτσι ή αλλιώς, είναι βέβαιο: Είναι ο θάνατος. Και αν ο θάνατος είναι μοναχικός ή με τα αγαπημένα πρόσωπα δίπλα, λίγη σημασία έχει. Έχει σημασία για τον Ντίκενς γιατί θέλει να ηθικολογήσει, αλλά όχι για τον Σκρουτζ.
Να η εποπτική θέση του γήρατος: Υπάρχει παρελθόν, υπάρχει ένα σαφώς καθορισμένο παρόν, υπάρχει ένα βέβαιο μέλλον. Ό,τι ήταν να παιχτεί, έχει παιχτεί.
Η παρέλαση των φαντασμάτων, το φάντασμα του παρελθόντος, το φάντασμα του παρόντος, το φάντασμα του μέλλοντος, είναι αναπόφευκτη, νομοτελειακή, καθώς ο Σκρουτζ σηκώνει το καπάκι του σεντουκιού, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω. Ο Σκρουτζ ανοίγοντας το σεντούκι αλλάζει. Αλλάζει ηλικία: Από ώριμος γίνεται γέρος. Ένα τυχαίο γεγονός τού ξυπνά την ανάμνηση του συνεταίρου του, πεθαμένου εδώ και χρόνια. Και οι αναμνήσεις αρχίζουν να ξεχύνονται ασταμάτητα. Όσο και να προσπαθεί, αυτές τον καταδυναστεύουν. Κυριαρχούν, τον επιστρέφουν πίσω, ζει ξανά γεγονότα και συναισθήματα, τόπους και σπίτια, πρόσωπα και καταστάσεις. Το σχολείο που έμεινε οικόσιτος, διωγμένος από την πατρική στέγη από έναν τυραννικό πατέρα, η σκληρότητα των δασκάλων, η αγάπη της αδελφής, η γενναιοδωρία του πρώτου εργοδότη, ο έρωτας που μένει στην άκρη, γιατί άλλα η καρδιά του θέλει. Και το κρύο. Όλο το διήγημα είναι γεμάτο αναφορές στο κρύο, στην παγωνιά. Το κρύο σπίτι που ζει, το κρύο γραφείο που δουλεύει όλη τη μέρα, όλες τις μέρες, το κρύο σχολείο που πήγαινε, η παγωνιά στους δρόμους, η παγωνιά στην καρδιά του.
Μόνο εκεί, στον παλιό του εργοδότη υπάρχει ζεστασιά, χαρά, θαλπωρή. Υπάρχει ελπίδα για ένα αύριο διαφορετικό από αυτό που ακολούθησε. Τόσο μακρινή όμως είναι αυτή η ανάμνηση, σαν να μην την έζησε ποτέ, σαν αυτά που διδάχθηκε από το παράδειγμα του πρώτου εργοδότη του να μην μετουσιώθηκαν ποτέ σε τρόπο ζωής. Ο Σκρουτζ έγινε σύγχρονος: Το περιστασιακό γλέντι δεν εναρμονιζόταν με την επιδίωξη του κέρδους. Ο Σκρουτζ, πολύ πριν τη σχολή του Σικάγο, μετέτρεψε τα συναισθήματα σε χρήμα.
Όχι, ο Σκρουτζ δεν έγινε μισάνθρωπος επειδή αγάπησε πολύ τους ανθρώπους, όπως γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στην "Κόκκινη Αλεπού" του. Έγινε μισάνθρωπος επειδή αγάπησε το χρήμα. Το χρήμα για το χρήμα, χωρίς άλλο σκοπό, χωρίς άλλη χρήση. Το χρήμα που γεννάει χρήμα. Και σʼ αυτό το χρήμα έδωσε τη ζωή του όλη, ακύρωσε κάθε χαρά, κάθε σχέση, κάθε άνεση προσωπική. Μετρά με χρήμα τις ζωές των άλλων, τις ανάγκες τους, το φαγητό που τρώνε, τα ρούχα που φοράνε, τη ζέστη που χρειάζονται, τον χρόνο που σπαταλούν έξω από τη διαδικασία του χρήματος που γεννάει χρήμα. Η τροφή, τα ρούχα, τα έπιπλα, η ζέστη στη μέση του χειμώνα εμποδίζουν το χρήμα να φτιάχνει χρήμα. Και ο χρόνος της χαράς, του γλεντιού, του έρωτα, ακόμα και της απλής κουβέντας, δεν είναι παρά χαμένος χρόνος, στερημένος από το χρήμα που παράγει χρήμα να επιταχύνει τον κύκλο του.
Η ανάμνηση του παρελθόντος οδηγεί σε, αυτό που λένε οι σύγχρονοί μας, «αναστοχασμό». Και ο αναστοχασμός οδηγεί σε αναθεώρηση του τρόπου που το υποκείμενο κατανοεί τον κοινωνικό του περίγυρο και τη σχέση του μαζί του. Μια ιδεολογική μεταστροφή είναι το αποτέλεσμα αυτού του αναστοχασμού. Ο Σκρουτζ μαθαίνει την αξία, την πραγματική αξία πια, όχι τη χρηματική, των πραγμάτων, των προσώπων, των κοινωνικών σχέσεων και δεσμών. Διαπιστώνει ότι αυτή η συσσώρευση του χρήματος του ήταν τελικά άχρηστη: Αυτός ο πλούσιος είναι φτωχότερος από τον υπάλληλό του.
Και αν σκουπίσουμε τον μύθο, που προβάλλει ο Ντίκενς σε πρώτο επίπεδο, από τα ηθικοπλαστικά και μεταφυσικά περιβλήματα, για να βυθιστούμε στο εσωτερικό νόημα του διηγήματος, ίσως κατανοήσουμε το τι σημαίνει η λογοτεχνία του 19ου αιώνα, πόσο πολυεπίπεδη και πόσο ανεπανάληπτα σύγχρονη, πιο σύγχρονη από τη «σύγχρονη», είναι σήμερα.

*Ο Απόστολος Α. Δεδουσόπουλος είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου