Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Τρεις ιστορίες υποκρισίας...

Η Σύνοδος του Λονδίνου το 1953 που αποφάσισε το "κούρεμα" του Γερμανικού χρέους 
του Γιάννη Σιώτου
Ορισμένες φορές θα πρέπει να λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους. Και σε αυτήν την απόπειρα της ρεαλιστικής απεικόνισης της πραγματικότητας, η αξιοποίηση της ιστορικής γνώσης μπορεί να είναι το καλύτερο εργαλείο. Η ελληνική κρίση, οι χειρισμοί της, ο ρόλος των δανειστών και οι πολιτικές που επιβάλλουν, σίγουρα είναι θέμα με παγκόσμιες προεκτάσεις.

Μια απόπειρα προσέγγισης με βάση τα διδάγματα, αλλά και τις εμπειρίες του παρελθόντος μπορεί να είναι ο μοναδικός δρόμος που μας φέρνει πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Σίγουρα, οι αναφορές της γερμανικής ηγεσίας στην "εμπιστοσύνη" και στην "αξιοπιστία" είναι ένα ισχυρό όπλο για εκείνους που έχουν "το καρπούζι και το μαχαίρι" για να προσδώσουν -και- ηθικά άλλοθι στις πολιτικές και τις διεκδικήσεις τους. Αλλά αν τα επιχειρήματα αυτά κριθούν με μέτρο την ιστορία, τότε όχι μόνο καταρρέουν αλλά αναδεικνύουν τον υποκριτικό λόγο αυτών που τα χρησιμοποιούν, αλλά και -το σημαντικότερο- γίνονται αδιάψευστος μάρτυρας ενός πρωτόγνωρου πολιτικού κυνισμού, ο οποίος όταν μετουσιώνεται σε πράξη μετατρέπεται σε αδηφάγο απληστία, που μόνο με την αποικιοκρατία του 18ου και 19ου αιώνα μπορεί να συγκριθεί.
Κάποιοι αναγνώστες μπορεί να τα χαρακτηρίσουν όλα αυτά ως υπερβολές. Ευτυχώς όμως που υπάρχει και η ιστορία για να αποδείξει ότι όλα αυτά καταγράφουν την πραγματικότητα. Τρεις πραγματικές ιστορίες, που μεταξύ τους απέχουν μερικές δεκαετίες, δείχνουν την ωμή πραγματικότητα. Οι τρεις αυτές ιστορίες αφορούν τη Γερμανία. Οι δύο ως "θύμα" και η μία ως "θύτη". Είτε ως "θύμα" είτε ως "θύτη", ο κυνισμός στις πολιτικές που ακολούθησαν είναι διάχυτος. Εξίσου έκδηλη είναι η προσήλωση στο αποτέλεσμα, αλλά και η έλλειψη κάθε έννοιας ανθρωπισμού προκειμένου να επιτευχθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί εύκολα κανείς να κατανοήσει τη στάση και την τακτική που ακολούθησαν τις προηγούμενες μέρες και μήνες, αλλά και το αύριο της Ευρώπης.

Το 1923 και η παθητική αντίσταση
Στις 11 Ιανουαρίου 1923, τα γαλλικά και τα βελγικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τον βιομηχανικό "πνεύμονα" της Γερμανίας. Την περιοχή του Ρουρ. Έχοντας ως επιχείρημα τις αποζημιώσεις -σε είδος- που απέρρεαν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, ουσιαστικά αμφισβήτησαν την εδαφική κυριαρχία της Γερμανίας, η οποία από την πλευρά της απάντησε με την πολιτική της "παθητικής αντίστασης", αρνούμενη να εκτελέσει τις εντολές των κατακτητών. Έως τον Μάρτιο, η πολιτική της "παθητικής αντίστασης" είχε πετύχει τον στόχο της, αφού Γάλλοι και Βέλγοι δεν μπορούσαν να πάρουν ξυλεία, τηλεγραφικούς στύλους και άνθρακα. Τελικά κατέκτησαν τα ανθρακωρυχεία και τα εργοστάσια παραγωγής κοκ, ενώ ανέλαβαν την εκμετάλλευση των σιδηροδρόμων. Από την άλλη πλευρά, η χρηματοδότηση της "πολιτικής αντίστασης", δηλαδή η μισθοδοσία των σιδηροδρομικών υπαλλήλων που είχαν εκδιωχθεί και οι πιστώσεις στα ανθρακωρυχεία και στα εργοστάσια σιδήρου και χάλυβα, για να συνεχιστεί η μισθοδοσία παρ' όλο που η λειτουργία τους είχε διακοπεί, προκάλεσε υπερπληθωρισμό...
Αυτό ήταν το οικονομικό κόστος. Οι πολιτικοί επιστήμονες μπορούν να μιλήσουν και για το πολιτικό. Όμως η ιστορία έχει ήδη αποφανθεί ότι η εξέγερση του Ρουρ ήταν μία από τις καταλυτικές παρεμβάσεις οι οποίες οδήγησαν, μετά από λίγα χρόνια, στην ουσιαστική διαγραφή των επανορθώσεων της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Το 1953 και το... κούρεμα
Το 1953 στο Λονδίνο βρέθηκαν οι εκπρόσωποι της Γερμανίας με εκπροσώπους των χωρών-θυμάτων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Θέμα, η άφεση του γερμανικού χρέους. Η γερμανική αντιπροσωπεία επεδίωξε και πέτυχε οι 22 χώρες με τις οποίες διαπραγματεύτηκε να παραιτηθούν από μεγάλο μέρος των αξιώσεών τους, καθώς οι υποχρεώσεις από το σχέδιο Μάρσαλ και τις επανορθώσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν για τη Γερμανία δυσβάσταχτες.
Το γερμανικό αίτημα ικανοποιείται. Οι 22 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, παραιτούνται από το 50% των αξιώσεών τους. Ήταν μια ανάσα για τους Γερμανούς, η οποία συνέβαλε στην επίτευξη του «οικονομικού θαύματος". Το ποσοστό του γερμανικού χρέους επί του ΑΕΠ ήταν τότε κατά πολύ μικρότερο από αυτό που έχουν σήμερα η Ελλάδα και κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η άφεση του χρέους οδήγησε με γοργά βήματα στο γερμανικό οικονομικό θαύμα, το οποίο χωρίς τη διαγραφή του θα καθυστερούσε πολλά χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική οικονομία σημείωσε τη χρονιά εκείνη καταπληκτικές επιδόσεις. Σε διάστημα δέκα ετών, το γερμανικό ΑΕΠ διπλασιάστηκε. Η γερμανική οικονομία δεν αναπτύχθηκε ποτέ τα επόμενα χρόνια με τόσο υψηλούς ρυθμούς όσο στη δεκαετία μετά τη Συμφωνία του Λονδίνου.

Τα κέρδη της Γερμανίας από τη σημερινή κρίση
Κερδισμένη κατά 40,9 δισ. ευρώ είναι η Γερμανία εν μέσω της ευρωπαϊκής κρίσης. Σε αυτό το ποσό ανέρχονται τα επιπλέον έσοδα που θα έχει το γερμανικό κράτος μεταξύ 2010 και 2014, λόγω των χαμηλών επιτοκίων με τα οποία δανείζεται η Γερμανία, αλλά και της μεγάλης ζήτησης που έχουν τα γερμανικά ομόλογα εν μέσω της κρίσης χρέους. Ως γνωστόν, η κρίση απομάκρυνε τους επενδυτές από τα ομόλογα των χωρών της κρίσης, στρέφοντάς τους σε ομόλογα του γερμανικού Δημοσίου, που θεωρούνται ασφαλή. Σύμφωνα με το «Ινστιτούτο Kiel για την Παγκόσμια Οικονομία», μια γερμανική δεξαμενή σκέψης, η ανοδική αγορά ομολόγων, έχει προσφέρει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση σχεδόν 80 δισ. ευρώ ανάμεσα στο 2009 και το 2013 (εν συγκρίσει με τα επιτόκια προ κρίσης), τα οποία τώρα -μαζί με τα έσοδα από φόρους που έφθασαν σε ύψη - ρεκόρ- συμβάλλουν στην εξισορρόπηση του προϋπολογισμού της Γερμανίας και στη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους της.
Αλλά και τα γερμανικά ακίνητα βγήκαν κερδισμένα από την κρίση. Μέχρι τώρα, η αγορά ακινήτων στη Γερμανία δεν προσέλκυε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των επενδυτών και οι τιμές των ακινήτων είχαν βαλτώσει τις τελευταίες δεκαετίες. Παρά ταύτα, η κρίση χρέους έχει δώσει κίνητρα για επενδύσεις στο γερμανικό real estate, έναν θεωρούμενο «ασφαλή παράδεισο» για επενδύσεις, σε καιρούς οικονομικής αβεβαιότητας και χαμηλών επιτοκίων. Οι Γερμανοί εργαζόμενοι μπορεί να είναι περισσότερο πρόθυμοι να αγοράσουν σπίτια εφόσον κράτησαν τις δουλειές τους στη διάρκεια της κρίσης, μάλιστα έλαβαν και μικρές αυξήσεις. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά 5,4% το 2011 - και κατά πολύ περισσότερο στις μεγάλες πόλεις. Η τάση αυτή μεταφέρθηκε και στην πραγματική οικονομία, με ουσιαστικές αυξήσεις στην οικοδομική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια (4,4% το 2011 και 4,2% το 2012).
Η κρίση χρέους πυροδότησε μια εισροή εξειδικευμένων μεταναστών από χώρες χτυπημένες από την κρίση - ο τρίτος άσος της Μέρκελ. Αυτή η απότομη άνοδος της μετανάστευσης προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, με δεδομένη τη φήμη της Γερμανίας ως χώρας που δεν είναι ιδιαίτερα φιλόξενη στους μετανάστες (το οποίο συνόψισε η Μέρκελ στο σχόλιό της, το 2010, ότι η πολυπολιτισμικότητα έχει «εντελώς αποτύχει»). Η Γερμανική Υπηρεσία Στατιστικών εκτιμά, ότι το 2012 η καθαρή μετανάστευση ήταν κάπου στις 370 χιλιάδες - αριθμό που είχαμε να τον δούμε εδώ και δύο δεκαετίες. Μετά από οκτώ χρόνια που συστελλόταν, ο πληθυσμός της Γερμανίας αυξάνεται.
Και φυσικά υπάρχουν οι εξαγωγές. Ένα σχετικά αδύναμο ευρώ, συγκριτικά με αυτό που θα ήταν σε καλύτερους οικονομικούς καιρούς -ή με εκείνο που θα ήταν ένα ισχυρό γερμανικό μάρκο-, συνέβαλε περαιτέρω στην υποστήριξη των γερμανικών εξαγωγών.

Κυνισμός και υποκρισία
Οι τρεις αυτές ιστορίες το δίχως άλλο μπορεί να αξιοποιηθούν για κάθε είδους προσέγγιση. Κάποιοι θα μπορούσαν να μιλήσουν για «παθήματα που γίνονται μαθήματα». Κάποιοι άλλοι για την «αταλάντευτη επιμονή στη νοικοκυροσύνη και την ανάπτυξη». Κάποιοι άλλοι για την πρωτοφανή ικανότητα προσαρμογής και αξιοποίησης των συνθηκών. Κάποιοι...
Όμως όλοι μπορούν να σκεφτούν ότι αυτός ο κυνισμός, αυτή η ωμότητα ακόμα και απέναντι στον ίδιο τον γερμανικό λαό, αυτή η επιλεκτική επίκληση ηθικών επιχειρημάτων αλλά και η επιλεκτική «αμνησία», σίγουρα δεν είναι προάγγελος καλών νέων για το μέλλον των λαών της Ευρώπης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου