Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Η Θεσσαλονίκη θέατρο επιχειρήσεων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Tο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου με αφορμή τις εκδηλώσεις μνήμης για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που οργανώνονται ανά τον κόσμο με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός αιώνα από την έναρξή του (1914), διοργάνωσαν διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με τη συμμετοχή 36 ιστορικών από δεκατρείς χώρες, με έμφαση στο θέατρο επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης.

“Το θέατρο επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολιτικά διακυβεύματα και στρατηγικός σχεδιασμός”, ήταν ο τίτλος της εισήγησης του καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Γιάννη Μουρέλου.
«Η Θεσσαλονίκη οφείλει και δικαιούται να διεκδικήσει μερίδιο, τόσο από τη συλλογική προσπάθεια των ετών 1914-1918, όσο κυρίως από την τελική της έκβαση. Σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, το θέατρο της Θεσσαλονίκης έχει να επιδείξει όλα εκείνα τα διακριτικά γνωρίσματα, τα οποία καθιστούν τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο έναν πόλεμο ολοκληρωτικό και πρωτοπόρο για την εποχή του από πλευράς τεχνολογίας: διενέργεια στατικού πολέμου, χρήση (έστω και περιορισμένη) δηλητηριωδών αερίων, αεροπορικούς βομβαρδισμούς και αερομαχίες, εκτεταμένης εμβέλειας τορπιλισμούς.
Σε επίπεδο πολεμικού σχεδιασμού, η περίπτωση της Θεσσαλονίκης αποτελεί κλασικό παράδειγμα περιφερειακής στρατηγικής στο πλαίσιο μιας γενικευμένης σύρραξης. Απαντά δηλαδή στο ερώτημα ποιο είναι το ειδικό βάρος, ποια είναι η ουσιαστική αξία των δευτερευόντων μετώπων, τα οποία, έπειτα από μια χρονική περίοδο σχετικής απραξίας, ενεργοποιούνται την κατάλληλη στιγμή, εκβιάζοντας και αυτή ακόμα την τελική έκβαση του πολέμου.
Συνακόλουθα, επιτακτική είναι μεταξύ ημών των ιστορικών η αποκατάσταση μιας αδικίας. Αναφέρομαι στην ουσιαστική συμβολή της Θεσσαλονίκης ως σημείου εκκίνησης της τελικής αντεπίθεσης των Συμμάχων, τον Σεπτέμβριο του 1918. Μιας αντεπίθεσης, η οποία, με τη διαδοχική συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας στις 29 Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στις 30 Οκτωβρίου στον κόλπο του Μούδρου, στη Λήμνο, της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας στις 3 Νοεμβρίου στη Villa Giusti, τέλος της ίδιας της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου στο ξέφωτο της Rethondes, στο δάσος της Κομπιένης, επαληθεύει, προτού αυτή κάνει την εμφάνισή της, τη γνωστή θεωρία του ντόμινο.
Μπορεί, επομένως, το θέατρο επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης να υπήρξε από τα πλέον διακριτικά σε επίπεδο στρατηγικών προτεραιοτήτων, σε επίπεδο συγκέντρωσης ισχύος, ακόμα αν θέλετε και σε επίπεδο ανθρωπίνων απωλειών, εξαργύρωσε ωστόσο με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο την τριετή ύπαρξη και λειτουργία του. Πρόκειται για μια διάσταση η οποία, όπως είναι φυσικό, είναι καταδικασμένη να τελεί διαρκώς υπό τη σκιά των διαδραματισθέντων σε άλλα, μεγαλύτερης προτεραιότητας από κάθε άποψη, επιχειρησιακά θέατρα”.
ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ
Για το “Χρονικό μιας (αναμενόμενης) γερμανικής επίθεσης στο Μακεδονικό Μέτωπο και το πολιτικό παρασκήνιό του, 1915-1916” μίλησε ο επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Στράτος Δορδανάς, αποσπάσματα της οποίας παραθέτουμε:
“Αμέσως μετά την κατάρρευση της Σερβίας το φθινόπωρο του 1915, η ελληνική κυβέρνηση βρέθηκε σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση: από τη μια πλευρά η Αντάντ απειλούσε να εκλάβει ως εχθρική ενέργεια οποιαδήποτε προσπάθεια αφοπλισμού των στρατευμάτων της, που υποχωρούσαν εντός του ελληνικού εδάφους, και από την άλλη οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες παρουσιάζονταν έτοιμες να παραβιάσουν τα σύνορα για να συνεχίσουν την καταδίωξη των εχθρών τους. Αν και τα πρώτα μηνύματα που έφταναν από το Βερολίνο ήταν σκοπίμως αντιφατικά, όλα συνηγορούσαν πως αργά ή γρήγορα το ελληνικό έδαφος επρόκειτο να μετατραπεί σε θέατρο σφοδρών συγκρούσεων και να περιέλθει στα χέρια των νικητών, που -τη δεδομένη στιγμή- θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα οι ίδιοι της σερβικής αναμέτρησης. Στην έξαψη των στιγμών όλα τα πιθανά σενάρια τέθηκαν άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με το ουδέτερο κράτος και οι πρώτες υποσχέσεις για σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων του δεν άργησαν να δοθούν, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα τηρούνταν στο ακέραιο μέχρι τέλους. Στην Αθήνα ο βαθμός του πανικού αποτυπώθηκε αμέσως στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων των ημερών εκείνων, κυρίως δε των βενιζελικών, με τη Θεσσαλονίκη να βρίσκεται στο επίκεντρο των γερμανο-αυστριακών στρατιωτικών και οικονομικών σχεδίων -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα- και παρασκηνιακά λίαν συντόμως στα χέρια της Βουλγαρίας. Για να επιβεβαιωθούν όμως οι χειρότεροι εθνικοί εφιάλτες θα έπρεπε προηγουμένως να ενταφιαστεί μονομιάς η κληρονομιά των Βαλκανικών Πολέμων και να μετατοπιστεί εντυπωσιακά από τις έως τότε ακλόνητες θέσεις του αναφορικά με τη Βουλγαρία ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Απαιτούνταν, επομένως, χειρουργικού τύπου διπλωματικοί χειρισμοί, κυρίως από το Βερολίνο, για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του γερμανικού γενικού επιτελείου, χωρίς να κλονιστούν τα πολιτικά-συγγενικά ερείσματα του Κάιζερ στην Ελλάδα. Περισσότερο ρεαλιστής ο γερμανός πρέσβης στην Αθήνα από τον αυστριακό συνάδελφό του, μάλλον αντιλήφθηκε την πολιτική βαρύτητα που είχε η τολμηρή πρόταση του τελευταίου να ανατεθεί στον Κωνσταντίνο το γενικό πρόσταγμα της αναμενόμενης επίθεσης κατά της Θεσσαλονίκης, πριν τη χαρακτηρίσει αποκύημα μιας καλπάζουσας φαντασίας.
Όπως ήταν λοιπόν αναμενόμενο, στα πρώτα τηλεγραφήματα μεταξύ Κάιζερ και Κωνσταντίνου κυριάρχησε το ζήτημα της βουλγαρικής συμμετοχής στις επιχειρήσεις εντός του ελληνικού εδάφους, καθώς όλα τα μηνύματα από το Παρίσι και το Λονδίνο συνέκλιναν πλέον στην παραμονή των στρατευμάτων τους και στη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε βάση μελλοντικών εφορμήσεων στη βαλκανική ενδοχώρα. Στην πρώτη θέση των προϋποθέσεων που ο έλληνας βασιλιάς έθεσε για να δώσει τη συγκατάθεσή του σε μια εισβολή, ενέγραψε την εξαίρεση των βουλγαρικών δυνάμεων και συνεπακόλουθα τη συμμετοχή μόνο γερμανο-αυστριακών τμημάτων. Επί του παρόντος, η φαρέτρα των επιχειρημάτων του ήταν πλούσια αιτιολογώντας γιατί δεν έπρεπε να επιτραπεί η παρουσία των Βουλγάρων στο ελληνικό έδαφος. Όπως τα συνόψιζε η γερμανική πλευρά, για την Ελλάδα η άρνηση αυτή εδραζόταν σε καθαρά εσωτερικούς πολιτικούς λόγους, τοποθετώντας σε δεύτερη μοίρα τα στρατιωτικά προτάγματα. Ακόμα και κάτω από τη γερμανική διοίκηση οι συνέπειες σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν κατακλυσμιαίες για την αντιβενιζελική παράταξη: λαϊκή εξέγερση, σημαντική ενδυνάμωση του Βενιζέλου και της ανταντικής προπαγάνδας, κατακρήμνιση του στέμματος και εξαναγκασμός του σε συμμαχία με την Αντάντ ή στην καλύτερη περίπτωση ολοκληρωτική απώλεια της υποστήριξης του στρατού.
Πριν το μείζον θέμα αναπεμφθεί για ενδελεχή διαβούλευση στις πρωτεύουσες των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, με την αποφασιστική εμπλοκή των γενικών επιτελείων, το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε ήδη κατατοπιστεί από την πρεσβεία των Αθηνών για τις παραπάνω σοβαρές πολιτικές επιπλοκές που ήταν πιθανόν να προκαλέσει στην Ελλάδα μια δυσμενής για το στέμμα απόφαση... Από τη στάση των διπλωματικών κύκλων και την εργώδη προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεση του Κωνσταντίνου εξάγεται το συμπέρασμα πως στους επιτελικούς χάρτες της σχεδιαζόμενης εισβολής στο ελληνικό έδαφος δεν έλειψαν ούτε στιγμή τα βουλγαρικά στρατιωτικά τμήματα. Αυτό σήμαινε πως η βουλγαρική παρουσία στη Μακεδονία χρειαζόταν να παρουσιαστεί στην Αθήνα ως μια ανέλπιστη ευκαιρία ανάκτησης της κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη, χωρίς μάλιστα να υποβληθεί σε οποιαδήποτε θυσία. Προς την κατεύθυνση αυτή οι γερμανικές εγγυήσεις αποτελούσαν το πολιτικό οπλοστάσιο που ο βασιλιάς ήταν αδύνατο να παραγνωρίσει, όσο και αν είχε αρχικά την πρόθεση να διαπραγματευτεί συγκεκριμένα σημεία τους”.
ΤΟ ΣΟΚ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ
“Με τον ισχυρισμό πως η Ελλάδα όφειλε να προβεί σε αναλόγου βαρύτητας παραχωρήσεις προς τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες με εκείνες προς την Αντάντ, βουλγαρικές δυνάμεις κατέλαβαν αμαχητί το Ρούπελ τον Μάιο, ενώ τον Αύγουστο παραβίασαν απροκάλυπτα τα συμφωνηθέντα με τους Γερμανούς, εισερχόμενες σε πόλεις της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας”, συνεχίζει ο Στράτος Δορδανάς. “Την ικανοποίηση των φιλοβασιλικών κύκλων για τις διενεργούμενες έστω και περιορισμένου χαρακτήρα στρατιωτικές επιχειρήσεις των Γερμανο-βουλγάρων στον ελληνικό χώρο διαδέχτηκε γρήγορα ο συγκλονισμός της κοινής γνώμης για τα γεγονότα της Καβάλας και την παράδοση του Δ’ Σώματος Στρατού. Τα όνειρα του βασιλικού ζεύγους και του πολιτικού αντιβενιζελισμού πως μια ευρείας κλίμακας επίθεση στην ανταντοκρατούμενη Μακεδονία θα αποτελούσε τη δραστική λύση στο δράμα τους έδειχναν να ενταφιάζονται μέσα σε κλίμα εθνικής ταπείνωσης και ενός βαθιά ριζωμένου αισθήματος προδοσίας. Μήπως όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι; Με άλλα λόγια, μήπως τελικά δεν είχε άδικο ο ενορχηστρωτής της γερμανικής προπαγάνδας στην Ελλάδα βαρόνος Σενκ, όταν ισχυριζόταν πως ο καλύτερος σύμμαχος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών δεν ήταν τα χρήματα και η εξαγορά συνειδήσεων αλλά η προσβολή της εθνικής κυριαρχίας και της υπερηφάνειας του λαού από την ίδια την Αντάντ, δηλαδή η μεταχείριση του ουδετέρου κράτους ως προτεκτοράτου που του επεφύλασσαν οι Εγγυήτριες Δυνάμεις;
Μέσα σε συνθήκες πολιτικού και κοινωνικού εθνικού διχασμού (ο οποίος εντάθηκε με τα συμμαχικά τελεσίγραφα, την έκρηξη του κινήματος της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, τη διαίρεση σε δύο κράτη και κορυφώθηκε με τα Νοεμβριανά), η ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον της Στρατιάς της Ανατολής επανήλθε για μία ακόμη φορά στο προσκήνιο. Και παρά την εκδίωξη των υπηκόων των Κεντρικών Αυτοκρατοριών τον Σεπτέμβριο και την αναστολή λειτουργίας των πρεσβειών τους στα τέλη Νοεμβρίου, η απευθείας επικοινωνία μεταξύ του Κάιζερ και του ελληνικού βασιλικού ζεύγους κατέστη μεν δυσχερέστερη αλλά δεν διακόπηκε...
Η οριστική εγκατάλειψη των μεγαλεπήβολων επιθετικών σχεδίων εναντίον του Σαράιγ συνέπεσε χρονικά με την κατάρρευση ενός ακόμη ελληνικού απονενοημένου διαβήματος που συνοδεύτηκε από τη γερμανική ομολογία της αποτυχίας διεξαγωγής ενός ευρείας κλίμακας ανταρτοπολέμου στην ουδέτερη ζώνη...”.

ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ: ΘΕΜΕΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΔΙΚΤΥΟΥ
Ανακοίνωση με θέμα “Διακομιδή, περίθαλψη και επαναπατρισμός ασθενών και τραυματιών” έκαναν ο Αλέξανδρος Γαρύφαλλος (πρόεδρος τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ), Παρασκευάς Σαββαΐδης (διδάκτωρ της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ) και Δημήτρης Χριστοδούλου (καθηγητής Βιοχημείας και Ιστορίας της Ιατρικής ΑΠΘ).

“Με την εγκατάσταση των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο τον Οκτώβριο του 1915 άρχισε και η οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών. Αυτές είχαν να αντιμετωπίσουν αφενός τους τραυματίες των μαχών και αφετέρου τους αρρώστους διαφόρων επιδημικών ασθενειών. Οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης ευνοούσαν την εμφάνιση επιδημιών, με κυριότερο πρόβλημα την ελονοσία. Διάφορες υγειονομικές μονάδες εγκαταστάθηκαν αρχικά στη δυτική πλευρά της πόλης, αλλά σύντομα αναπτύχθηκαν και στην ανατολική της πλευρά. Νοσοκομεία λειτούργησαν σε διάφορα επιταγμένα κτίρια, καθώς και σε ξύλινα παραπήγματα που κατασκευάσθηκαν, αλλά και σε εκτεταμένες ομάδες σκηνών. Ακόμη, αναπτύχθηκαν μονάδες ειδικών παθήσεων καθώς και ειδικά κέντρα αποκατάστασης. Η απουσία σημαντικών πολύνεκρων στρατιωτικών επιχειρήσεων, σε σύγκριση με το Δυτικό Μέτωπο, έδωσε το χρόνο για τη βαθμιαία ικανοποιητική οργάνωση του υγειονομικού δικτύου σε ευρεία κλίμακα. Η διακομιδή των τραυματιών από τις επιχειρήσεις των μαχών προς τα μετόπισθεν γινόταν κατά σειρά από τους Σταθμούς Βοήθειας Πρώτης Γραμμής προς τους Προωθημένους Σταθμούς Φροντίδας, τους Κύριους Σταθμούς Φροντίδας, τους Σταθμούς Διαλογής Επειγόντων, τα Νοσοκομεία Εκστρατείας και τα Γενικά και Τοπικά Νοσοκομεία. Ως προς τα μέσα μεταφοράς χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τύποι φορείων, τα ιππήλατα και τα μηχανοκίνητα ασθενοφόρα, τα ασθενοφόρα τρένα και τα πλωτά νοσοκομεία. Κατά το διάστημα 1915-1919 έγιναν στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης διάφορα έργα υγειονομικής σημασίας, όπως αποξηράνσεις ελών, έλεγχοι της ποιότητας του νερού, έργα υδροδότησης διαφόρων περιοχών, μαζικοί εμβολιασμοί εναντίον διαφόρων ασθενειών, ενώ εφαρμόσθηκαν και γενικότερα προγράμματα προληπτικής ιατρικής».
Πηγή: εφημερίδα Μακεδονία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου