Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Ο Γκίκας και η γιαγιά από την Τούμπα

του Απόστολου Λυκεσά 
Την περασμένη Παρασκευή μάθαμε από το αστυνομικό δελτίο ότι άγνωστοι έκλεψαν από μια ηλικιωμένη στην Τούμπα 150.000 ευρώ. Το Σάββατο το βράδυ πληροφορηθήκαμε ότι ο τέως υπουργός οικονομικών είχε μεταφέρει στο εξωτερικό άγνωστο ποσό -σίγουρα εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ- σε 56 δόσεις, κάτω από 10.000 ευρώ τη φορά.

Καθίσταται εμφανές γιατί ο Γκίκας έγινε υπουργός οικονομικών ενώ η γιαγιά εξακολουθούσε να μένει στην Τούμπα. Και οι δύο διακατέχονταν από αγωνία για το κομπόδεμα με την διαφορά ότι η γιαγιά προσπαθούσε να τα σώσει κάνοντας τα, κατά το κοινώς λεγόμενο «μασούρι», ενώ ο Γκίκας ως εχέφρων άνθρωπος προτίμησε την άυλη μεταφορά και αποθήκευση στο εξωτερικό. Η γιαγιά πήγε μια φορά στην τράπεζα για ανάληψη ενώ ο Γκίκας τρεις την ώρα ίδρωνε μπροστά σε κάποιο γκισέ.
Αφήνω κατά μέρος ότι κατά το 2011 εμφανίζεται δυσαναλογία μεταξύ των ποσών που πιστώθηκαν στις τράπεζες και όσων δηλώθηκαν ως εισόδημα και ότι τα χρήματα που εστάλησαν το 2012 σε τράπεζες του εξωτερικού δεν εμφανιζόταν στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης που ήταν υποχρεωμένος να υποβάλλει ως σύμβουλος του πρωθυπουργού Παπαδήμου τον Νοέμβριο του 2011 ως τον Μάιο του 2012 και ως υπουργός Οικονομικών από τον Ιούνιο του 2014. Αυτά ας τα βρει η αρχή καταπολέμησης του μαύρου χρήματος. Ας δεχθούμε χάρην της συζητήσεως ότι όλα ήταν νόμιμα. Το θέμα είναι γιατί ο Γκίκας διάλεξε να βγάλει τα λεφτά του στο εξωτερικό και τι τον συνδέει με την γιαγιά της Τούμπας όπως και με δεκάδες χιλιάδες άλλους ηλικιωμένους που έχουν σπεύσει να  βάλουν  όσα λεφτά έχουν μαζέψει στο μαξιλάρι τους. Κυριολεκτικά. Θυμίζω ότι κάποιον στην Κοζάνη τον ξέθαψαν για να βρουν μέσα στο μαξιλάρι που είχαν τοποθετήσει στο φέρετρο κάτω από το κεφάλι του μακαρίτη όλη του την περιουσία που την έψαχνε η χήρα και δεν την έβρισκε.
Τον Γκίκα και την γιαγιά τους συνδέει αποδεδειγμένα και αμετάκλητα, η αγωνία και η αβεβαιότητα, ο φόβος για το άδηλο μέλλον. Τους συνδέει, βέβαια, και η σχέση δάσκαλου και μαθητή. Ο Γκίκας, και ως τραπεζοϋπάλληλος παλαιότερα, και ως σύμβουλος πρωθυπουργού και ως υπουργός οικονομικών συμβούλευε διαρκώς όλους τους ηλικιωμένους ότι πρέπει να σκέφτονται την χώρα τους να μην σκέφτονται μόνο το τομάρι τους, να μην βγάζουν τα λεφτά τους από τις τράπεζες διότι έτσι αδυνατίζει η ισχύς του τραπεζοπιστωτικού συστήματος. Θα στεκόταν, υποθέτω, δίπλα στον πρωθυπουργό Παπαδήμο όταν αυτός σε άπταιστα αγγλικά κουνούσε το δάχτυλο στον λαουτζίκο αναμασώντας την χοντροκοπιά «μην ρωτάς τι κάνει η Ελλάδα για σένα αναρωτήσου τι κάνεις εσύ για την Ελλάδα». Θα χαμογελούσε ο Γκίκας εκείνες τις ώρες και ποιός θα σκεφτόταν ότι δεν ήταν από συγκατάβαση. Εξάλλου, και ο Παπαδήμος, προχθές, δεν έτρωγε με τον εφοπλιστή Προκοπίου αυτόν που όταν τον υποχρέωσαν να καταβάλει κάτι χρωστούμενους φόρους, ανακοίνωσε ότι αυτό δεν θα το ανεχόταν και έβγαλε με ένα πάτημα του έντερ 600 εκατομμύρια ευρώ από την χώρα; Εκτός και είχαν βρεθεί για να μυήσει ο πρώην πρωθυπουργός τον εφοπλιστή στην χεγκελιανή ηθική. Θα μου πείτε σάμπως ο Πορτογάλος πρωθυπουργός, ο Κοέλιου, δεν είχε ξεχάσει να πληρώσει φόρους και οφειλές και μας έκανε κι αυτός κήρυγμα για συμφωνίες, νομιμότητα και άλλα τέτοια ηθικοπλαστικά; Αυτά ας τα λύσουν οι Πορτογάλοι.
Η διαφορά Γκίκα – γιαγιάς εδράζεται στο γεγονός ότι ο πρώτος έχει όλα τα λεφτά ενώ η δεύτερη απέμεινε στον άσο. Απλώς η γιαγιά, όσο θα ζει,  θα συνεχίζει να είναι μαθήτρια άλλων κηρύκων, ενώ ο Γκίκας θα απολαμβάνει τους καρπούς των κόπων του αλλά δεν θα μπορεί να κάνει κήρυγμα. Θα πάρει άλλος τη θέση του στον άμβωνα.
Βρίσκεται δηλαδή στο σημείο εκείνο που περιγράφει ένα παλιό ανέκδοτο. Σύμφωνα με αυτό ένας εβραίος αναφέρει στον ραβινό του ότι κάποιος του έκλεψε το ποδήλατό του όσο αυτός παρακολουθούσε το κήρυγμα στην συναγωγή. Ο ραβίνος ταράχθηκε, το σκέφτηκε για λίγο, και ύστερα του είπε ότι την επόμενη Κυριακή, να πάει το θύμα στην πρώτη σειρά, οπότε όταν θα αρχίσει την ανάγνωση των δέκα εντολών και φτάσει στο «ου κλέψεις» να γυρίσει και να δει στα μάτια όσους είναι παρόντες. Ο κλέφτης σίγουρα θα ντραπεί και θα αποστρέψει το βλέμμα οπότε θα εντοπιστεί, και έτσι θα βρεθεί το ποδήλατό του. Πράγματι την επόμενη Κυριακή όλα εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο και, στο τέλος της λειτουργίας, ο ραβίνος τον ρωτά τι έγινε, οπότε αυτός λέει, «όλα πήγαν πολύ καλά, κατά την ανάγνωση των δέκα εντολών όταν φτάσατε στο “ου μοιχεύσεις” θυμήθηκα που είχα αφήσει το ποδήλατό μου».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου